Οι νάρκες, τα εκρηκτικά υπολείμματα πολέμου και οι αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί μηχανισμοί εξακολουθούν να μετατρέπουν τη Συρία σε ένα απέραντο πεδίο θανάτου για τους αμάχους, ακόμη και μακριά από τα ενεργά μέτωπα. Νέα ενημέρωση της Πρωτοβουλίας Ευθύνης Δράσης κατά των Ναρκών της Συρίας, σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Ασφάλειας ΜΚΟ (INSO), καταγράφει με σκληρούς αριθμούς το μέγεθος της απειλής αλλά και τον δύσκολο αγώνα αποναρκοθέτησης που συνεχίζεται μέσα σε συνθήκες ανασφάλειας, διοικητικών εμποδίων και χρόνιας υποχρηματοδότησης.
Σύμφωνα με την έκθεση για την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 2025 έως τον Μάρτιο του 2026, η μόλυνση από εκρηκτικά πυρομαχικά παραμένει ένας από τους σοβαρότερους κινδύνους προστασίας για τον άμαχο πληθυσμό σε ολόκληρη τη Συρία. Μόνο στο διάστημα από 1η Δεκεμβρίου 2025 έως 28 Φεβρουαρίου 2026 καταγράφηκαν 186 περιστατικά που σχετίζονται με εκρηκτικά κατάλοιπα πολέμου και άλλους εκρηκτικούς μηχανισμούς, με αποτέλεσμα 298 θύματα μεταξύ αμάχων. Από αυτούς, 112 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και 186 τραυματίστηκαν.
Τα περιστατικά δεν περιορίζονται σε πρώην ή νυν εμπόλεμες ζώνες. Αντιθέτως, καταγράφονται μέσα σε κατοικημένες περιοχές, σε αγροτικές εκτάσεις, πάνω σε δρόμους διέλευσης και σε περιβάλλοντα κοντά στις γραμμές επαφής. Αυτό ακριβώς αποκαλύπτει και τη βαθιά, επίμονη φύση της απειλής: ο θάνατος παραμένει θαμμένος στο έδαφος, περιμένοντας τον γεωργό που θα πάει να καλλιεργήσει, τον κτηνοτρόφο που θα βγάλει το κοπάδι του, ή το παιδί που θα παίξει στην αυλή ή σε έναν ανοιχτό χώρο.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι άμαχοι είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι ακριβώς την ώρα που προσπαθούν να ξαναστήσουν τη ζωή τους. Η γεωργία, η βόσκηση, η μετακίνηση σε αγροτικούς δρόμους, ακόμη και η καθημερινότητα σε οικισμούς, γίνονται πεδία θανάσιμου κινδύνου. Τα παιδιά παραμένουν ανάμεσα στα πιο ευάλωτα θύματα, αφού έρχονται σε επαφή με εκρηκτικά αντικείμενα σε χώρους κατοικίας και ψυχαγωγίας, συχνά χωρίς να αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο.
Παρά το εχθρικό περιβάλλον, οι εταίροι της δράσης κατά των ναρκών συνέχισαν το έργο τους. Κατά την περίοδο αναφοράς, ερεύνησαν περισσότερα από 6,4 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα γης, απομάκρυναν με ασφάλεια 898 εκρηκτικά αντικείμενα και πραγματοποίησαν περισσότερες από 6.100 συνεδρίες εκπαίδευσης για τον κίνδυνο εκρηκτικών πυρομαχικών, καλύπτοντας πάνω από 139.000 ανθρώπους. Παράλληλα, διευκολύνθηκαν 303 παραπομπές επιζώντων, ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση σε ιατρικές υπηρεσίες και υπηρεσίες αποκατάστασης.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς κρύβεται μια κρίσιμη ανθρωπιστική μάχη. Η αποναρκοθέτηση δεν είναι μόνο τεχνική διαδικασία απομάκρυνσης εκρηκτικών. Είναι προϋπόθεση επιστροφής στην κανονικότητα, στην αγροτική παραγωγή, στην επαναλειτουργία δρόμων, σχολείων και κοινοτήτων. Είναι ο όρος για να μπορέσει ένας άνθρωπος να ξαναπατήσει με ασφάλεια στο χώμα του τόπου του.
Ωστόσο, η επιχειρησιακή ικανότητα παραμένει περιορισμένη, ιδιαίτερα στη βόρεια Συρία. Η έκθεση κάνει λόγο για σοβαρές διοικητικές καθυστερήσεις, απαιτήσεις αδειοδότησης και έλλειψη προβλέψιμης χρηματοδότησης, στοιχεία που επιβραδύνουν ή και μπλοκάρουν το έργο στο πεδίο. Με απλά λόγια, ακόμη και όταν υπάρχει η τεχνογνωσία και η βούληση, η αποναρκοθέτηση συναντά εμπόδια που αφήνουν τους αμάχους εκτεθειμένους.
Για αυτόν τον λόγο, οι συντάκτες της ενημέρωσης τονίζουν πως απαιτείται ενίσχυση των επενδύσεων, βελτίωση της επιχειρησιακής πρόσβασης και απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών, ώστε οι ομάδες δράσης να μπορέσουν να μειώσουν την απειλή για τους αμάχους και να στηρίξουν ουσιαστικά την αποκατάσταση της χώρας.
Η έκθεση συντάχθηκε από την Περιοχή Ευθύνης Δράσης κατά των Ναρκών της Συρίας, σε συνεργασία με το INSO, του οποίου η συνδρομή στην επαλήθευση των δεδομένων για τα θύματα θεωρείται καθοριστική για να αποτυπωθεί η πραγματική έκταση της καταστροφής. Το INSO, που γεννήθηκε μέσα από τις σκληρές εμπειρίες του Αφγανιστάν, έχει εξελιχθεί σε βασικό κρίκο στον συντονισμό ασφάλειας των ΜΚΟ σε χώρες υψηλού κινδύνου, ακριβώς επειδή χωρίς ασφαλή και καλά συντονισμένη παρουσία, ούτε η ανθρωπιστική βοήθεια ούτε η αποναρκοθέτηση μπορούν να προχωρήσουν.
Σε ευρύτερο επίπεδο, η δράση κατά των ναρκών εντάσσεται στο πλαίσιο του Global Protection Cluster και συντονίζεται σε ανθρωπιστικές κρίσεις από την Περιοχή Ευθύνης Δράσης κατά των Ναρκών. Ο στόχος είναι να εξασφαλίζονται προβλέψιμες, υπεύθυνες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις, που περιλαμβάνουν όχι μόνο τον εντοπισμό και την εξουδετέρωση εκρηκτικών, αλλά και την εκπαίδευση των κοινοτήτων και τη στήριξη όσων έχουν ήδη τραυματιστεί, σωματικά ή ψυχικά.
Η UNMAS, η Υπηρεσία Δράσης κατά των Ναρκών των Ηνωμένων Εθνών, παραμένει ο κεντρικός παγκόσμιος πυλώνας αυτού του έργου, φέρνοντας μαζί Γραμματεία του ΟΗΕ, ταμεία, προγράμματα, ΜΚΟ και ακαδημαϊκά ιδρύματα. Στόχος είναι να μην αντιμετωπίζεται η νάρκη ως ένα απλό στρατιωτικό κατάλοιπο, αλλά ως διαρκής ανθρωπιστική απειλή που σκοτώνει, ακρωτηριάζει, τρομοκρατεί και παραλύει κοινωνίες ολόκληρες.
Η μεγάλη εικόνα είναι ζοφερή. Μετά από μια περίοδο σχετικής υποχώρησης παγκοσμίως, τα θύματα από εκρηκτικά πυρομαχικά αυξάνονται και πάλι από το 2013 και μετά. Τα τελευταία χρόνια, νάρκες, πυρομαχικά διασποράς, εκρηκτικά κατάλοιπα πολέμου και αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί μηχανισμοί σκοτώνουν ή τραυματίζουν κατά μέσο όρο 20 ανθρώπους την ημέρα. Πολλοί από όσους επιβιώνουν, μένουν με δια βίου αναπηρίες και βαθύ ψυχολογικό τραύμα.
Στη Συρία, αυτή η παγκόσμια στατιστική αποκτά πρόσωπο, τόπο και τραγική διάρκεια. Το πρόβλημα δεν είναι παρελθόν. Είναι παρόν. Και όσο καθυστερεί η αποναρκοθέτηση, κάθε χωράφι, κάθε μονοπάτι, κάθε αυλή μπορεί να γίνει ο τόπος της επόμενης τραγωδίας.