Σφοδρή επίθεση εναντίον όσων εμφανίζονται ως φιλελεύθεροι ή μετριοπαθείς επικριτές του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αλλά στην πράξη -όπως υποστηρίζει- διευκολύνουν τη μακροημέρευση του καθεστώτος του, εξαπέλυσε με ανάρτησή του στο Χ ο αναλυτής Σινάν Τζιντί.
Αφορμή για την τοποθέτησή του στάθηκε η κίνηση του δημοσιογράφου Ρουσέν Τσακίρ να σφίξει το χέρι του Τούρκου προέδρου, μια εικόνα που ο Τζιντί αντιμετωπίζει όχι ως μια απλή συμβολική χειρονομία, αλλά ως πολιτική πράξη με βαρύ φορτίο. Στο σχόλιό του, ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι, κατά την άποψή του, δεν μπορεί κάποιος να δηλώνει πως αντιτίθεται στον Ερντογάν, να επικαλείται τη δημοκρατία και την ελευθερία της δημοσιογραφίας, και ταυτόχρονα να επιλέγει τέτοιου τύπου κινήσεις δημόσιας νομιμοποίησης.
Ο Τζιντί προχωρά ακόμη πιο μακριά, υποστηρίζοντας ότι ένα σημαντικό τμήμα όσων αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι ή αριστεροί διανοούμενοι στην Τουρκία έχει στην πράξη συμβιβαστεί με το καθεστώς. Όπως αναφέρει, πολλοί είναι έτοιμοι να υποχωρήσουν από τις διακηρυγμένες ιδεολογικές τους αρχές, προκειμένου να εξασφαλίσουν χώρο επιβίωσης και προσωπικής προσαρμογής στο σύστημα Ερντογάν. Κατά τη δική του ανάγνωση, το δίλημμα είναι απόλυτο: είτε στέκεσαι με εντιμότητα και συνέπεια απέναντι στις βασικές σου πεποιθήσεις, είτε τελικά «ξεπουλιέσαι».
Στην ανάρτησή του περιγράφει δύο βασικές κατηγορίες. Από τη μία, εκείνους που στηρίζουν ευθέως το καθεστώς Ερντογάν, είτε επειδή πιστεύουν πραγματικά στην υπόθεσή του είτε επειδή επέλεξαν να ενταχθούν σε αυτήν για λόγους σκοπιμότητας. Από την άλλη, εντοπίζει μια ενδιάμεση κατηγορία, την οποία θεωρεί ακόμη πιο προβληματική: αναλυτές, σχολιαστές και πρόσωπα με δημόσιο λόγο, που εμφανίζονται να κρατούν αποστάσεις από την αυταρχική διολίσθηση της Τουρκίας, αλλά περιορίζονται -όπως λέει- σε μια ήπια, «μετρημένη» κριτική, η οποία στην ουσία εξηγεί και εξομαλύνει τον ερντογανισμό αντί να τον αποδομεί.
Εκεί ακριβώς εντοπίζει και τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Ο Τζιντί υποστηρίζει ότι αυτοί οι «μετριοπαθείς» επικριτές είναι οι πιο ανειλικρινείς και οι πιο επικίνδυνοι, επειδή καταλαμβάνουν θέσεις κύρους, ντύνονται με τον μανδύα της σοβαρότητας και αντιμετωπίζουν αφ’ υψηλού όσους ασκούν ανοιχτή και σκληρή κριτική στο καθεστώς. Κατά τον ίδιο, δεν απαξιώνουν τους πραγματικούς αντιπάλους του Ερντογάν επειδή διαφωνούν ουσιαστικά μαζί τους, αλλά επειδή βλέπουν σε αυτούς τη στάση που οι ίδιοι δεν τολμούν να κρατήσουν.
Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, πρόκειται για πρόσωπα που φοβούνται ότι η ξεκάθαρη αντιπολιτευτική φωνή θα καταστήσει τη δική τους «μετρημένη» τοποθέτηση περιττή και πολιτικά άνευρη. Με άλλα λόγια, ο Τζιντί θεωρεί πως πίσω από αυτή τη στάση δεν υπάρχει μόνο πολιτική ατολμία, αλλά και ένα βαθύ σύμπλεγμα ανασφάλειας: η αγωνία ότι δεν θα ελέγχουν πλέον τη συζήτηση για την Τουρκία και δεν θα κατέχουν τον ρόλο του αποδεκτού, καθεστωτικά ανώδυνου συνομιλητή.
Γι’ αυτό και καταλήγει με έναν σχεδόν τελεσίδικο διαχωρισμό. Όπως τονίζει, στο τέλος της ημέρας δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για γκρίζες ζώνες: είτε είσαι με τον Ερντογάν είτε είσαι με μια δημοκρατική Τουρκία. Κατά την άποψή του, δεν μπορεί κανείς να δηλώνει υπέρ μιας Τουρκίας χωρίς Ερντογάν, την ίδια ώρα που με τη στάση, τη ρητορική ή τις συμβολικές του κινήσεις διευκολύνει, εξωραΐζει ή παρατείνει την κυριαρχία του καθεστώτος.
Το μήνυμά του προς όσους ακολουθούν αυτή τη γραμμή είναι ωμό και άμεσο: να παραμερίσουν. Όπως γράφει, όσοι εξακολουθούν να παλεύουν πραγματικά για τα τελευταία υπολείμματα της δημοκρατικής ψυχής της Τουρκίας δεν έχουν την πολυτέλεια να προσαρμόζουν τον αγώνα τους στις φιλοδοξίες, τις ισορροπίες και τις ματαιοδοξίες των δήθεν «μετρημένων» επικριτών. Και, κατά τον ίδιο, όποιος στέκεται εμπόδιο σε αυτή τη δυναμική, στην πράξη εξυπηρετεί την αποστολή του ίδιου του Ερντογάν.
— Sinan Ciddi (@SinanCiddi) February 27, 2026