breaking newsΔιεθνή

Πανικός στην Καμπούλ! Το Πακιστάν εξαπέλυσε αεροπορική επιδρομή κατά κέντρου απεξάρτησης τοξικομανών – Δεκάδες θύματα

Μαχητικά αεροσκάφη της Πολεμικής Αεροπορίας του Πακιστάν προχώρησαν αργά το βράδυ της Δευτέρας (σύμφωνα με την τοπική ώρα) σε μια σειρά σφοδρών αεροπορικών βομβαρδισμών εναντίον στόχων εντός της αφγανικής πρωτεύουσας. Ο κύριος στόχος αυτών των αεροπορικών επιδρομών, όπως ανακοινώθηκε επίσημα από την de facto κυβέρνηση του Αφγανιστάν, αποτέλεσε ένα μεγάλο κέντρο απεξάρτησης τοξικομανών. Η συγκεκριμένη στρατιωτική ενέργεια είχε ως άμεσο αποτέλεσμα να πληγούν εκατοντάδες άμαχοι πολίτες που βρίσκονταν στον χώρο. Σύμφωνα με το Al Jazeera, γίνεται λόγος για 400 νεκρούς.

Επιτόπιοι ανταποκριτές και δημοσιογραφικές ομάδες του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων (AFP), οι οποίοι μετέβησαν άμεσα στο σημείο της πολύνεκρης επίθεσης, διαπίστωσαν ιδίοις όμμασι την ύπαρξη δεκάδων θυμάτων, καταγράφοντας σκηνές χάους με νεκρούς και σοβαρά τραυματίες εγκλωβισμένους ανάμεσα στα συντρίμμια των κατεστραμμένων εγκαταστάσεων.

Αναφορικά με το συγκεκριμένο στρατιωτικό χτύπημα, η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία στο Ισλαμαμπάντ «στρατιωτικούς και τρομοκρατικούς στόχους».

Σύμφωνα με τις συγκλίνουσες αναφορές των ανταποκριτών των διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων που εδρεύουν στην περιοχή, οι πρώτες εξαιρετικά ισχυρές εκρήξεις στο κέντρο της Καμπούλ άρχισαν να καταγράφονται περίπου στις 21:00 τοπική ώρα (αντίστοιχη με 18:30 ώρα Κύπρου), προκαλώντας έντονη ανησυχία.

Το χρονικό σημείο κατά το οποίο εκδηλώθηκε η συγκεκριμένη αεροπορική επίθεση κρίνεται ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς συνέπεσε ακριβώς με τις τελευταίες ώρες πριν από την έναρξη των επίσημων εορτασμών για τη λήξη του ιερού μουσουλμανικού μήνα του Ραμαζανιού. Οι αιφνιδιαστικές πακιστανικές αεροπορικές επιδρομές προκάλεσαν, όπως ήταν αναμενόμενο, σκηνές εκτεταμένου πανικού και απόλυτου χάους στον ανυποψίαστο άμαχο πληθυσμό της πόλης. Ολόκληρες οικογένειες, οι οποίες εκείνη την ώρα πραγματοποιούσαν τον καθιερωμένο τους περίπατο σε εξωτερικούς χώρους λίγο πριν διακόψουν την ημερήσια νηστεία τους, αναγκάστηκαν να τραπούν σε άτακτη φυγή. Μέσα στον πανικό, αναζητούσαν εσπευσμένα ασφαλές καταφύγιο, είτε επιστρέφοντας άρον-άρον στις κατοικίες τους είτε καταφεύγοντας σε υπόγειους χώρους προκειμένου να προστατευθούν από τα συνεχιζόμενα εναέρια πλήγματα.

Τοποθετούμενος επίσημα επί του συμβάντος μέσω του προσωπικού του λογαριασμού στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X (πρώην Twitter), ο κεντρικός εκπρόσωπος της αφγανικής κυβέρνησης, Ζαμπιουλά Μουτζάχιντ, προέβη στην ακόλουθη κατηγορηματική δήλωση: «Το πακιστανικό καθεστώς για ακόμη μια φορά παραβίασε τον αφγανικό εναέριο χώρο και στοχοποίησε κέντρο απεξάρτησης στην Καμπούλ, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας πολυάριθμούς αμάχους, στην πλειονότητά τους τοξικομανείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία».

Συμπληρώνοντας την αρχική του τοποθέτηση και θέλοντας να δώσει περαιτέρω έμφαση στις συνέπειες της επίθεσης, ο ίδιος κυβερνητικός αξιωματούχος υπογράμμισε χαρακτηριστικά: «Καταδικάζουμε αυτό το έγκλημα και το χαρακτηρίζουμε απάνθρωπη πράξη που παραβιάζει κάθε ηθική αρχή».

Στον χώρο των πληγεισών ιατρικών εγκαταστάσεων, η κατάσταση περιγράφεται ως δραματική. Τα σωστικά συνεργεία και οι τραυματιοφορείς επιχειρούσαν αδιάκοπα υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, ανασύροντας και μεταφέροντας συνεχώς πτώματα προς τον εξωτερικό προαύλιο χώρο της μονάδας. Την ίδια στιγμή, ένα πολύ σημαντικό τμήμα του κτιριακού συγκροτήματος είχε ήδη καταρρεύσει ολοσχερώς εξαιτίας της σφοδρότητας των βομβαρδισμών.

Δεκάδες πτώματα

Οι ειδικοί απεσταλμένοι δημοσιογράφοι του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων που βρέθηκαν στο σημείο μηδέν, επιβεβαίωσαν οπτικά και μέτρησαν την ύπαρξη τουλάχιστον τριάντα σορών, οι οποίες βρίσκονταν διάσπαρτες εν μέσω των εκτεταμένων ερειπίων και των κατεστραμμένων υποδομών του κέντρου.

Παράλληλα με τις προσπάθειες ανάσυρσης των νεκρών, οι επιζήσαντες τραυματίες ούρλιαζαν και καλούσαν απεγνωσμένα σε βοήθεια. Ενόσω εκτυλίσσονταν αυτές οι τραγικές σκηνές, τα πληρώματα των ασθενοφόρων που κατέφθαναν κατά κύματα, προχωρούσαν στην άμεση παραλαβή και τη γρήγορη διακομιδή τους προς άλλα, ασφαλέστερα νοσηλευτικά ιδρύματα της αφγανικής πρωτεύουσας, προκειμένου να τους παρασχεθεί η απαραίτητη ιατρική περίθαλψη.

Στο πλαίσιο επίσημης ενημέρωσης που παρείχε προς το AFP, το Υπουργείο Υγείας του Αφγανιστάν γνωστοποίησε τα πρώτα συγκεντρωτικά στοιχεία, αναφέροντας πως, σύμφωνα με «προκαταρκτικές πληροφορίες, ο απολογισμός μπορεί να φτάσει τους 200 νεκρούς και τους 200 και πλέον τραυματίες».

Παρέχοντας επιπρόσθετες λεπτομέρειες για την ταυτότητα των θυμάτων, ο αρμόδιος εκπρόσωπος του εν λόγω υπουργείου διευκρίνισε ότι «δεν είναι δυνατόν να δώσουμε ακριβή αριθμό σε αυτό το στάδιο».

Λίγες ώρες αργότερα, ένας έτερος εκπρόσωπος της de facto αφγανικής κυβέρνησης προχώρησε σε μια ακόμη πιο δραματική και δυσοίωνη εκτίμηση της κατάστασης. Συγκεκριμένα, έκανε λόγο για ακόμη πιο «βαρύ απολογισμό», ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των θυμάτων στους 400 νεκρούς και τους 250 τραυματίες.

Βάσει των επίσημων στατιστικών στοιχείων που δόθηκαν στη δημοσιότητα από το Υπουργείο Υγείας, στο συγκεκριμένο, μεγάλης κλίμακας κέντρο απεξάρτησης, λάμβαναν νοσηλεία και ιατρική φροντίδα συνολικά 3.000 ασθενείς, οι οποίοι είχαν μεταφερθεί εκεί προερχόμενοι από διάφορες περιοχές ολόκληρης της αφγανικής επικράτειας.

Από την πλευρά του, ο Ντέγιαν Πάνιτς, διευθυντής ενός εκ των τοπικών νοσοκομείων που δέχθηκαν τον όγκο των περιστατικών, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι στις δικές τους ιατρικές εγκαταστάσεις διακομίστηκαν τουλάχιστον τρία πτώματα. Επιπλέον, ανέφερε ότι παρασχέθηκαν οι αναγκαίες ιατρικές φροντίδες σε 27 τραυματίες. Ο ίδιος αξιωματούχος, αξιολογώντας την κατάσταση, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο τελικός απολογισμός των θυμάτων να γίνει ακόμη πιο βαρύς τις επόμενες ώρες.

Λόγω της εξαιρετικής κρισιμότητας της κατάστασης και του μεγάλου όγκου των εισαγωγών, το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό της πόλης έλαβε κατεπείγουσα εντολή αργά το βράδυ της Δευτέρας. Η οδηγία απαιτούσε να μεταβούν εσπευσμένα και να αναλάβουν υπηρεσία σε πολλαπλά νοσοκομεία της Καμπούλ, προκειμένου να συνδράμουν στην αντιμετώπιση της κρίσης, όπως αποκάλυψε χαρακτηριστικά ένα μέλος του υγειονομικού προσωπικού, το οποίο ζήτησε να μην κατονομαστεί.

Περιγράφοντας με γλαφυρό τρόπο τις δραματικές στιγμές της αεροπορικής επίθεσης στους δημοσιογράφους του AFP, ο Ομίντ Στανικζάι, ο οποίος εκτελούσε χρέη φύλακα στις πληγείσες εγκαταστάσεις, ανέφερε τα εξής: «Άκουσα στρατιωτικό αεροσκάφος από πάνω μας. Στρατιωτικές μονάδες σε μικρή απόσταση πυροβόλησαν εναντίον του. Έριξε βόμβες και ξέσπασε πυρκαγιά».

Εμφανώς σοκαρισμένος και βαθιά συγκλονισμένος από το μέγεθος της καταστροφής που εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια του, ο ίδιος εργαζόμενος συμπλήρωσε: «Οι νεκροί και οι τραυματίες είναι όλοι άμαχοι, τοξικομανείς που τους έφεραν οι οικογένειές τους με την ελπίδα πως θα θεραπεύονταν».

«Ανοικτός πόλεμος»

Αναφορικά με το επιχειρησιακό σκεπτικό και τη στόχευση των συγκεκριμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων, οι αρμόδιες πακιστανικές αρχές υποστήριξαν ότι διεξήγαγαν «ακριβείας» εναντίον «στρατιωτικών εγκαταστάσεων» και «υποδομών υποστήριξης τρομοκρατών», οι οποίοι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ισλαμαμπάντ, δρουν «εναντίον πακιστανών αμάχων».

Σε σχετική επίσημη ανακοίνωση που εξέδωσε για το ζήτημα, το Υπουργείο Πληροφοριών με έδρα το Ισλαμαμπάντ προσέθεσε την ακόλουθη διευκρίνιση: «Το Πακιστάν έπληξε τους στόχους με ακρίβεια και σιγουρεύτηκε ότι δεν υπήρξαν παράπλευρες απώλειες».

Το ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό και οι διμερείς σχέσεις μεταξύ των δύο γειτονικών κρατών χαρακτηρίζονται από πολύμηνες και εντεινόμενες εχθροπραξίες. Η κυβέρνηση του Πακιστάν προσάπτει σταθερά στο Αφγανιστάν τη σοβαρή κατηγορία ότι προσφέρει ένα ασφαλές καταφύγιο, καθώς και ουσιαστική υλικοτεχνική υποστήριξη, στο Κίνημα των Ταλιμπάν στο Πακιστάν (ΚΤΠ). Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη ένοπλη οργάνωση έχει αναλάβει επανειλημμένα την ευθύνη για μια ατελείωτη σειρά αιματηρών και πολύνεκρων ενεργειών που έχουν λάβει χώρα εντός της πακιστανικής επικράτειας. Από την πλευρά της, η ηγεσία στην Καμπούλ διαψεύδει κατηγορηματικά και σε κάθε τόνο τους εν λόγω ισχυρισμούς.

Έπειτα από μια περίοδο ιδιαίτερα έντονης στρατιωτικής κλιμάκωσης που καταγράφηκε τον περασμένο Οκτώβριο, η οποία άφησε πίσω της δεκάδες νεκρούς εκατέρωθεν, η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων κόπασε σε κάποιο βαθμό, χωρίς ωστόσο οι εχθροπραξίες να σταματήσουν ποτέ ολοκληρωτικά. Η διμερής σύγκρουση αναζωπυρώθηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα την 26η Φεβρουαρίου, όταν το Πακιστάν εξαπέλυσε ένα νέο κύμα αεροπορικών βομβαρδισμών. Σε εκείνη την κρίσιμη συγκυρία, το Ισλαμαμπάντ έκανε επίσημα λόγο για «ανοικτό πόλεμο», προχωρώντας στην αποστολή μαχητικών αεροσκαφών με ρητή εντολή να πλήξουν επιλεγμένους στόχους στην ευρύτερη περιοχή της Καμπούλ.

Σύμφωνα με τα αναλυτικά και επίσημα δεδομένα που συγκέντρωσε η Αποστολή Αρωγής των Ηνωμένων Εθνών στο Αφγανιστάν (UNAMA) με χρονικό ορίζοντα έως την 13η Μαρτίου, οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες που ξεκίνησαν από την 26η Φεβρουαρίου έχουν κοστίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 75 Αφγανούς αμάχους. Ανάμεσα στα θύματα αυτά συγκαταλέγονται, δυστυχώς, και δεκάδες μικρά παιδιά. Παράλληλα με τις ανθρώπινες απώλειες, η ίδια αξιόπιστη πηγή αναφέρει ότι η παρατεταμένη ένοπλη σύγκρουση έχει προκαλέσει τους εξαναγκαστικούς και βίαιους εκτοπισμούς 115.000 οικογενειών σε διάφορες περιοχές στο Αφγανιστάν.

Παρεμβαίνοντας θεσμικά στις ραγδαίες εξελίξεις, ο Ειδικός Εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για το Αφγανιστάν, Ρίτσαρντ Μπένετ, δήλωσε δημόσια μέσω του λογαριασμού του στην πλατφόρμα X «συγκλονισμένος» για τους πρόσφατους βομβαρδισμούς, ζητώντας να υπάρξουν «θάνατοι αμάχων». Παράλληλα με αυτό το αίτημα, εξέφρασε «συλλυπητήρια», απευθύνοντας μια αυστηρή και ξεκάθαρη έκκληση και προς τα δυο εμπλεκόμενα μέρη να λάβουν άμεσα και ουσιαστικά μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα υπάρξει «αποκλιμάκωση» και «να προστατεύουν τους αμάχους και πολιτικές υποδομές όπως τα νοσοκομεία».

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών, οι συνεχείς αεροπορικοί βομβαρδισμοί που εξαπολύθηκαν με ορμητήριο τις παραμεθόριες επαρχίες, οι οποίες βρίσκονται στο ανατολικό και στο νότιο τμήμα της χώρας, είχαν ως τραγικό και άμεσο απολογισμό τον θάνατο πολυάριθμων αμάχων πολιτών.

Σε αμιγώς διπλωματικό επίπεδο, η κυβέρνηση στο Πεκίνο προχώρησε χθες στην επίσημη ανακοίνωση ότι ένας ειδικός απεσταλμένος της Κίνας μετέβη στο Πακιστάν, παραμένοντας εκεί κατά το χρονικό διάστημα από την 7η ως τη 14η Μαρτίου. Ο κύριος σκοπός αυτής της κρίσιμης επίσκεψης ήταν η ανάληψη μιας ενεργού μεσολαβητικής προσπάθειας, αποπειρώμενος να γεφυρώσει το χάσμα και καλώντας επιτακτικά να κηρυχθεί μια βιώσιμη κατάπαυση του πυρός μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων κρατών.

Αναλύοντας σε βάθος τη γεωπολιτική διάσταση της σοβαρής αυτής κρίσης, ο ειδικός αναλυτής Μάικλ Κούγκελμαν σχολίασε χαρακτηριστικά: «Οι διπλωματικές προσπάθειες των τελευταίων μηνών απέτυχαν» και καθώς «οι χώρες δικό τους πόλεμο», η Κίνα ανέλαβε μεν μια σημαντική διπλωματική πρωτοβουλία αλλά «δεν είχε και πολλή επιτυχία». Μέσα από την τοποθέτησή του, ο ίδιος αναλυτής προεξόφλησε με βεβαιότητα πως η τρέχουσα στρατιωτική σύγκρουση δεν πρόκειται να τερματιστεί σύντομα.

Τέλος, το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα (ΠΕΠ) του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, το οποίο έχει ήδη αρχίσει να διανέμει κατεπείγουσα ανθρωπιστική βοήθεια σε 20.000 εξαναγκαστικά εκτοπισμένες οικογένειες που επλήγησαν από τις συγκρούσεις, εξέδωσε μια εξαιρετικά αυστηρή προειδοποίηση. Ο διεθνής οργανισμός τόνισε με έμφαση ότι αν η «αστάθεια» συνεχιστεί, «εκατομμύρια άνθρωποι θα υποφέρουν ακόμη περισσότερο ».

 

Back to top button