Την εικόνα μιας ευρύτερης στρατιωτικής και γεωοικονομικής αναμέτρησης που ξεπερνά τα όρια της σύγκρουσης Ιράν-Ισραήλ και αγγίζει πλέον άμεσα την Ανατολική Μεσόγειο, την Ερυθρά Θάλασσα και τις παγκόσμιες αγορές, περιέγραψε στην τηλεόραση του ΣΙΓΜΑ ο δρ Διεθνών Σχέσεων Γιάννος Χαραλαμπίδης.
Με αναφορά σε χάρτες και επιχειρησιακά δεδομένα, ο κ. Χαραλαμπίδης υποστήριξε ότι στην περιοχή διαμορφώνεται ήδη μια ιδιότυπη ευρωπαϊκή ασπίδα, στην οποία συμμετέχουν ελληνικές, βρετανικές, ισπανικές, γαλλικές και ιταλικές δυνάμεις, με τη Γαλλία να διαθέτει και υποβρύχιο, ενώ η Ελλάδα συμμετέχει με δύο φρεγάτες και τέσσερα F-16. Όπως εξήγησε, αυτή η παρουσία συνιστά στην πράξη μια γραμμή προστασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία όμως δεν έχει την ίδια θεσμική υπόσταση με την ευρωπαϊκή επιχείρηση που λειτουργεί στην περιοχή του Bab el-Mandeb για την προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
Εκεί ακριβώς εντόπισε και ένα σοβαρό θεσμικό πρόβλημα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως τόνισε, ενώ στην Ερυθρά Θάλασσα υπάρχει θεσμοθετημένη αποστολή, στην Ανατολική Μεσόγειο δεν έχει ενεργοποιηθεί αντίστοιχος μηχανισμός, παρότι -όπως υπαινίχθηκε- μια χώρα με κεντρικό ρόλο στο ευρωπαϊκό πεδίο βρίσκεται υπό πίεση και απειλή. Κατά την ανάλυσή του, αυτή η ασυμμετρία αποκαλύπτει τα όρια της ευρωπαϊκής στρατηγικής συνοχής.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στις αμερικανικές κινήσεις στην περιοχή. Σύμφωνα με τον ίδιο, η μετακίνηση του USS Ford προς την Ερυθρά Θάλασσα δεν είναι τυχαία, αλλά συνδέεται ευθέως με την ανάγκη προστασίας των θαλάσσιων περασμάτων προς το Σουέζ. Εξήγησε ότι εάν οι Χούθι πιέσουν αποτελεσματικά και αυτά τα στενά, την ώρα που παραμένει ανοιχτό και το ενδεχόμενο ασφυξίας στο Ορμούζ, τότε η διεθνής οικονομία θα δεχθεί νέο βαρύ πλήγμα, όχι μόνο στην αγορά πετρελαίου αλλά στο σύνολο της εμπορικής αλυσίδας.
Όπως σημείωσε, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ανάγκαζε τη διεθνή ναυτιλία να παρακάμπτει την περιοχή μέσω του γύρου της Αφρικής, αυξάνοντας κατακόρυφα το κόστος μεταφοράς, τα ναύλα και τις τιμές αγαθών. Με αυτή τη λογική, ο πόλεμος δεν θα περιοριζόταν σε στρατιωτικό επίπεδο, αλλά θα μεταφερόταν ευθέως στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές κοινωνίες μέσω του οικονομικού κόστους και της πίεσης στις αγορές.
Στην ίδια παρέμβαση, ο κ. Χαραλαμπίδης ανέφερε ότι πέρα από το Lincoln και το Ford, στην περιοχή ενισχύεται η αμερικανική παρουσία και με το Tripoli, συνοδευόμενο από τα San Diego και New Orleans, ενώ αναμένεται και το George Bush στην Ανατολική Μεσόγειο. Κατά την εκτίμησή του, αυτή η συγκέντρωση ναυτικής και αεροπορικής ισχύος δείχνει ότι οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για επιχειρήσεις με βάθος εβδομάδων και με περισσότερους από έναν άξονες δράσης.
Την ίδια ώρα, περιέγραψε ως ιδιαίτερα κρίσιμο τον ρόλο της Ιορδανίας και του Ιράκ στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, ενώ στάθηκε και στη σκληρότητα των Φρουρών της Επανάστασης, τους οποίους χαρακτήρισε αξιόπιστο και ανθεκτικό αντίπαλο μέχρι στιγμής. Αυτή ακριβώς η αντοχή του ιρανικού μηχανισμού, όπως είπε, δίνει σε Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες το επιχείρημα ότι, από τη στιγμή που άρχισαν, δεν μπορούν να σταματήσουν χωρίς να επιδιώξουν καθαρό αποτέλεσμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ξεχώρισε η αναφορά του στο νησί Χαρκ, το οποίο χαρακτήρισε κομβικό νευραλγικό σημείο για τις εξαγωγές του ιρανικού πετρελαίου, καθώς από εκεί -όπως υποστήριξε- περνά το 90% της παραγωγής που εξάγει η Τεχεράνη. Επισήμανε μάλιστα ότι έχουν ήδη επιλεγεί και πληγεί στρατιωτικοί στόχοι στην περιοχή, που θεωρήθηκαν απειλή τόσο για τις χώρες του Κόλπου όσο και για την ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ.
Ο δρ Διεθνών Σχέσεων υπογράμμισε ότι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρήσουν σε χτυπήματα εναντίον των ίδιων των πετρελαϊκών υποδομών και αποθηκών του Ιράν, τότε δεν θα πρόκειται απλώς για στρατιωτική κλιμάκωση, αλλά για απόπειρα οικονομικού στραγγαλισμού μεγάλης διάρκειας. Ταυτόχρονα, προειδοποίησε ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να προκαλέσει σφοδρή ιρανική αντίδραση εναντίον πετρελαϊκών εγκαταστάσεων σε χώρες του Κόλπου, από το Κουβέιτ και το Κατάρ μέχρι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ομάν.
Κατά την εκτίμησή του, ένα τέτοιο χτύπημα δεν θα τιμωρούσε μόνο το Ιράν, αλλά θα έστελνε το κόστος σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία, προκαλώντας πιθανή εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου και βαριά πίεση στις δυτικές κοινωνίες. Γι’ αυτό και, όπως είπε, κάθε απόφαση της Ουάσιγκτον πρέπει να σταθμιστεί με όρους κόστους-οφέλους και όχι μόνο στρατιωτικής αποτελεσματικότητας.
Κλείνοντας, ο κ. Χαραλαμπίδης στάθηκε και στο επικοινωνιακό σκέλος της κρίσης. Όπως σημείωσε, το Ισραήλ παρουσιάζει τη σύγκρουση ως πόλεμο επιβίωσης που πρέπει να ολοκληρωθεί, ενώ αντίστοιχα και η ιρανική πλευρά μιλά με την ίδια λογική μέχρι τέλους. Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι τέτοιες διατυπώσεις εντάσσονται και στο πλαίσιο της επικοινωνιακής πολιτικής, αφού στο τέλος της ημέρας εκείνο που θα καθορίσει τις εξελίξεις είναι ο πραγματικός λογαριασμός κόστους και οφέλους και το κατά πόσο κάθε πλευρά θα βρει τρόπο να κάνει ένα βήμα πίσω χωρίς να εμφανιστεί ηττημένη.