Σάλο προκάλεσε στα Ποσειδώνια διαφημιστική αφίσα τουρκικής ναυτιλιακής εταιρείας, η οποία παρουσίαζε τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων ως «Turkish Straits», δηλαδή «Τουρκικά Στενά», προκαλώντας αντιδράσεις επισκεπτών και αναζωπυρώνοντας μια ήδη υπαρκτή διπλωματική αντιπαράθεση Αθήνας–Άγκυρας.
Η αφίσα της τουρκικής εταιρείας πρακτόρευσης NetShip, που είχε τοποθετηθεί σε κεντρικό σημείο της διεθνούς ναυτιλιακής έκθεσης, μεταξύ των Hall 1 και 2, διαφήμιζε τις υπηρεσίες της με το μήνυμα: «Leading Independent Ship Agency in Turkish Straits». Κάτω από την αναφορά στα «Τουρκικά Στενά» υπήρχαν οι ονομασίες Βόσπορος, Τσανάκαλε και τα λιμάνια στα οποία δραστηριοποιείται η εταιρεία.
Το θέμα δεν είναι απλώς εμπορικό ή επικοινωνιακό. Η χρήση του όρου «Τουρκικά Στενά» έχει προκαλέσει ήδη αντιδράσεις από την ελληνική διπλωματία σε επίπεδο ΟΗΕ, καθώς η Αθήνα θεωρεί ότι ο όρος δεν προβλέπεται από καμία διεθνή συνθήκη και δεν έχει νομική βάση.
Η ελληνική θέση στηρίζεται στη Σύμβαση του Μοντρέ του 1936, η οποία αποτελεί το διεθνές νομικό κείμενο που ρυθμίζει το καθεστώς διέλευσης από την περιοχή. Στο επίσημο κείμενο της Σύμβασης δεν χρησιμοποιείται ο όρος «Τουρκικά Στενά». Αντιθέτως, γίνεται αναφορά στα Στενά των Δαρδανελίων, στη Θάλασσα του Μαρμαρά και στον Βόσπορο.
Για την Αθήνα, η ακρίβεια της ορολογίας δεν είναι τυπική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα διεθνούς δικαίου και ναυσιπλοΐας. Η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει σταδιακά τον όρο «Τουρκικά Στενά» σε διεθνείς οργανισμούς, εκθέσεις και θεσμικά κείμενα εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναθεωρητική στρατηγική.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, επιχειρεί να υποβαθμίσει τις ελληνικές ενστάσεις. Με επιστολή της προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, στις 8 Μαΐου 2026, χαρακτήρισε τις ελληνικές αντιρρήσεις «ατυχείς» και υποστήριξε ότι ο όρος «Τουρκικά Στενά» είναι καθιερωμένος και γεωγραφικά ακριβής. Παράλληλα, δηλώνει ότι σέβεται απαρέγκλιτα τη Σύμβαση του Μοντρέ.
Ωστόσο, η ελληνική ανησυχία είναι σαφής. Αν ένας διεθνής θαλάσσιος διάδρομος αρχίσει να παρουσιάζεται ως εθνική τουρκική υδάτινη οδός, τότε δημιουργείται πολιτικό και νομικό προηγούμενο. Μακροπρόθεσμα, μια τέτοια ορολογία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την Άγκυρα για να ενισχύσει τη θέση της περί αυξημένου ελέγχου, περιορισμών ή εθνικών κανόνων στη διέλευση πλοίων.
Η υπόθεση έχει και ευρύτερη διάσταση. Η Άγκυρα επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να επιβάλει τη δική της γλώσσα σε κρίσιμα γεωπολιτικά πεδία: «Γαλάζια Πατρίδα» στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αμφισβήτηση θαλάσσιων ζωνών, προβολή «δικαιωμάτων» σε περιοχές όπου ισχύουν διεθνείς συνθήκες. Η μάχη των όρων δεν είναι αθώα. Προηγείται συχνά της μάχης των τετελεσμένων.
Η NetShip είναι τουρκική εταιρεία ναυτιλιακών υπηρεσιών με έδρα την Κωνσταντινούπολη, δραστηριοποιείται σε τουρκικά λιμάνια και παρέχει υπηρεσίες πρακτόρευσης και ναυλώσεων. Είναι μέλος διεθνών και τουρκικών ναυτιλιακών φορέων και ειδικεύεται στη διέλευση πλοίων από τα Στενά. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει την ουσία της υπόθεσης: σε μια διεθνή έκθεση, επί ελληνικού εδάφους, χρησιμοποιήθηκε όρος που η ελληνική διπλωματία έχει ήδη απορρίψει ως νομικά ανυπόστατο.
Το περιστατικό στα Ποσειδώνια δείχνει ότι η τουρκική αναθεωρητική γλώσσα δεν περιορίζεται στα υπουργικά γραφεία ή στα στρατιωτικά επιτελεία. Περνά σε εκθέσεις, αφίσες, επιχειρηματικές πλατφόρμες και δημόσια επικοινωνία. Και αυτό ακριβώς είναι που το κάνει επικίνδυνο: η σταδιακή κανονικοποίηση μιας ορολογίας που επιχειρεί να ξαναγράψει το διεθνές πλαίσιο, ξεκινώντας από τις λέξεις.