breaking newsΔιεθνή

Μάζης: Αν θες να ελέγξεις το Ορμούζ, θα έχεις πολλά φέρετρα

Στην πολυεπίπεδη φύση του πολέμου Ισραήλ – Ιράν, στη δομή αντοχής του ιρανικού καθεστώτος, αλλά και στο βαθύτερο στρατηγικό παιχνίδι των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη και το ΝΑΤΟ, στάθηκε ο καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής Θεωρίας του ΕΚΠΑ, Ιωάννης Μάζης, μιλώντας στην τηλεόραση της Ναυτεμπορικής.

Ο κ. Μάζης ξεκαθάρισε εξαρχής ότι ο πόλεμος όχι μόνο δεν έχει κοπάσει, αλλά εξελίσσεται κανονικά, με το Ιράν να αμύνεται και ταυτόχρονα να αντεπιτίθεται, ενώ το Ισραήλ συνεχίζει να υπηρετεί δύο βασικούς στρατηγικούς στόχους: αφενός τους βομβαρδισμούς οπλικών και πυρηνικών εγκαταστάσεων στο ιρανικό έδαφος και αφετέρου την εξάλειψη της Χεζμπολάχ από τον Νότιο Λίβανο, τουλάχιστον μέχρι τον Λιτάνι. Όπως τόνισε, οι επιχειρήσεις αυτές φαίνεται να προχωρούν, όμως το κρίσιμο στοιχείο βρίσκεται αλλού: στο γεγονός ότι η Τεχεράνη επιχειρεί να διασπείρει οικονομικό πανικό και χάος σε ολόκληρη τη Δύση και κυρίως στις πετρελαιομοναρχίες του Κόλπου, πλήττοντας την οικονομία και την αξιοπιστία τους.

Κατά τον καθηγητή, οι Αμερικανοί αντιμετωπίζουν το Ιράν έχοντας υποτιμήσει μια θεμελιώδη παράμετρο: τον ίδιο τον τρόπο οργάνωσης του ιρανικού συστήματος εξουσίας. Ο Ιωάννης Μάζης εξήγησε ότι η δομή του ιρανικού κράτους και των μηχανισμών του δεν είναι πυραμιδική, αλλά στηρίζεται σε ένα μοντέλο μεγάλων, αυτόνομων, οπλικά και διοικητικά οργανωμένων κυττάρων, τα λεγόμενα «χουσανία», τα οποία λειτουργούν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο υπό έναν χαλαρό κεντρικό συντονισμό. Αυτή ακριβώς η δομή, σημείωσε, έχει περάσει σε όλο το ιρανικό κράτος κατά τα 47 χρόνια θεοκρατικής διακυβέρνησης και επιτρέπει στο καθεστώς να συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη και αν δεχθεί σοβαρά πλήγματα στην κορυφή του.

Με αυτό το σκεπτικό, ο κ. Μάζης υπογράμμισε ότι ακόμη και αν εξοντωθούν κεντρικά πρόσωπα ή ακόμα και αν δεν εμφανίζεται ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, είτε επειδή είναι τραυματισμένος είτε επειδή βρίσκεται εκτός χώρας είτε για άλλον λόγο, ο μηχανισμός μπορεί να εξακολουθεί να λειτουργεί κανονικά μέσω των Φρουρών της Επανάστασης. Αυτό ακριβώς, σύμφωνα με την ανάλυσή του, διαφοροποιεί το Ιράν από κοινωνίες ευημερίας και φιλελεύθερες δημοκρατίες, οι οποίες αντιδρούν εντελώς διαφορετικά στην πίεση και στο κόστος του πολέμου. Εκεί ακριβώς, είπε, επενδύει η Τεχεράνη: στο ρήγμα που δημιουργεί η σύγκρουση μέσα σε ανοιχτές κοινωνίες που δεν μπορούν να λειτουργήσουν με τη λογική ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος.

Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο καθηγητής στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ. Όπως τόνισε, η απλή συνοδεία πλοίων από ευρωπαϊκές ναυτικές δυνάμεις δεν αρκεί για την πραγματική ασφάλεια του περάσματος. Κατά την εκτίμησή του, η αμερικανική απαίτηση προς τους Ευρωπαίους να συμμετάσχουν σε αποστολές συνοδείας είναι στην ουσία μια δοκιμασία, ένα τεστ που επιβάλλει ο Ντόναλντ Τραμπ στους συμμάχους του, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι οι περισσότεροι θα απαντήσουν αρνητικά. Στόχος, κατά τον Ιωάννη Μάζη, δεν είναι μόνο η άμεση στρατιωτική υποστήριξη, αλλά η πολιτική αξιοποίηση της άρνησης των Ευρωπαίων, ώστε να αποδειχθεί ότι δεν μπορούν να προστατεύσουν ούτε τον εαυτό τους ούτε τη θαλάσσια ασφάλεια της περιοχής.

Σε αυτή τη βάση, ο καθηγητής περιέγραψε μια αλυσίδα εξελίξεων που μπορεί να ακολουθήσει η Ουάσιγκτον. Πρώτο βήμα, να αποδείξει ότι το ΝΑΤΟ δεν είναι αποτελεσματικό. Δεύτερο βήμα, να οδηγηθεί σε μια μορφή αμερικανικής αποστασιοποίησης από τη Συμμαχία, σε βαθμό που μένει να φανεί. Και τρίτο βήμα, να διαμορφώσει όλες εκείνες τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες στην Ευρώπη που θα ευνοήσουν αλλαγές μέσω της οικονομικής δυσπραγίας που θα προκαλέσει η νέα ενεργειακή πίεση. Ουσιαστικά, ο κ. Μάζης εκτίμησε ότι πίσω από το αίτημα για στρατιωτική συνδρομή κρύβεται μια βαθύτερη γεωπολιτική επιχείρηση αναδιάταξης της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Στο καθαρά στρατιωτικό σκέλος, προειδοποίησε ότι αν κάποιος θέλει πράγματι να ελέγξει τα Στενά του Ορμούζ, δεν αρκεί η ναυτική παρουσία. Χρειάζεται χερσαία διείσδυση σε μεγάλο βάθος στο ιρανικό έδαφος. Και αυτό, όπως σημείωσε, σημαίνει οδυνηρές αποφάσεις και τεράστιο κόστος σε ανθρώπινες απώλειες. Δεν θα πρόκειται, είπε χαρακτηριστικά, για λίγα φέρετρα που θα επιστρέψουν πίσω, αλλά για ένα πολύ βαρύτερο τίμημα.

Ο Ιωάννης Μάζης εμφανίστηκε βέβαιος ότι ούτε οι ΗΠΑ ούτε το Ισραήλ μπορεί να αγνοούσαν όλα αυτά τα δεδομένα πριν ξεκινήσουν τη στρατιωτική κλιμάκωση. Ειδικά για το Ισραήλ, εκτίμησε ότι ο βασικός του στόχος ήταν και παραμένει η οπλική απομείωση του Ιράν: η καταστροφή όσο το δυνατόν περισσότερων οπλικών και πυρηνικών εγκαταστάσεων, αλλά και η εξουδετέρωση ή αρπαγή των περίπου 411 κιλών εμπλουτισμένου πυρηνικού καυσίμου στο 60%, που, εάν αφεθεί ανεξέλεγκτο, θα μπορούσε μέσα σε έναν έως δύο χρόνους να φτάσει στο 90% και να μετατραπεί σε άμεση, σοβαρή και υπαρξιακή απειλή για το Ισραήλ.

Ωστόσο, ο καθηγητής δεν έκρυψε τις επιφυλάξεις του για το αν η στρατηγική αυτή μπορεί όντως να φέρει κατάρρευση του καθεστώτος. Όπως τόνισε, τέτοιου τύπου συγκεντρωτικά καθεστώτα μπορούν να καταρρεύσουν μόνο εάν, παράλληλα με το στρατιωτικό πλήγμα στην «καρδιά» τους, ξεσπάσει και μια εσωτερική λαϊκή εξέγερση. Σε αυτό το πλαίσιο, έκανε λόγο για αμερικανικές και ισραηλινές επιχειρήσεις που επιδιώκουν να ενεργοποιήσουν το κουρδικό και το αζερικό στοιχείο μέσα και γύρω από το Ιράν. Για το κουρδικό, μάλιστα, υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον έκανε σοβαρά λάθη όταν, προκειμένου να καθησυχάσει την Άγκυρα, άφησε εκτεθειμένους τους Κούρδους της Συρίας. Όσον αφορά το ιρακινό κουρδικό στοιχείο, σημείωσε ότι υπάρχουν σοβαρές συνομιλίες και προσπάθειες εξοπλισμού, χωρίς όμως να είναι σαφές αν θα ληφθούν τελικά οι απαραίτητες αποφάσεις, καθώς οι Κούρδοι ζητούν πλέον γραπτές εγγυήσεις ότι δεν θα εγκαταλειφθούν για άλλη μία φορά.

Δεν παρέλειψε επίσης να αποδώσει καταστροφικό ρόλο στον αμερικανό πρέσβη στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, εκτιμώντας ότι οι χειρισμοί του υπήρξαν επιζήμιοι για την ίδια την αμερικανική εξωτερική πολιτική, ακριβώς εν όψει αυτής της σύγκρουσης.

Στο οικονομικό επίπεδο, ο Ιωάννης Μάζης επισήμανε ότι οι ΗΠΑ, σε αντίθεση με την Ευρώπη, επιχειρούν να θωρακίσουν τη δική τους ενεργειακή ασφάλεια. Όπως ανέφερε, οι αγορές τρέχουν προς το δολάριο, το οποίο ενισχύεται, ενώ τα υπόλοιπα νομίσματα πιέζονται. Υπενθύμισε δε ότι έχει προηγηθεί το ζήτημα της Βενεζουέλας, η οποία, όπως είπε, θα προμηθεύσει με μεγάλες ποσότητες αργού τις πετρελαιοβιομηχανίες του Τέξας, που διαθέτουν τις κατάλληλες εγκαταστάσεις για την επεξεργασία του. Το κόστος, υπογράμμισε, δεν θα το πληρώσει κυρίως η Αμερική, αλλά η Ευρώπη.

Κλείνοντας, ο καθηγητής έδωσε το γενικό περίγραμμα μιας κρίσης βαθιά μπλεγμένης, χωρίς εύκολες απαντήσεις και χωρίς ασφαλείς προβλέψεις για την επόμενη ημέρα. Το βασικό του μήνυμα ήταν σαφές: ο πόλεμος συνεχίζεται, οι στρατηγικοί στόχοι είναι πολλαπλοί, το ιρανικό σύστημα είναι πολύ πιο ανθεκτικό απ’ όσο ίσως εκτιμούν κάποιοι στη Δύση, και η μεγαλύτερη πίεση από τις εξελίξεις ενδέχεται τελικά να μεταφερθεί όχι στην Ουάσιγκτον, αλλά στην Ευρώπη.

Back to top button