Σε μια σπάνια και ιδιαίτερα ηχηρή κίνηση, οι ιταλικές αρχές προχώρησαν στην έκδοση διαταγών απέλασης για οκτώ Κινέζους υπηκόους, οι οποίοι θεωρούνται ύποπτοι για παρακολούθηση και στοχοποίηση πολιτικών αντιφρονούντων εκ μέρους του κινεζικού κράτους.
Η απόφαση του ιταλικού υπουργείου Εσωτερικών ήρθε λίγες ημέρες μετά τις αποκαλύψεις του ιταλικού Τύπου για σοβαρό περιστατικό κυβερνοπαραβίασης, κατά το οποίο Κινέζοι κρατικοί δρώντες φέρονται να παραβίασαν το 2024 τη βάση δεδομένων ειδικής αστυνομικής μονάδας που είχε αναλάβει την προστασία Κινέζων αντικαθεστωτικών στην Ιταλία.
Σύμφωνα με όσα μετέδωσε η Il Foglio, οι ιταλικές αρχές διαπίστωσαν ότι οι συγκεκριμένοι πράκτορες επιχείρησαν να εντοπίσουν επικριτές του κινεζικού καθεστώτος που ζουν στη χώρα, με σκοπό να τους εκφοβίσουν και να τους παρενοχλήσουν, προκαλώντας ανησυχία για ζητήματα «εθνικής ασφάλειας». Από τους οκτώ υπόπτους, τρεις επαναπατρίστηκαν άμεσα, ένας τελεί υπό κράτηση στη Ρώμη εν αναμονή της διαδικασίας απέλασης, ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις είχαν ήδη εγκαταλείψει την Ιταλία.
Η υπόθεση θεωρείται ιστορική για τα ιταλικά δεδομένα, καθώς, σύμφωνα με τη Λόρα Χαρτ της οργάνωσης Safeguard Defenders, είναι η πρώτη φορά που η Ιταλία προχωρά σε απέλαση ειδικά με αιτιολογία τη διακρατική καταστολή. Η ίδια χαρακτήρισε την εξέλιξη θετική, σημειώνοντας ωστόσο ότι, παρά την κινητοποίηση των εξειδικευμένων αστυνομικών υπηρεσιών, παραμένει ζήτημα η πολιτική βούληση για πιο αποφασιστική αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων.
Άλλες χώρες έχουν ήδη κινηθεί ακόμη πιο επιθετικά σε ανάλογες υποθέσεις, φτάνοντας μέχρι και σε ποινικές διώξεις Κινέζων υπηκόων για κατασκοπεία κατά αντιφρονούντων στο έδαφός τους, ενώ μία τέτοια υπόθεση παραμένει ανοιχτή και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στην περίπτωση της Ιταλίας δεν υπήρξαν διώξεις, όμως η εξέλιξη δείχνει ότι οι αρχές έχουν πλέον στραμμένη την προσοχή τους στο φαινόμενο.
Η υπόθεση συνδέεται άμεσα με το ευρύτερο δίκτυο διακρατικής καταστολής που, σύμφωνα με διεθνείς οργανώσεις και ερευνητικά δίκτυα, αναπτύσσει το Πεκίνο εναντίον αντιφρονούντων που ζουν στο εξωτερικό. Ήδη από το 2022, η Safeguard Defenders είχε αποκαλύψει ότι κινεζικές επιχειρηματικές ενώσεις και άλλες κοινοτικές δομές σε πολλές χώρες, μεταξύ αυτών και στην Ιταλία, λειτουργούσαν ως μυστικοί κόμβοι επιτήρησης.
Η Διεθνής Σύμπραξη Ερευνητών Δημοσιογράφων (ICIJ), μέσα από την έρευνα China Targets του 2025, είχε χαρτογραφήσει τη μεγάλη έκταση και τις μεθόδους της κινεζικής εκστρατείας εναντίον επικριτών του καθεστώτος στο εξωτερικό. Σύμφωνα με την έρευνα, το Πεκίνο αξιοποιεί τόσο φυσική όσο και ηλεκτρονική παρακολούθηση, πιέσεις προς συγγενείς στην Κίνα, διαδικτυακή επιτήρηση, ακόμη και στοχευμένες προσπάθειες σπίλωσης των αντιφρονούντων.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση του ακτιβιστή που είναι γνωστός ως «Teacher Li», ο οποίος ζει στην Ιταλία και είχε βρεθεί στο στόχαστρο των κινεζικών αρχών και των δικτύων τους, αφότου συγκέντρωσε 1,9 εκατομμύρια ακολούθους στην πλατφόρμα X, δημοσιεύοντας πληροφορίες για διαμαρτυρίες και κοινωνική δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της Κίνας κατά την περίοδο της πανδημίας. Σε επικοινωνία του με το ICIJ και το L’Espresso το 2025, είχε αναφέρει ότι δέχθηκε απειλές από αγνώστους, αφότου οι κινεζικές αρχές εντόπισαν τη διεύθυνσή του στην Ιταλία.
Η έρευνα του ICIJ κατέγραψε ακόμη ότι και πρόσωπα του περιβάλλοντός του εκτός Ιταλίας βρέθηκαν επίσης στο στόχαστρο. Ο καλλιτέχνης και ακτιβιστής Τζιανγκ Σενγκντά, που ζει στη Γαλλία, δήλωσε ότι ο πατέρας του στο Πεκίνο ανακρίθηκε από αξιωματούχους, οι οποίοι του μετέφεραν ότι ο γιος του πρέπει να σταματήσει να συνεργάζεται με τον «Teacher Li».
Σύμφωνα με τη Safeguard Defenders, οι πρόσφατες απελάσεις στην Ιταλία ήταν αποτέλεσμα ερευνών που διήρκεσαν χρόνια και σχετίζονταν ακριβώς με την παρενόχληση του συγκεκριμένου ακτιβιστή. Ο ίδιος, σε ανάρτησή του στο X, ευχαρίστησε την ιταλική κυβέρνηση για την απόφαση, τονίζοντας ότι πρόκειται όχι μόνο για πράξη προστασίας των ίδιων των θυμάτων, αλλά και για υπεράσπιση θεμελιωδών δημοκρατικών αρχών και του κράτους δικαίου.
Παρά το θετικό μήνυμα που στέλνει η απόφαση της Ρώμης, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκτιμούν ότι δύσκολα θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για το κινεζικό κράτος και τα δίκτυά του. Όπως σημειώνουν, οι ευρωπαϊκές αρχές εξακολουθούν να κινούνται με αργούς ρυθμούς στην προστασία των θυμάτων τέτοιων πρακτικών.
Την ίδια ώρα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει υιοθετήσει ψήφισμα που καταδικάζει τη διακρατική καταστολή από την Κίνα και άλλα αυταρχικά καθεστώτα. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, το βάρος εξακολουθεί να πέφτει στις εθνικές αστυνομικές και δικαστικές αρχές, που είναι εκείνες που καλούνται να εντοπίσουν τις απειλές και να προστατεύσουν τους στοχοποιημένους.
Στην Ιταλία, μάλιστα, η υπόθεση απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα έπειτα από δημοσίευμα της La Repubblica, σύμφωνα με το οποίο, την περίοδο 2024-2025, Κινέζοι χάκερ που συνδέονται με την κυβέρνηση είχαν διεισδύσει στη βάση δεδομένων της ειδικής αντιτρομοκρατικής αστυνομίας, αποκτώντας πρόσβαση σε στοιχεία 5.000 Ιταλών πρακτόρων αλλά και στους ερευνητικούς φακέλους των Κινέζων αντιφρονούντων που αυτοί προστάτευαν.
Η κινεζική πρεσβεία στη Ρώμη δεν απάντησε σε αίτημα σχολιασμού για την υπόθεση, ενώ και το ιταλικό υπουργείο Εσωτερικών απέφυγε να τοποθετηθεί δημόσια επί των δημοσιευμάτων. Ωστόσο, η κίνηση των απελάσεων δείχνει ότι η Ιταλία, έστω και καθυστερημένα, επιχειρεί να χαράξει πιο σκληρή γραμμή απέναντι σε ένα φαινόμενο που μέχρι πρότινος αντιμετωπιζόταν με πολύ μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα.