Γράφει ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΓΕΙΩΤΗΣ
Ο ριζιμιός άνθρωπος εν απλά της Κύπρου άθρωπος. Έλληνας, χωρίς πολλές εξηγήσεις. Άμα σ’ ακούει να λαλείς κάτι μυστήρια περί εθνικισμού του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, του Κυριάκου Μάτση και του Γρηγόρη Αυξεντίου, γυρίζει με συγκατάβαση σελίδα, ώσπου να ’βρεις το φως των αμμαθκιών σου, αν το ’βρεις ποττέ.
Ο ριζιμιός ο άθρωπος της Κύπρου χορεύκει καρτσιλαμάες με τον τρόπον του Μακρυγιάννη. Ένεν ψευτικός, στημένα παλέττα τρία, τέσσερα, ένα, δύο, οκτώ, καρτζίν, καρτζίν. Χορεύκει με βαρετήν πατημασιάν, με καρτζίν συντρόφον, με βήμα ταπεινόν, λεβέντικον.
Ο ριζιμιός ο άθρωπος της νήσου έσιει σέβος τζιαι εύλαλην σιωπήν. Ξέρει πως το χωρκόν του είσιεν τζιαι έσιει εκκλησιάν. Μεν του πειράξεις τον Άγιόν του, του χωρκού του ή της γειτονιάς του.
Τες νύχτες μες το πάος κάποιοι ριζιμιοί εφκάλλαν σκοπιές στες ερημιές, για να συβράζουν κάποιοι στα μετόπισθεν μες τες σόπες για έσσω τους. Τζιαι τωρά να κρίνουν τον Κυριάκον Μάτσην χωρίς να έχουν μελετήσει μιαν του βίου του σελίδαν…
Ο ριζιμιός ο Κυπριώτης εν ένας αρκοτέρατσος πας τους ρότσους που παλεύκαν οι παππούες μας να σπύρουν, να θερίσουν.
Ο ριζιμιός ο άθρωπος της σήμερον, αντί να πκιάννει την καταλαλιάν εργολαβίαν, αφτεί έναν λύχνον μες το σκότος των ημερών. Ταΐζει δέκα μωρά πεινασμένα, παραστέκει νου φτωχού τζιαι εν ηξέρει τες καλοσύνες του μήτε η μάνα του μήτε η θκειά του.
Τες νύχτες προσεύχεται που τ’ αλήθκεια τζιαι για τους διώχτες του, τζιαι για όσους κατηγορούν τα φώτα τα γρουσά των παππογονικών μας.
Ο πρωτινός ο άθρωπος, η ρίζα της Κύπρου.