breaking newsΕλλάδα

Μανιάτης: Οι ΗΠΑ θα κερδίσουν, εμείς θα καούμε

Στις άμεσες συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή για την οικονομία, το πετρέλαιο, την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και τη στρατηγική αξιοποίηση των ελληνικών υδρογονανθράκων αναφέρθηκε ο ευρωβουλευτής και πρώην υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Γιάννης Μανιάτης, μιλώντας στον Alpha 88,6 Καβάλας.

Ο κ. Μανιάτης ξεκαθάρισε από την αρχή ότι σε μια τόσο ρευστή και επικίνδυνη κατάσταση είναι παρακινδυνευμένο να κάνει κανείς ασφαλείς προβλέψεις. Τόνισε, όμως, ότι ένα πράγμα είναι βέβαιο: η κρίση στον Κόλπο δεν θα εξελιχθεί τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα όσο αρχικά είχε αφήσει να εννοηθεί ο Ντόναλντ Τραμπ. Όπως είπε, όλα δείχνουν ότι η σύγκρουση θα έχει διάρκεια, με άμεσες επιπτώσεις στις διεθνείς τιμές της ενέργειας και, κατ’ επέκταση, στις οικονομίες και στις τσέπες των πολιτών.

Ο πρώην υπουργός σημείωσε πως οι επιπτώσεις του πολέμου στο πετρέλαιο και στον πληθωρισμό δεν θα είναι ίδιες για όλες τις χώρες. Μάλιστα ανέφερε ότι, σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσίαζε την ίδια ημέρα, μία από τις χώρες που θα υποστούν τις μικρότερες αρνητικές συνέπειες είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, ακριβώς επειδή αποτελούν τη μεγαλύτερη παραγωγό χώρα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Υπενθύμισε δε και τη θέση του ίδιου του Τραμπ, ότι οι ΗΠΑ μπορούν ακόμη και να κερδίσουν από μια τέτοια εξέλιξη, εξαιτίας της ενεργειακής τους ισχύος.

Αντίθετα, η Ελλάδα, όπως τόνισε, παραμένει απολύτως εξαρτημένη από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Και εδώ ακριβώς έθεσε το ζήτημα της χαμένης ενεργειακής στρατηγικής των τελευταίων ετών. Υποστήριξε ότι η χώρα δεν έκανε όσα έπρεπε την τελευταία δεκαπενταετία, αφήνοντας ουσιαστικά ανενεργή την προσπάθεια που είχε ξεκινήσει την περίοδο 2011-2014 για έρευνες υδρογονανθράκων. Κατά τον ίδιο, μόνο πρόσφατα, λόγω της εκλογής Τραμπ και της νέας διεθνούς ενεργειακής κρίσης, επανεκκινήθηκε αυτό το πρόγραμμα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις συμφωνίες με τη Chevron.

Ο Γιάννης Μανιάτης υπογράμμισε ότι η Ελλάδα χρειάζεται συνέπεια και σταθερότητα για να μην επαναληφθούν φαινόμενα αποχώρησης μεγάλων επενδυτών, όπως είχε συμβεί το 2022 με άλλες εταιρείες. Και, απαντώντας στο ερώτημα τι μπορεί να γίνει άμεσα για να περιοριστεί η πίεση στα νοικοκυριά, επισήμανε πως οι απαντήσεις δεν βρίσκονται μόνο στις εκάστοτε κυβερνητικές παρεμβάσεις, αλλά και σε ενδεχόμενες πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εφόσον η κρίση οξυνθεί ακόμη περισσότερο.

Στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, ο πρώην υπουργός σχολίασε και το ζήτημα του πλαφόν στα κέρδη, σημειώνοντας ότι το ΠΑΣΟΚ είχε προτείνει εδώ και καιρό παρόμοια μέτρα, τα οποία τότε η κυβέρνηση απέρριπτε ως λαϊκίστικα και αναποτελεσματικά. Όπως παρατήρησε, όταν η κρίση φτάνει μπροστά στην κοινωνία και στην αγορά, πολλές σταθερές κυβερνητικές θέσεις αναθεωρούνται.

Το πιο κρίσιμο, ωστόσο, σημείο της παρέμβασής του αφορούσε τη μεγάλη εικόνα: τον νέο ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης και τις δυνατότητες που, υπό προϋποθέσεις, δημιουργούνται για την Ελλάδα και την Κύπρο. Ο κ. Μανιάτης υποστήριξε ότι μετά τη διακοπή της ροής ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου, αλλά και με τη νέα αποσταθεροποίηση στον Κόλπο, η Ευρώπη έχει πλέον άμεση ανάγκη από εναλλακτικές πηγές τροφοδοσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, εάν κράτη-μέλη όπως η Ελλάδα και η Κύπρος καταφέρουν να συμβάλουν στον εφοδιασμό της ευρωπαϊκής αγοράς, τότε όχι μόνο θα ενισχύσουν τον γεωπολιτικό τους ρόλο, αλλά θα αρχίσουν μελλοντικά να αποκομίζουν και δημόσια έσοδα από αυτή τη στρατηγική.

Στο ερώτημα για τον ρόλο της Τουρκίας και το κατά πόσο μπορεί να απειλήσει ή να παρεμβάλει εμπόδια στην αξιοποίηση αυτών των ενεργειακών σχεδίων, ο Γιάννης Μανιάτης απάντησε ότι το πρόβλημα της Άγκυρας είναι γνωστό και συνδέεται με τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας». Ωστόσο, σημείωσε με έμφαση ότι στα θαλάσσια οικόπεδα που είχαν προσδιοριστεί ήδη από το 2011, η Τουρκία δεν μπορεί να προβάλλει αξιώσεις, καθώς –όπως είπε- βρίσκονται ακόμη και έξω από τις πιο ακραίες και παράλογες τουρκικές διεκδικήσεις.

Έστρεψε μάλιστα την κριτική του κυρίως προς το εσωτερικό, λέγοντας ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν η Τουρκία αλλά η ελληνική αδράνεια. Όπως τόνισε, το ελληνικό κράτος δεν προκήρυξε μόνο του διαγωνισμούς και δεν κινήθηκε με επιθετική στρατηγική. Αντίθετα, ήταν μεγάλες εταιρείες, όπως η Chevron και νωρίτερα η ExxonMobil, που έσπρωξαν τις εξελίξεις, αξιοποιώντας τα στοιχεία τα οποία είχαν ήδη εντοπιστεί από τις έρευνες της περιόδου 2012-2013. Με απλά λόγια, κατά τον πρώην υπουργό, η Ελλάδα δεν έσυρε τις επενδύσεις, αλλά σύρθηκε από αυτές.

Κλείνοντας, ο Γιάννης Μανιάτης έδωσε και μια πιο προσωπική διάσταση στην κουβέντα. Είπε ότι, όπως κάθε άνθρωπος που βλέπει ύστερα από χρόνια να αρχίζουν να υλοποιούνται πρωτοβουλίες τις οποίες ο ίδιος είχε δρομολογήσει, αισθάνεται μια κάποια δικαίωση. Ταυτόχρονα, όμως, ξεκαθάρισε ότι κρατά μικρό καλάθι, ακριβώς επειδή η ελληνική πραγματικότητα έχει αποδείξει πολλές φορές πως έργα που ξεκινούν, στη συνέχεια παγώνουν ή εγκαταλείπονται. Γι’ αυτό και η τελική του ευχή ήταν μία: να παραμείνει ζωντανή και σταθερή η εθνική στρατηγική αξιοποίησης του υπεδάφους, ανεξάρτητα από το ποιοι θα κυβερνούν τα επόμενα χρόνια.

Back to top button