breaking newsΔιεθνή

Μνήμη Μιχαήλ Καραολή, μάρτυρος της ελευθερίας

Γράφει ο Γιάννης Πεγειώτης

ΜΝΗΜΗ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΡΑΟΛΗ, ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
ΕΙΣ ΤΑΠΕΙΝΟΝ ΤΑΒΕΡΝΕΙΟΝ

Μας αδίκησαν, αδελφέ… Την νήσον ούλλην και τον λαόν της.
……………….

Τα βράδια με βροχή εισβάλλουν στα ταβερνεία κάτι ψυχές μοναχικές και, στον πάγκο που για ούλλους έχει μια καρέκλα ψηλή κι έναν ποτήριν κρασίν, μια ζιβανία ή έναν παλιόν κονιάκ με πάγον και με όνομα παλαιόν πρωτινόν. Σαν τότε στο χωρκόν, παρέα με το οφτόν του Καψάλου ή του Φάνη και του παππού του Χρίστου…

Τα επόμενα ποτά εν που τον Αντώνη, εξηγεί ο ταβερνιάρης με φωνήν σταθερήν και ευγενήν συνάμα…

Αίφνης εισβάλλει ο γηραιός διδάσκαλος, ετών ογδόντα τριών, παραγγέλλει το βεσόπε του με κουλούμπρα αλατισμένην και την δροσίζει με μπόλικον λεμόνιν κυπριακόν. Είναι απίστευτο πώς καταλαβαίνει τα λεμόνια εισαγωγής. «Ταβερνιάρη», αναφωνεί, «δεν ζητήσαμεν λεμόνια Λαπήθου. Τουλάχιστον τα του Φασουρίου είναι αποδεκτά».

Προτού πάρω ανάσα, με εγκλωβίζει με την ευγενήν του ερώτηση, απαγγέλλοντας:

Τῆς δεινῆς στρατοκρατίας
οἱ χυδαῖοι αρχηγοί
πόσο ἀκόμα μέ τά ὅπλα
θά ματώσουνε τή γῆ;

«Ποιος απαγγέλλει τους στίχους αυτούς, νεαρέ διδάσκαλε;»

Και όσο κι αν προσπαθώ να τον πείσω πως δεν είμαι ο εικοσαετής διδασκαλιστής που συνάντησεν στο προσφυγικόν Δημοτικόν Σχολείον Αγίου Κασσιανού, παρά το Γυμνάσιο Παλλουριώτισσας, στην γραμμή ακριβώς της καταπαύσεως πυρός, ένθεος και προβληματισμένος, σύννους διά την άγνοιά μου, αιφνιδιάζουμαι εκ της απαντήσεώς του.

«Μιχαήλ Καραολής, διδάσκαλε ημιμαθή και ακριβέ…

Ταβερνιάρη, κόμιζε τον οίνον δι’ εμέ και τον νεαρόν. Να πκιούμεν εις υγείαν του Μιχάλη μας…»

Στο τρίτον ποτήριν τον παίρνει το κλάμαν.

«Μας αδίκησαν, συνάδελφε. Την νήσον ούλλην και τον λαόν της.
Προπάντων τους λεβέντες…

Ο Μιχάλακης, συνάδελφε… Δεν τον άφηναν να κοιμηθεί στις έσχατές του ημέρες. Και δεν επέτρεψαν να ’ρτει ο αρφός του να τον δει. Τον ηδίκησαν εκατοντάκις επτά. Ήτο αθώος, συνάδελφε…

Εις υγείαν του…»

 

Back to top button