breaking newsΔιεθνή

Αμερικανική ομολογία! Το Ισραήλ παρέσυρε τις ΗΠΑ σε πόλεμο – Η παραίτηση του Κεντ που μαρτυρά πολλά

Σοβαρούς πολιτικούς και γεωπολιτικούς κραδασμούς προκαλεί το περιεχόμενο επιστολής και σχετικής δημόσιας ανακοίνωσης που αποδίδονται στον Τζόζεφ Κεντ, διευθυντή του National Counterterrorism Center των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς σε αυτά διατυπώνονται ευθείες αιχμές ότι ο πόλεμος κατά του Ιράν δεν προέκυψε από άμεση απειλή προς την Αμερική, αλλά από πίεση που ασκήθηκε από το Ισραήλ και το ισχυρό φιλοϊσραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ.

Η επιστολή με τα λογότυπα του Director of National Intelligence και του National Counterterrorism Center απευθύνεται προσωπικά στον πρόεδρο Τραμπ. Σε αυτήν, ο Κεντ δηλώνει ότι, ύστερα από πολλή σκέψη, αποφάσισε να παραιτηθεί από τη θέση του διευθυντή του Εθνικού Αντιτρομοκρατικού Κέντρου, με άμεση ισχύ. Το βασικό επιχείρημα της παραίτησής του είναι ότι δεν μπορεί, όπως αναφέρει, «με καθαρή συνείδηση» να στηρίξει τον συνεχιζόμενο πόλεμο στο Ιράν.

Το πιο σκληρό σημείο της επιστολής βρίσκεται στην ανοιχτή διατύπωση ότι το Ιράν «δεν αποτελούσε άμεση απειλή» για τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι είναι σαφές πως η Ουάσιγκτον οδηγήθηκε σε αυτόν τον πόλεμο λόγω πίεσης από το Ισραήλ και από το ισχυρό αμερικανικό λόμπι που το στηρίζει. Πρόκειται για διατύπωση εξαιρετικά βαριά, καθώς δεν αφήνει περιθώρια για διπλωματικές υπεκφυγές και αποδίδει την εμπλοκή των ΗΠΑ όχι σε εθνική ανάγκη, αλλά σε εξωτερική πολιτική και εσωτερική πίεση.

Στο ίδιο κείμενο, ο Κεντ φέρεται να υπενθυμίζει στον Τραμπ ότι στις εκλογικές του καμπάνιες, αλλά και στην πρώτη του θητεία, είχε υποστηρίξει μια διαφορετική προσέγγιση: ότι οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή ήταν παγίδα, που κόστιζε στις Ηνωμένες Πολιτείες ζωές και πλούτο. Μάλιστα, του αναγνωρίζει ότι στην πρώτη του θητεία κατάλαβε καλύτερα από κάθε σύγχρονο πρόεδρο πώς να χρησιμοποιεί στρατιωτική ισχύ χωρίς να σέρνει τη χώρα σε ατελείωτους πολέμους.

Η επιστολή πηγαίνει ακόμη πιο πέρα, κάνοντας λόγο για οργανωμένη εκστρατεία παραπληροφόρησης από υψηλόβαθμους Ισραηλινούς αξιωματούχους και ισχυρούς παράγοντες των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο που αποδίδεται στον Κεντ, αυτή η εκστρατεία υπονόμευσε την πλατφόρμα «America First», καλλιέργησε πολεμικό κλίμα και έπεισε την αμερικανική ηγεσία ότι το Ιράν αποτελούσε άμεση απειλή και ότι έπρεπε να χτυπηθεί αμέσως, με την υπόσχεση μάλιστα μιας γρήγορης νίκης. Ο ίδιος χαρακτηρίζει αυτή την αφήγηση ψευδή και τη συγκρίνει με την τακτική που, όπως λέει, ακολουθήθηκε και στην περίπτωση του πολέμου στο Ιράκ.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και το προσωπικό στοιχείο που περιλαμβάνει το κείμενο. Ο Κεντ παρουσιάζεται να δηλώνει ότι, ως βετεράνος με 11 αποστολές μάχης και ως σύζυγος γυναίκας που σκοτώθηκε σε πόλεμο, δεν μπορεί να αποδεχθεί την αποστολή μιας νέας γενιάς Αμερικανών σε μια σύγκρουση που, όπως υποστηρίζει, δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του αμερικανικού λαού ούτε δικαιολογεί το κόστος σε αμερικανικές ζωές.

Στο τέλος της επιστολής, ο φερόμενος ως συντάκτης καλεί τον πρόεδρο Τραμπ να αναλογιστεί τι ακριβώς κάνουν οι ΗΠΑ στο Ιράν και για λογαριασμό ποιου το κάνουν, υπογραμμίζοντας ότι αυτή είναι η στιγμή για τολμηρές αποφάσεις. Του αποδίδει την ευθύνη της τελικής επιλογής, λέγοντας ουσιαστικά ότι είτε μπορεί να αλλάξει πορεία είτε θα επιτρέψει στη χώρα να γλιστρήσει ακόμη πιο βαθιά στο χάος και στην παρακμή.

Παράλληλα με την επιστολή, παρατίθεται και σύντομη ανακοίνωση στην οποία ο Κεντ εμφανίζεται να επαναλαμβάνει την απόφασή του να παραιτηθεί από τη θέση του διευθυντή του National Counterterrorism Center, δηλώνοντας ξανά ότι δεν μπορεί να στηρίξει τον συνεχιζόμενο πόλεμο στο Ιράν και ότι το Ιράν δεν συνιστούσε άμεση απειλή για τις ΗΠΑ. Στην ίδια ανακοίνωση εκφράζει την τιμή που θεωρεί ότι είχε υπηρετώντας υπό τον πρόεδρο και την επικεφαλής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.

Αν τα παραπάνω ανταποκρίνονται πλήρως σε επίσημη αμερικανική τοποθέτηση, τότε πρόκειται για μια εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη, που υπερβαίνει τα όρια μιας απλής παραίτησης. Πρόκειται για εσωτερική καταγγελία από κορυφαίο αξιωματούχο εθνικής ασφάλειας, με ευθεία πολιτική και στρατηγική μομφή προς την επιλογή πολέμου. Και πάνω απ’ όλα, πρόκειται για μια διατύπωση που, αν σταθεί πολιτικά και θεσμικά, ενισχύει δραματικά την άποψη ότι η Ουάσιγκτον δεν κινήθηκε με αποκλειστικό γνώμονα τα δικά της εθνικά συμφέροντα, αλλά υπό το βάρος ξένης επιρροής και εσωτερικών πιέσεων.

Back to top button