Το δίκαιο αναγνωρίζει τους ανθρώπους ως «μάρτυρες». Τους ακούει. Πριν τους ακούσει, τους ζητά να «ορκιστούν» ότι θα πουν την αλήθεια. Οι μάρτυρες, ενώ ορκίζονται στην τιμή τους και σε όλες τις ιερές για αυτούς πεποιθήσεις και αξίες, κάνουν ώστε στην αίθουσα του δικαστηρίου να σηκώνονται όλοι όρθιοι, ακόμη και οι δικαστές. Όταν δοθεί ο όρκος, όλοι κάθονται και ο μάρτυρας αρχίζει να μιλά.
Όσα δεν μπορεί να αποδώσει ο λόγος, οι λέξεις, σε ορισμένες περιπτώσεις τα δείχνουν οι φωτογραφίες. Η φωτογραφία αποτελεί για την αίθουσα του δικαστηρίου ένα «αποδεικτικό στοιχείο». Και ο τόπος όπου έχει ληφθεί η φωτογραφία είναι ο χώρος που έγινε μάρτυρας του γεγονότος που αποτελεί αντικείμενο της δίκης. Ένας τέτοιος τόπος μαρτυρίας είναι και η Όπερα Αθηνών, όπου το 1945 η Μαρία Κάλλας έδωσε όρθια το πρώτο της σόλο ρεσιτάλ.
Διότι αυτή η φωτογραφία δείχνει ότι, κατά την ανταλλαγή πληθυσμών που πραγματοποιήθηκε το 1923 στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λωζάννης, η Όπερα Αθηνών μετατράπηκε σε χώρο στέγασης. Ορισμένες από τις οικογένειες που εκτοπίστηκαν και έγιναν αντικείμενο ανταλλαγής ανάμεσα στα δύο κράτη έμειναν για κάποιο διάστημα στο κτήριο της όπερας, ενώ τα θεωρεία παραχωρήθηκαν στις οικογένειες για να στεγαστούν.[1]
Ωστόσο, στις απελάσεις του 1964, τα θεωρεία της Όπερας Αθηνών δεν επιτέλεσαν τον ίδιο ρόλο. Όταν το 1964 εκδιώχθηκαν από την Τουρκία 12.000 Ρωμιοί κάτοχοι ελληνικών διαβατηρίων, η ελληνική κυβέρνηση δημιούργησε για αυτούς προσφυγικούς καταυλισμούς.[2] Στους καταυλισμούς αυτούς προσπάθησαν να κατανοήσουν τι σήμαινε να έχουν εξοριστεί, έχοντας μαζί τους μόνο τα υπάρχοντα των 20 κιλών που χωρούσαν στις βαλίτσες τους και τα 20 δολάρια που τους επετράπη να κρατήσουν στην τσέπη τους.
Η εξορία είναι μια μορφή ποινής. Στην Τουρκία, σύμφωνα με τη ρύθμιση του τότε ισχύοντος Τουρκικού Ποινικού Κώδικα αριθ. 765, επρόκειτο για ποινή που μπορούσε να εφαρμοστεί, δυνάμει του άρθρου 18 του νόμου, για τα αδικήματα που προβλέπονταν στο άρθρο 11.[3] Η ποινή, επί αιώνες, σε κάθε εποχή της ανθρώπινης ιστορίας και σε κάθε νομικό σύστημα, επιβαλλόταν ως αντίτιμο του εγκλήματος στον δράστη εξαιτίας αυτού του εγκλήματος. Χρησιμοποιήθηκε από τα δικαστικά όργανα για την απονομή δικαιοσύνης. Όμως, για να είναι αυτή η χρήση σύμφωνη με το δίκαιο, κατά τα σύγχρονα νομικά συστήματα, η ποινή πρέπει να φέρει ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως το να είναι ανθρώπινη και να προβλέπεται από τον νόμο.[4]
Ποια ήταν, λοιπόν, τα εγκλήματα εκείνων που το 1964 στην Τουρκία καταδικάστηκαν σε ποινή εξορίας; Και αυτή η ποινή, που βίωσαν μαζί με τους Έλληνες υπηκόους και οι σύζυγοι, οι φίλοι τους, καθώς και οι Ρωμιοί που σύμφωνα με τη Λωζάννη ανήκαν στην κατηγορία των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων, ήταν άραγε σύμφωνη με το δίκαιο;
Από πολλές απόψεις δεν ήταν σύμφωνη με το δίκαιο, όμως στην Τουρκία, όπως σχεδόν σε κάθε αδικία που βίωσαν οι μειονότητες, επινοήθηκε ένα δίκαιο χάριν της πολιτικής. Πρώτα απ’ όλα, η Τουρκία, εξαιτίας του Κυπριακού, κατήγγειλε τη Σύμβαση Εγκατάστασης, Εμπορίου και Ναυτιλίας του 1930 ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα, η οποία επέτρεπε στους πολίτες των δύο χωρών να διαμένουν ο ένας στη χώρα του άλλου. Η καταγγελία αυτή προβλήθηκε ως νομικό έρεισμα για όσα θα ακολουθούσαν.
Στις 16 Μαρτίου 1964, η τότε κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι κατήγγειλε τη συμφωνία με το επιχείρημα ότι, «εξαιτίας του ότι έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία υπογραφής της συνθήκης, αυτή δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες εκείνης της εποχής».[5] Την επόμενη μέρα, στις 17 Μαρτίου 1964, στα κτηματολογικά γραφεία ανεστάλησαν οι διαδικασίες που αφορούσαν Έλληνες υπηκόους. Ως προληπτικό μέτρο, τα κτηματολογικά γραφεία πάγωσαν τις πράξεις πώλησης και μεταβίβασης και έτσι άρχισαν να παραβιάζονται τα δικαιώματα ιδιοκτησίας.
Το άρθρο 36 του Συντάγματος του 1961, που ίσχυε τότε, όριζε ότι όλοι έχουν δικαίωμα στην ιδιοκτησία και στην κληρονομία και ότι τα δικαιώματα αυτά μπορούν να περιοριστούν μόνο για λόγους δημόσιου συμφέροντος και μόνο με νόμο. Ωστόσο, το αναγκαίο νομικό κείμενο για τους περιορισμούς δικαιωμάτων που άρχισαν τον Μάρτιο εμφανίστηκε μόλις τον Νοέμβριο: στις 2 Νοεμβρίου 1964 η κυβέρνηση, με το διάταγμα αριθ. 6/3801, απαγόρευσε στους Έλληνες υπηκόους να διαθέτουν τα ακίνητά τους στην Τουρκία.
Και αυτή η απαγόρευση ήταν αντισυνταγματική, διότι το άρθρο 11 του Συντάγματος όριζε ότι οι περιορισμοί στα θεμελιώδη δικαιώματα μπορούν να επιβάλλονται μόνο με νόμο.
Παρά ταύτα και συγχρόνως, είχαν δεσμευθεί και κάθε είδους εισοδήματα που προέκυπταν από τα δικαιώματα επί των ακινήτων. Με βάση το διάταγμα 3801, τα έσοδα από τα ακίνητα των Ελλήνων υπηκόων μπλοκαρίστηκαν από την Κεντρική Τράπεζα.[6]
Ενώ μπλοκάρονταν τα έσοδα, με άλλα λόγια ενώ με κάποιο τρόπο εκτελούνταν η ποινή εξορίας που επέβαλλε η εκτελεστική εξουσία, υπηρετούσαν αστυνομικοί της 4ης Υποδιεύθυνσης. Οι Έλληνες υπήκοοι που οδηγούνταν από τα σπίτια ή τους χώρους εργασίας τους, πριν εγκαταλείψουν την Τουρκία, εξαναγκάζονταν να δηλώσουν με έγγραφο που υπέγραφαν στην 4η Υποδιεύθυνση ότι θα ζούσαν μια εκούσια εξορία. Με το εν λόγω έγγραφο, οι άνθρωποι αυτοί δήλωναν ότι είχαν παραβιάσει τους νόμους, ότι ήταν μέλη της Eleniki Enosis, η οποία είχε πολιτική δράση κατά της Τουρκίας, και ότι είχαν στείλει χρήματα στους Έλληνες τρομοκράτες στην Κύπρο. Μαζί με όλα αυτά, υπέγραφαν επίσης ότι εγκατέλειπαν την Τουρκία με τη δική τους ελεύθερη βούληση. Όσοι δεν ήθελαν να υπογράψουν αυτά τα προετοιμασμένα εκ των προτέρων κείμενα καταθέσεων, στέλνονταν στα κελιά.[7]
Ποιος ξέρει ποιος θα πίστευε ότι χιλιάδες άνθρωποι, ξαφνικά και συμπτωματικά τις ίδιες ημέρες, υπέστησαν ένα τέτοιο μπλακάουτ λογικής ώστε να αποφασίσουν, με τη δική τους ελεύθερη βούληση, να εγκαταλείψουν τη ζωή τους με 20 κιλά και 20 δολάρια. Όμως, απέναντι σε αυτό το σκοτείνιασμα του νου, και ενώ οι Ρωμιοί υφίσταντο όσα υφίσταντο και την ίδια ώρα τα μέσα ενημέρωσης τους κολάκευαν με δημοσιεύματα για να χαϊδεύουν τις ψυχές τους, την περίοδο εκείνη αποτελούσαν και αντικείμενο μιας ειδικής επιτροπής: με μυστικό διάταγμα τον Δεκέμβριο του 1962 είχε συσταθεί η «Δευτερεύουσα Επιτροπή Μειονοτήτων», η οποία καταργήθηκε με άλλο μυστικό διάταγμα τον Ιανουάριο του 2004.[8][9] Η ύπαρξη αυτής της Επιτροπής, την οποία οι μειονότητες δεν μπορούσαν σχεδόν ούτε να δουν, ούτε να ακούσουν, ούτε να προσεγγίσουν, γινόταν ωστόσο αισθητή επί χρόνια. Ο Χραντ Ντινκ το περιέγραφε ως εξής:
«Η ύπαρξη του θεσμού που ονομαζόταν Δευτερεύουσα Επιτροπή Μειονοτήτων, ακόμη κι αν δεν μπορούσαμε να την ονομάσουμε ακριβώς, γινόταν πάντοτε αντιληπτή από εμάς τις μειονότητες. Όταν οι διοικήσεις των ιδρυμάτων έρχονταν σε επαφή με οποιαδήποτε κρατική αρχή για οποιοδήποτε πρόβλημα, ακολουθούνταν πάντοτε η ίδια διαδικασία: η αξιότιμη αρχή ή ο υπουργός σε ακούει ευγενικά, παίρνει την έκθεση που του υποβάλλεις και δηλώνει ότι θα πράξει σύντομα τα δέοντα. Για εμάς αυτό είναι πια μια συνηθισμένη τελετουργία, αλλά γνωρίζουμε και αισθανόμαστε ότι ο φάκελος αυτός θα διαβιβαστεί σε έναν βαθύτερο θεσμό, άγνωστο σε εμάς, και ότι θα κινηθούν σύμφωνα με τη δική του απόφαση. Και αυτό συνήθως σημαίνει αδιέξοδο».[10]
Σύμφωνα με τον Baskın Oran, τα αδιέξοδα και οι παραβιάσεις του δικαίου που δημιούργησε αυτός ο θεσμός εκδηλώθηκαν ιδίως στον τομέα της εκπαίδευσης και είχαν σοβαρές συνέπειες και για τις απελάσεις του ’64. Η πρακτική του «Τούρκου υποδιευθυντή», που είχε εφαρμοστεί για πρώτη φορά στα μειονοτικά σχολεία την περίοδο Φεβρουαρίου 1937 – Αυγούστου 1949, επανήλθε το 1962. Στον νόμο 625 που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1965, ορίστηκε ότι το προσόν για τη θέση αυτή ήταν να είναι κανείς «τουρκικής καταγωγής και πολίτης της Τουρκικής Δημοκρατίας».[11] Με τον νόμο 502, που εκδόθηκε τον Ιούλιο του ’64, μεταβλήθηκε το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ίμβρο και στην Τένεδο και σταμάτησε η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας. Με την εγκύκλιο 3885, που εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 1964, απαγορεύτηκε η πρωινή προσευχή στα ελληνικά σχολεία. Και το τυπογραφείο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που λειτουργούσε από το 1672 και τύπωνε μόνο θεολογικά βιβλία, έκλεισε με το επιχείρημα ότι «μόνο ιδιώτες και νομικά πρόσωπα μπορούν να ιδρύουν τυπογραφείο».[12]
Στα μέσα ενημέρωσης, την ίδια ώρα, δημοσιεύονταν κείμενα που παρουσίαζαν το Πατριαρχείο ως επιζήμιο εξαιτίας όσων εξέδιδε και έκανε, ενώ χρησιμοποιούνταν και τίτλοι όπως «Να φύγει το Πατριαρχείο, να γίνει λίγο και μπελάς της Ελλάδας». Μέσα σε αυτό το κλίμα και υπό αυτές τις συνθήκες, σε ορισμένες γειτονιές όπου προσπαθούσαν να ζήσουν οι Ρωμιοί, οργανώνονταν και μποϊκοτάζ. Για παράδειγμα, η παλαιότερα δοκιμασμένη εκστρατεία «Πολίτη, μίλα τουρκικά» επανήλθε στην επικαιρότητα.[13]
Εν τω μεταξύ, η Τένεδος και η Ίμβρος αποτελούσαν αντικείμενο ιδιαίτερης ενασχόλησης. Το 1964, τα ρωμαίικα χωριά της Ίμβρου και της Τενέδου εκκενώθηκαν και κηρύχθηκαν στρατιωτικές ζώνες. Το 1965, στην Ίμβρο απαλλοτριώθηκαν 22.555 στρέμματα γης και ιδρύθηκε ανοικτή αγροτική φυλακή. Τα απαλλοτριωμένα εδάφη και οι ελαιώνες που κρατικοποιήθηκαν αφαίρεσαν από τους νησιώτες το μέσο βιοπορισμού τους. Οι ενοχλήσεις που προκαλούσαν στους κατοίκους οι κρατούμενοι της ανοικτής φυλακής, καθώς και η αδιαφορία των αρμόδιων αρχών απέναντι στο ζήτημα, ώθησαν τους Ρωμιούς στη μετανάστευση και τους εξόρισαν από τη δική τους γη.[14]
Όλα αυτά, αν και έπληξαν περισσότερο τη ρωμαίικη μειονότητα, δεν επηρέασαν μόνο τους Ρωμιούς. Ανάμεσα σε όσους απελάθηκαν το 1964 υπήρχε και ένας μικρός αριθμός Εβραίων ελληνικής υπηκοότητας εγκατεστημένων στην Τουρκία.[15] Ως προς την εξορία των Εβραίων ελληνικής υπηκοότητας, γίνεται λόγος για διπλό μέτρο και σταθμά. Σύμφωνα με όσα είναι γνωστά από την προφορική ιστορία, ορισμένοι Εβραίοι ελληνικής υπηκοότητας εξορίστηκαν όπως ακριβώς και οι Ρωμιοί, ενώ σε κάποιους άλλους επετράπη να παραμείνουν.
Οι μειονότητες, συνηθισμένες στην Τουρκία να βιώνουν τέτοιου είδους γεγονότα και να υφίστανται τέτοιες παραβιάσεις δικαιωμάτων, το έχουν εκφράσει συχνά. Για παράδειγμα, ο Serkis Seropyan λέει ότι οι Αρμένιοι έχουν μια πεποίθηση: «Αν ζεις στην Τουρκία, κάθε δέκα χρόνια θα φας το ραβδί στο κεφάλι».[16] Ο Roni Margulies δείχνει με τα παρακάτω λόγια ότι αυτή η πεποίθηση δεν ανήκει μόνο στους Αρμενίους: «Τα κατάφερε λοιπόν η Τουρκική Δημοκρατία: κάτω από τη μασχάλη υπήρχε πάντα ένα ραβδί, το ήξερε και ο παππούς μου και ο πατέρας μου και όλες οι άλλες μειονότητες».[17]
Απέναντι σε αυτό το ραβδί αναπτύχθηκε και ένας μηχανισμός άμυνας και, μπροστά σε διαφορετικά γεγονότα, επιχειρήθηκε να βρεθούν κάποιες λύσεις. Για παράδειγμα, κατά τις απελάσεις του 1964, κάποιοι άλλαξαν το θρήσκευμα που αναγραφόταν στις ταυτότητές τους και άρχισαν να συστήνονται ως «Τούρκοι Ορθόδοξοι». Παραδείγματος χάριν, ένα αρμενικό χωριό στο Batman εκείνη την εποχή άλλαξε συλλογικά θρήσκευμα και ανακοίνωσε ότι είναι μουσουλμανικό.[18] Ο πολιτικός Berç Turan, ο οποίος θεωρούσε ότι έχει το δικαίωμα να μιλά εξ ονόματος των Αρμενίων, προέβη και στην εξής δήλωση: «Εμείς οι Αρμένιοι δεν θα γίνουμε ποτέ όργανα της υποκίνησης των Ρωμιών και στην πολιτική για την Κύπρο θα στεκόμαστε πάντοτε στο πλευρό των Τούρκων».[19]
Μπορεί άραγε σήμερα να γίνεται λόγος για δικαιοσύνη πάνω στις οδυνηρές μνήμες των Τούρκων μη μουσουλμανικών μειονοτήτων, όταν 12.000 Έλληνες υπήκοοι καταδικάστηκαν σε εξορία με ένα είδος εξωδικαστικής εκτέλεσης επειδή θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για την πολιτική στο Κυπριακό, και μαζί τους χιλιάδες άλλοι άνθρωποι έζησαν την εξορία; Και πώς μπορούν να αξιολογηθούν σήμερα, από νομική άποψη, οι αδικίες που προκάλεσαν οι νομικές ρυθμίσεις οι οποίες δημιουργήθηκαν για να καταστεί δυνατή η δραστηριότητα των απελάσεων και οι προπαρασκευαστικές της ενέργειες;
Οι διεθνολόγοι του ποινικού δικαίου επισημαίνουν, στις συζητήσεις περί μεταφοράς της δικαιοσύνης στο παρελθόν, ότι πρέπει πρώτα να αναγνωρίζεται η θυματοποίηση. Υπό αυτή την έννοια, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η θυματοποίηση που σημειώθηκε το 1964 ήταν και θυματοποίηση του ίδιου του νομικού συστήματος της Τουρκίας. Διότι στην περίοδο αυτή, τα νομικά κείμενα που δημιουργήθηκαν ως κάλυμμα για πολιτικούς χειρισμούς, τα διατάγματα και οι εγκύκλιοι που εκδίδονταν μέσα σε μια νύχτα, δημιούργησαν αδιέξοδα για το ίδιο το νομικό σύστημα.
Με την εφαρμογή αυτών των εγκυκλίων, λ.χ. της εγκυκλίου που κατήργησε παρανόμως το δικαίωμα των προσώπων και της μειονοτικής ομάδας στην εκπαίδευση μέσω της απαγόρευσης της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας, η Τουρκία παραβίασε πρωτίστως το ίδιο της το Σύνταγμα και τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης. Η Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία σήμερα δεν διδάσκεται ούτε καν στις νομικές σχολές αλλά επικαλείται συχνά, ιδίως όταν γίνεται λόγος για την αμοιβαιότητα, έχει μοναδική σημασία για το τουρκικό νομικό σύστημα. Διότι έχει θεωρηθεί η «ιδρυτική συνθήκη» της Τουρκικής Δημοκρατίας. Δυνάμει του «Νόμου περί Αποδοχής της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης», η Λωζάννη κατέστη αναμφισβήτητο τμήμα του εσωτερικού δικαίου και κατέλαβε θεμελιώδη θέση στη νομική τάξη. Το γεγονός αυτό έχει διατυπωθεί με διάφορους τρόπους και διεθνώς από την ίδια την Τουρκία. Για παράδειγμα, όταν η Τουρκία διατύπωνε επιφυλάξεις σε διεθνείς συμβάσεις στις οποίες γινόταν συμβαλλόμενο μέρος, μνημόνευε από κοινού τις διατάξεις του Συντάγματος της Τουρκικής Δημοκρατίας και τις διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάννης, δηλώνοντας ότι διατηρεί το δικαίωμα να ερμηνεύει τις διατάξεις των συμβάσεων σύμφωνα με τις διατάξεις και το πνεύμα του Συντάγματός της και της Συνθήκης της Λωζάννης.
Οι διατάξεις και το πνεύμα της Λωζάννης είναι ζωτικά για τις μη μουσουλμανικές μειονότητες στην Τουρκία. Όπως είναι γνωστό, η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης περιλαμβάνει ένα τμήμα με τίτλο «Προστασία των Μειονοτήτων».[20] Στη Συνθήκη αυτή, την οποία η Τουρκία υποχρεούται να εφαρμόζει, και στο συγκεκριμένο αυτό τμήμα, η έννοια της «μειονότητας» δεν ορίζεται, ούτε προσδιορίζεται ποιος είναι μειονότητα. Το αντικείμενο των διατάξεων προστασίας είναι οι «μη μουσουλμανικές μειονότητες». Η παρουσία του όρου «μη μουσουλμανικές μειονότητες» (minorité non-musulman) στη Λωζάννη θεωρείται αναγνώριση του ότι υπάρχουν μειονότητες στην Τουρκία και αναγνώριση της «μειονοτικής ταυτότητας».
Αν δει κανείς τα κείμενα του εσωτερικού δικαίου, παρότι οι μειονότητες υπήρξαν επί χρόνια αντικείμενο διαφόρων νομικών και διοικητικών κειμένων, δεν επωφελήθηκαν ποτέ από μια σαφή αναγνώριση σε συνταγματικό και νομοθετικό επίπεδο.[21] Σε διεθνές επίπεδο, αντιθέτως, η ύπαρξη και τα δικαιώματα των μειονοτήτων αναγνωρίστηκαν σιωπηρά μέσω ορισμένων συμβάσεων και των επιφυλάξεων που έθεσε το κράτος σε αυτές.[22]
Τα δικαιώματα των μειονοτήτων, που αναγνωρίστηκαν σιωπηρά μέσω διαφόρων ρυθμίσεων και ρητά μέσω της Λωζάννης, αξιολογούνται στο πλαίσιο των εν ισχύι ατομικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το δικαίωμα στην ύπαρξη, το δικαίωμα στην ισότητα, η απαγόρευση των διακρίσεων, η ελευθερία της θρησκείας, της έκφρασης και του πολιτισμού αποτελούν για τον λόγο αυτό μέρος τόσο των ατομικών όσο και των μειονοτικών δικαιωμάτων. Παρ’ όλα αυτά, τα δικαιώματα των μειονοτήτων έχουν και συλλογική διάσταση.[23] Η διάκριση ανάμεσα σε συλλογικά και ατομικά δικαιώματα είναι επίσης μια κατάταξη που βασίζεται στον τρόπο άσκησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών.[24] Στις συλλογικές ελευθερίες, οι οποίες στοχεύουν σε σκοπούς που μπορούν να επιτευχθούν μόνο από περισσότερα του ενός πρόσωπα μαζί, και όχι από άτομα μεμονωμένα, έχει σημασία να προστατεύονται όχι μόνο τα ομαδικά αλλά και τα ατομικά δικαιώματα.[25]
Υπό αυτή την έννοια, το δίκαιο των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, που λαμβάνοντας υπόψη τη συλλογική διάσταση ορίζεται και ως «ειδικά ανθρώπινα δικαιώματα που μπορούν να ασκηθούν συλλογικά (ως ομάδα)», είναι, κατά το Διαρκές Διεθνές Δικαστήριο, «πρωτίστως δίκαιο ισότητας και απαγόρευσης των διακρίσεων».[26]
Οι διακριτικές πρακτικές κατά των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων στην Τουρκία είχαν διάφορες αιτιολογήσεις. Για παράδειγμα, κατά τον Φόρο Περιουσίας τονιζόταν ότι οι μειονότητες ήταν πολύ πλούσιες και ότι έπρεπε να εκτουρκιστεί το εθνικό κεφάλαιο, ενώ κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου υπογραμμιζόταν ότι οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσαν να είναι επικίνδυνοι και ότι δημιουργούσαν αμφιβολίες για την ασφάλεια της Τουρκίας.[27] Με τέτοιου είδους αιτιολογήσεις, οι άνθρωποι αυτοί βίωσαν τα γεγονότα της Θράκης του 1934 και τα γεγονότα της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου, στρατεύθηκαν προληπτικά, τους απαγορεύτηκε η άσκηση ορισμένων επαγγελμάτων και τα ιδρύματά τους απογυμνώθηκαν από την περιουσία τους.
Οι άνθρωποι ή τα δημοσιεύματα που προετοίμασαν το έδαφος για να συμβούν αυτά τα γεγονότα δεν τιμωρήθηκαν ποτέ. Κατά την παράνομη περιστολή των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, από την πλευρά των μειονοτήτων δεν τέθηκε καν ζήτημα διεκδίκησης, για παράδειγμα, της προστασίας της ιδιωτικής ζωής ή της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Και αυτό δεν ήταν μια κατάσταση που ανήκε μόνο σε αόριστους παρελθοντικούς χρόνους, μόνο στη δεκαετία του ’60. Έγινε σχεδόν μια συνήθεια που επαναλαμβανόταν κατά διαστήματα.
Για παράδειγμα, το 1993 έφτασε στο Υπουργείο Εσωτερικών καταγγελία με θέμα «Οι Ρωμιοί αγοράζουν ασταμάτητα σπίτια από το Φανάρι. Το Φανάρι θα κάνει αυτό το μέρος κράτος του Βατικανού», και κατόπιν αυτής της καταγγελίας λήφθηκαν καταθέσεις από έξι μητροπολίτες.[28]
Στη συνέχεια ελέγχθηκαν τα κτηματολογικά αρχεία. Το 2009 την ύπαρξη παρόμοιας κατάστασης μετέφερε και ο πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν. Στην εναρκτήρια ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Yıldız Teknik, μάλλον για να δώσει συμβουλές στους φοιτητές, προέβη στην εξής αποτίμηση:
«Εγώ πιστεύω στην επιτυχία τριών πραγμάτων:
-Διοίκηση ανθρώπων, -Διοίκηση γνώσης, -Διοίκηση χρήματος
Αν τα πετύχουμε αυτά, θα κατακτήσουμε την ευημερία. Θα αναθρέψουμε καλούς επιστήμονες. Θα διαχειριστούμε σωστά το χρήμα. Παραδείγματος χάριν, οι Εβραίοι έχουν πολύ σοβαρές ανακαλύψεις. Τυπώνουν χρήμα από εκεί που κάθονται. Το βλέπετε αυτό στην ιστορία του τηλεφώνου και στην ιστορία του λαμπτήρα. Εξακολουθούν ακόμη να εισπράττουν την πρόσοδο από αυτό. Εγώ, όταν ήμουν δήμαρχος, μελέτησα τους Εβραίους πολίτες στην Κωνσταντινούπολη. Οι περισσότεροι δεν γίνονται ιδιοκτήτες ακινήτων, γίνονται ενοικιαστές στα καλύτερα μέρη. Διότι το να είσαι ιδιοκτήτης ακινήτου δεσμεύει το χρήμα. Ενώ όταν είσαι ενοικιαστής, συνεχίζεις να αξιοποιείς το χρήμα».[29]
Το κατά πόσον είναι σύμφωνο με το δίκαιο ένας δήμαρχος να πραγματοποιεί τέτοιου είδους έρευνα για τους πολίτες, είναι ζήτημα που πρέπει να απαντηθεί από την άποψη του ποινικού δικαίου σε σχέση με το δημόσιο λειτούργημα. Το ίδιο ισχύει και για όσα συνέβησαν στα ακίνητα των ανθρώπων που εξορίστηκαν το 1964.
Τα ακίνητα αποκαλούνται στα σημερινά νομικά κείμενα «ακίνητη περιουσία». Στις εξορίες του ’64, οι εξόριστοι, παρότι τυπικά είχαν δικαίωμα μόνο σε 20 κιλά, κουβάλησαν ένα πολύ βαρύτερο φορτίο. Φόρτωσαν ως «ανάμνηση» όσα είχαν ζήσει μέχρι τότε, μαζί με τους τόπους και τους ανθρώπους. Κάποιοι, όπως αφηγείται ο Naki Damato στο ντοκιμαντέρ Büyükada στην Αθήνα, πρόσθεταν κάθε νύχτα νέες αναμνήσεις σε εκείνες που έφεραν ήδη. Κάποιοι άλλοι ορκίστηκαν να ξεχάσουν τα πάντα και την Κωνσταντινούπολη.
Η Κωνσταντινούπολη, από την άλλη, καταδικάστηκε να μη λησμονεί και να ακούει: τον ήχο από το πιάνο της Μαρίας Κάλλας που βρίσκεται στο Μουσείο Πέρα, τα παιδιά των ανθρώπων που εξορίστηκαν το ’64 και επέστρεψαν στην Τουρκία για να εγκατασταθούν, και τα μοιρολόγια για τους νεκρούς που στάλθηκαν εδώ για να ταφούν… Με την ελπίδα όχι να ανάβουμε μοιρολόγια, αλλά να τραγουδάμε μαζί τραγούδια… (RE/HK)
[1] Tuncay Akyüz, Mübadele Muhacirleri Göç Hareketleri βλ.: http://tuncayakyuz.wordpress.com/2010/08/27/mubadele-muhacirleri-goc-haraketleri/
[2] Rıdvan Akar, Hülya Demir, İstanbul’un Son Sürgünleri, Κωνσταντινούπολη: Doğan Yayınları, 2014, σ. 88
[3] Βλ.: Erhan Metin, Osmanlı’da ve Cumhuriyet Döneminde Sürgün. Επίσης: στις 11 Δεκεμβρίου 1951 έγιναν τροποποιήσεις στον Τουρκικό Ποινικό Κώδικα, και κατά την περίοδο αυτή η ποινή της «εξορίας» ρυθμιζόταν από τα άρθρα 11, 18, 40 και 173 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα. Με το άρθρο 11 η ποινή της εξορίας θεωρούνταν κύρια ποινή ειδικά για τα αδικήματα που απαριθμούνταν στο άρθρο αυτό, ενώ με το άρθρο 18 προσδιορίζονταν το περιεχόμενο της ποινής, η διάρκειά της, ο τρόπος εκτέλεσης και οι προϋποθέσεις της. Με το άρθρο 40 μία ημέρα κράτησης λογιζόταν ως τρεις ημέρες εξορίας, ενώ με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 173 οριζόταν ότι όσοι καταδικάζονταν για εγκλήματα «κατά της προσωπικότητας του κράτους» σε βαριά φυλάκιση θα τιμωρούνταν και με ποινή διαμονής, υπό την εποπτεία της δημόσιας ασφάλειας, σε ορισμένο τόπο (εξορία), για διάστημα που δεν θα υπερέβαινε το ένα τρίτο της ποινής φυλάκισης και δεν θα ήταν μικρότερο από αυτό.[11] Εφαρμοζόταν έως την κατάργηση της ποινής της εξορίας το 1965, βάσει του άρθρου 12 του νόμου 647 περί εκτέλεσης ποινών.
[4] Prof. Dr. Mehmet Emin Artuk, Doç. Dr. Ahmet Gökçen, Dr. A. Caner Yenidünya, Ceza Hukuku Genel Hükümler II (Yaptırım Hukuku), Seçkin Yayınları, Άγκυρα 2003, σ. 32
[5] Rıdvan Akar, Hülya Demir, İstanbul’un Son Sürgünleri, Κωνσταντινούπολη: Doğan Yayınları, 2014, σ. 35
[6] Rıdvan Akar, Hülya Demir, İstanbul’un Son Sürgünleri, Κωνσταντινούπολη: Doğan Yayınları, 2014, σ.
[7] Rıdvan Akar, Hülya Demir, İstanbul’un Son Sürgünleri, Κωνσταντινούπολη: Doğan Yayınları, 2014, σ. 62
[8] Ή η επιτροπή αυτή αντικαταστάθηκε από το «Συμβούλιο Αξιολόγησης Ζητημάτων Μειονοτήτων».
[9] Baskın Oran, «Azınlıklar», İstanbul Ansiklopedisi, Κωνσταντινούπολη: NTV Yayınları, 2010, σ. 159-165
[10] Hrant Topakian, «Azınlık Tali Komisyonu veya yeni adıyla ‘Azınlık Sorunlarını Değerlendirme Kurulu’», Taraf, 16.11.2010
[11] Ο ορισμός αυτός καταργήθηκε μόλις τον Φεβρουάριο του 2007 με τον νόμο 5580.
[12] Baskın Oran, «Azınlıklar», İstanbul Ansiklopedisi, Κωνσταντινούπολη: NTV Yayınları, 2010, σ. 159-165
[13] Rıdvan Akar, Hülya Demir, İstanbul’un Son Sürgünleri, Κωνσταντινούπολη: Doğan Yayınları, 2014, σ. 68
[14] Alexis Alexandris, «İmroz ve Bozcaada: Etnik Bakımdan Rum Olan İki Adaya Yönelik Türk Hükümetinin 1923’ten Sonraki Tutumu», İmroz Rumları, επιμ.: Feryal Tansuğ, Κωνσταντινούπολη: Heyamola Yayınları, 2012, σ. 185
[15] Rıfat Bali, İnsan Hakları Derneği’nin Devlet-Azınlık İlişkilerine Bakışı βλ.: http://www.rifatbali.com/images/stories/dokumanlar/insan_haklari_dernegi.pdf
[16] Rıfat N. Bali, Yirmi Kur’a Nafıa Askerleri, Κωνσταντινούπολη: Kitabevi Yayınları, 2008, σ. 11
[17] Roni Margulies, Bugün Pazar Yahudiler Azar, Κωνσταντινούπολη: Kanat Yayınları, 2007, σ. 27
[18] Samim Akgönül, Türkiye Rumları, Κωνσταντινούπολη: İletişim Yayınları, 2007, σ. 270
[19] Serdar Korucu, Aris Nalcı, 1965 / 2015’ten 50 yıl önce, 1915’ten 50 yıl sonra, Κωνσταντινούπολη: Ermeni Kültür Yayınları, 2014, σ. 18
[20] Τμήμα III του Μέρους I
[21] İbrahim Ö. Kaboğlu, «La Turquie à l’épreuve des droits des minorités et des droits culturels: du traité de Lausanne aux instruments du Conseil de l’Europe», Statut et protection des minorités: exemples en Europe occidentale et centrale ainsi que dans les pays méditerranéens, Βρυξέλλες: Bruylant, 2009, σ. 236
[22] Έχει αποδεχθεί το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αλλά έχει διατυπώσει επιφύλαξη στο άρθρο 27 του Συμφώνου, που φέρει τον τίτλο «Προστασία των Μειονοτήτων».
[23] Javaid Rehman, «Uluslararası Hukukta Azınlık Hakları», Ulusal, Uluslarüstü ve Uluslararası Hukukta Azınlık Hakları (Birleşmiş Milletler, Avrupa Birliği, Avrupa Konseyi, Lozan Antlaşması), Κωνσταντινούπολη: İstanbul Barosu İnsan Hakları Merkezi Yayınları, 2002, σ. 99
[24] İbrahim Ö. Kaboğlu, Kolektif Özgürlükler, Ντιγιάρμπακιρ: Dicle Üniversitesi Hukuk Fakültesi Yayınları, 1989, σ. 30
[25] İbrahim Ö. Kaboğlu, Özgürlükler Hukuku, Άγκυρα: İmge Kitabevi, 1993, σ. 383
[26] Akif Emre Öktem, Uluslararası Hukukta İnanç Özgürlüğü, Άγκυρα: Liberte Yayınları, 2002, σ. 75
[27] Rıfat Bali, Cumhuriyet Yıllarında Türkiye Yahudileri – Bir Türkleştirme Serüveni (1923-1945), Κωνσταντινούπολη: İletişim Yayınları, 1999, σ. 421
[28] Baskın Oran, Türkiyeli Gayrimüslimler Üzerine Yazılar, Κωνσταντινούπολη, İletişim Yayınları, 2011, σ. 147, 68
[29] Hürriyet, 7 Οκτωβρίου 2009, Milliyet, 8 Οκτωβρίου 2009
ΠΗΓΗ: Bianet