Ο αγροτικός κόσμος στην Ελλάδα βρίσκεται, όπως περιγράφεται, σε «οριακές συνθήκες», με την κρίση του πρωτογενούς τομέα να μετατρέπεται σε ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα που –κατά την εκτίμηση του διευθυντή του «Δρόμου της Αριστεράς»– τροφοδοτεί μια υπαρξιακή κρίση για τη χώρα.
Ο Ρούντι Ρινάλντι υποστηρίζει ότι το αγροτικό ζήτημα δεν είναι ένα ακόμη επεισόδιο διαμαρτυρίας, αλλά σύμπτωμα μιας βαθύτερης διάλυσης: μιλά για σταδιακή αποδυνάμωση και «διάλυση» του πρωτογενούς τομέα προς όφελος «μεγάλων μονοπωλίων της διατροφικής αλυσίδας», με αποτέλεσμα –όπως σημειώνει– η γη και το ζωικό κεφάλαιο να φεύγουν από τα χέρια αγροτών και κτηνοτρόφων. Σε αυτό το πλαίσιο, θέτει ως κεντρικό διακύβευμα τη διατροφική επάρκεια της κοινωνίας, η οποία, κατά την ανάλυσή του, υπονομεύεται όσο ο παραγωγικός ιστός συρρικνώνεται και η παραγωγή συγκεντρώνεται.
Παράλληλα, ο διευθυντής του «Δρόμου της Αριστεράς» μεταφέρει τη συζήτηση από το καθαρά οικονομικό επίπεδο στο πολιτικό, υποστηρίζοντας ότι οι λύσεις δεν μπορούν να προκύψουν ούτε από «προσωποπαγείς πολιτικές προτάσεις» ούτε από ένα πολιτικό σύστημα που χαρακτηρίζει «γεμάτο σήψη». Αντίθετα, εισηγείται μια «άλλου τύπου εναλλακτική πολιτική πρόταση», στην οποία –όπως λέει– οι εξελίξεις θα καθοριστούν μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, με την κοινωνία να παίρνει πιο ενεργό ρόλο στις αποφάσεις και στον έλεγχο της πολιτικής εκπροσώπησης.
Στο ίδιο σκεπτικό, ο Ρινάλντι συνδέει το αγροτικό κίνημα με μια αλυσίδα κοινωνικών και πολιτικών εντάσεων που έχουν αναδειχθεί το τελευταίο διάστημα: από το «κίνημα των Τεμπών» μέχρι τους αγρότες, από τη νεολαία μέχρι αυτό που περιγράφει ως «εργασιακό μεσαίωνα», από την καταστροφή του δημόσιου χώρου μέχρι –όπως τονίζει– την «ευθεία απειλή περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας». Κατά την άποψή του, αυτές οι εστίες δυσαρέσκειας δεν πρέπει να παραμείνουν αποσπασματικές, αλλά να ενωθούν σε ένα ενιαίο κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα.
Η πρόταση που περιγράφει συνοψίζεται στην ανάγκη για πολιτικές που θα εκφράσουν «νέα, άφθαρτα και καταρτισμένα πρόσωπα», τα οποία –όπως σημειώνει– θα λογοδοτούν στην κοινωνία και θα εφαρμόζουν επιλογές που θα έχουν αποφασιστεί συλλογικά. Σε αυτή τη λογική, το αγροτικό ζήτημα λειτουργεί ως καταλύτης: όχι μόνο ως διεκδίκηση για κόστος παραγωγής, εισόδημα και επιβίωση στην ύπαιθρο, αλλά ως πεδίο που ανοίγει συνολικά τη συζήτηση για το μοντέλο ανάπτυξης, τη συγκέντρωση ισχύος στην αγορά τροφίμων και την πολιτική εκπροσώπηση σε μια περίοδο αυξανόμενης κοινωνικής πίεσης.