του Καθηγητή Μιχάλη Κ. Χουρδάκη
Βουλευτή Α΄ Θεσσαλονίκης, Εκπροσώπου Τύπου των «Δημοκρατές – Προοδευτικού Κέντρο»
Η δεύτερη εβδομάδα του πολέμου στον Περσικό Κόλπο διέψευσε τις αρχικές προσδοκίες για ταχεία εκτόνωση. Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ περί «άνευ όρων παράδοσης» του Ιράν δεν επιβεβαιώνονται από την πραγματικότητα του πεδίου. Αντίθετα, η κρίση παραμένει ανοιχτή, το ενδεχόμενο διεύρυνσης είναι υπαρκτό και η Ουάσιγκτον αναζητεί πλέον διεθνή συνδρομή για να παραμείνουν ανοικτά τα Στενά του Ορμούζ.
Αυτό είναι από μόνο του αποκαλυπτικό. Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική συζήτηση περί ασφάλειας της ναυσιπλοΐας, αλλά για προσπάθεια διάχυσης του κόστους και της ευθύνης μιας κρίσης που κλιμακώθηκε πρωτίστως από αμερικανικές επιλογές.
Το πρώτο σαφές συμπέρασμα είναι ότι η κρίση δεν κλείνει· βαθαίνει. Η κατάσταση δεν δείχνει κατάρρευση της ιρανικής βούλησης, αλλά συνέχιση της αντιπαράθεσης με περιφερειακές επιπτώσεις, απειλές κατά ενεργειακών υποδομών και διαρκή αβεβαιότητα για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Με απλά λόγια, όποιος εισέρχεται τώρα στο Ορμούζ δεν εισέρχεται σε μια ουδέτερη επιχείρηση αστυνόμευσης, αλλά σε ένα ενεργό πεδίο γεωπολιτικής κλιμάκωσης.
Το δεύτερο, και ίσως σημαντικότερο, συμπέρασμα αφορά την ενέργεια. Η πρώτη ανάγνωση της κρίσης ήθελε το βασικό γεωοικονομικό πλήγμα να κατευθύνεται προς την Κίνα. Όμως τα δεδομένα δείχνουν κάτι πιο σύνθετο: η Κίνα εμφανίζει μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης ενεργειακών κραδασμών, ενώ η Ευρώπη παραμένει πιο ευάλωτη στις ανατιμήσεις, στις διαταραχές των μεταφορών και στη γενικότερη ανασφάλεια της διεθνούς αγοράς ενέργειας.Πρόσφατη κινεζική έκθεση ανέφερε ότι η ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας αναμένεται να φτάσει το 84,6% το 2026, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εισαγόμενη ενέργεια.
Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν η Ευρώπη δεν είναι ο κύριος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, είναι εκείνη που κινδυνεύει να υποστεί το βαρύτερο «πολεμικό premium» σε τιμές, πληθωρισμό, μεταφορικό κόστος και ανταγωνιστικότητα. Η ασυμμετρία είναι προφανής: οι ΗΠΑ είναι κορυφαία ενεργειακή δύναμη, ενώ η Ευρώπη είναι πολύ πιο εκτεθειμένη στις συνέπειες μιας παρατεταμένης αναταραχής στον Κόλπο.
Για αυτό και η αμερικανική έκκληση για αποστολή πλοίων στο Ορμούζ δεν συνιστά ένα ουδέτερο σύστημα συλλογικής ασφάλειας. Συνιστά, στην πράξη, μεταφορά μέρους του στρατιωτικού και πολιτικού βάρους στους συμμάχους. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ευρωπαϊκό δίλημμα: αν αποδεχθεί χωρίς σαφή στρατηγικά όρια μια τέτοια εμπλοκή, κινδυνεύει να βρεθεί ταυτόχρονα ενεργειακά εκτεθειμένη και στρατιωτικά μπλεγμένη σε μια κρίση που δεν διαμόρφωσε η ίδια.
Υπό αυτή την έννοια, η ευρωπαϊκή στάση οφείλει να παραμείνει προσανατολισμένη στην αποκλιμάκωση, στην προστασία της ενεργειακής της ασφάλειας και στην άμυνα του ίδιου του ευρωπαϊκού χώρου. Κάθε βήμα πέρα από αυτό το όριο ενέχει τον κίνδυνο να μετατρέψει την Ευρώπη από παράγοντα σταθερότητας σε μέρος της στρατιωτικής επέκτασης της κρίσης.
Για την Ελλάδα, το συμπέρασμα είναι ακόμη πιο συγκεκριμένο. Η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να διαχέει στρατηγική προσοχή και επιχειρησιακούς πόρους σε ζώνες που υπερβαίνουν τον πυρήνα της άμεσης εθνικής και ευρωπαϊκής άμυνας. Η γεωγραφία και το πλέγμα των απειλών υπενθυμίζουν ότι το κέντρο βάρους της ελληνικής στρατηγικής παραμένει στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο και στην Κύπρο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για την επανενεργοποίηση, με σύγχρονους όρους, του ενιαίου αμυντικού δόγματος Ελλάδας-Κύπρου αποκτά εκ νέου σημασία. Όχι ως επιστροφή στο παρελθόν, αλλά ως υπενθύμιση ότι η ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική οφείλει να παραμένει προσηλωμένη εκεί όπου κρίνεται άμεσα η αποτροπή και η σταθερότητα του Ελληνισμού.
Τελικά, η κρίση στο Ορμούζ δεν είναι μόνο μια δοκιμασία για τη Μέση Ανατολή ή για τις αγορές ενέργειας. Είναι και ένας καθρέφτης στρατηγικής ωριμότητας για την Ευρώπη και την Ελλάδα. Δείχνει ποιοι παράγουν το κόστος, ποιοι καλούνται να το μοιραστούν και ποιοι κινδυνεύουν να το πληρώσουν δυσανάλογα.
Αυτό είναι και το βασικό δίδαγμα των τελευταίων εξελίξεων: η στρατηγική σοβαρότητα δεν μετριέται με τη βιασύνη συμμετοχής σε κάθε κρίση, αλλά με την ικανότητα διάκρισης ανάμεσα σε αυτό που είναι πράγματι ζωτικό και σε αυτό που επιχειρείται να παρουσιαστεί ως τέτοιο. Και για την Ελλάδα, αυτή η διάκριση παραμένει απολύτως καθαρή.