Στην ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος, στην αποτυχία του σχεδίου ανατροπής του από ΗΠΑ και Ισραήλ, αλλά και στον στρατηγικό εγκλωβισμό του Ντόναλντ Τραμπ στα Στενά του Ορμούζ, στάθηκε ο Σταύρος Λυγερός μιλώντας στην τηλεόραση της Ναυτεμπορικής.
Αφετηρία της συζήτησης αποτέλεσε το θρίλερ γύρω από τον Αλί Λαριτζανί, με τον Σταύρο Λυγερό να υπογραμμίζει ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα υψηλόβαθμο στέλεχος, αλλά για έναν εξαιρετικά κεντρικό παίκτη του ιρανικού καθεστώτος, μέλος ιστορικής οικογένειας με βαρύ πολιτικό και θεσμικό αποτύπωμα. Ωστόσο, έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι το ισλαμικό καθεστώς του Ιράν δεν είναι προσωποπαγές. Κατά την εκτίμησή του, αυτό σημαίνει πως ακόμη και αν έχει στοχοποιηθεί ή πληγεί ένα τόσο σημαντικό πρόσωπο, το γεγονός αυτό δεν έχει την αποφασιστική σημασία που συχνά του αποδίδεται στη Δύση.
Ο ίδιος τόνισε ότι η εξόντωση κορυφαίων στελεχών έχει ασφαλώς συμβολική και πρακτική αξία, καθώς επηρεάζει τις εσωτερικές ισορροπίες, όμως δεν ανατρέπει αυτομάτως το σύστημα. Για να στηρίξει τη θέση του, παρέπεμψε και στην εμπειρία οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς, εξηγώντας ότι η απώλεια ηγετικών μορφών δεν οδηγεί μηχανικά σε αποσύνθεση. Αναφερόμενος ειδικά στη Χεζμπολάχ, σημείωσε ότι, παρά το πλήγμα που υπέστη, δεν έχει «ξεδοντιαστεί», όπως υποστηρίζεται από ορισμένους, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί, έστω και με μειωμένες επιχειρησιακές δυνατότητες σε σχέση με πέρυσι.
Κατά τον Σταύρο Λυγερό, η δυτική και ισραηλινή αντίληψη ότι μέσω στοχευμένων εκτελέσεων θα σπάσει το ηθικό και η συνοχή του αντιπάλου δεν επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα. Αντιθέτως, αυτό που επιβεβαιώνουν τα γεγονότα είναι ότι το Ιράν, παρά τα συντριπτικά πλήγματα που έχει δεχθεί, διατηρεί τη δυνατότητα να αντιστέκεται και να απαντά. Και όχι μόνο να απαντά, αλλά να απαντά, όπως είπε, συντριπτικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Λυγερός υποστήριξε ότι η αμερικανοϊσραηλινή εκστρατεία έχει αποτύχει ως προς τον βασικό πολιτικό της στόχο, που ήταν η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος και η αντικατάστασή του από ένα φιλοδυτικό σχήμα. Παραδέχθηκε ότι στο εσωτερικό του Ιράν υπάρχουν ισχυρά αντι-καθεστωτικά ρεύματα και ότι η κοινωνία είναι βαθιά μοιρασμένη. Υπογράμμισε, όμως, ότι αυτό δεν σημαίνει πως όσοι αντιτίθενται στους μουλάδες είναι διατεθειμένοι να συνταχθούν με το Ισραήλ ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως εξήγησε, όταν μια χώρα βομβαρδίζεται, όταν σκοτώνονται παιδιά και όταν ο πληθυσμός βιώνει ακόμη και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του πολέμου, όπως η όξινη βροχή, κάθε εσωτερική διάθεση ανατροπής του καθεστώτος παγώνει και οποιοσδήποτε επιχειρήσει να κινηθεί εκείνη τη στιγμή κινδυνεύει να στιγματιστεί ως όργανο ξένων δυνάμεων.
Ο Σταύρος Λυγερός έθεσε ευθέως το στρατηγικό δίλημμα: ένα καθεστώς αυτού του τύπου δεν ανατρέπεται ούτε μόνο με αεροπορικά πλήγματα ούτε με στοχευμένες εκτελέσεις. Για να αλλάξει, είπε, χρειάζεται είτε χερσαία εισβολή και κατάληψη της χώρας είτε εσωτερική επανάσταση. Και από τη στιγμή που χερσαία επιχείρηση τέτοιου μεγέθους είναι εξαιρετικά δύσκολη και πολιτικά και στρατιωτικά οδυνηρή, ο στόχος που τέθηκε εξαρχής φαίνεται να ήταν προβληματικός.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ, τα οποία χαρακτήρισε το μεγάλο όπλο του Ιράν. Όπως εξήγησε, ακόμη και τώρα, που δεν έχει προχωρήσει σε πλήρη ναρκοθέτηση, το Ιράν κρατά στα χέρια του έναν μοχλό τεράστιας πίεσης. Αν τα Στενά ναρκοθετηθούν, προειδοποίησε, τότε δεν μιλάμε για μια βραχυχρόνια διακοπή, αλλά για κατάσταση που μπορεί να απαιτήσει μήνες για να αποκατασταθεί. Και όχι μόνο λόγω των επιχειρήσεων εκκαθάρισης, αλλά και γιατί μετά θα χρειαστούν επιπλέον χρόνος και διαδικασίες από ασφαλιστικές εταιρείες και ναυτιλιακούς φορείς, προτού επανέλθει η κανονική ροή. Το αποτέλεσμα, όπως είπε, θα μπορούσε να είναι εκτίναξη του πετρελαίου ακόμη και στα 200 δολάρια.
Αναφερόμενος στις συζητήσεις περί διεθνούς επιχείρησης για να μείνουν ανοιχτά τα Στενά, ο Λυγερός εμφανίστηκε κατηγορηματικός: από στρατιωτική άποψη αυτό το σχέδιο δεν στέκει. Όπως εξήγησε, το επίμαχο πέρασμα είναι εξαιρετικά στενό, τα πλοία περνούν από συγκεκριμένο περιορισμένο διάδρομο λόγω βάθους και οι ιρανικές δυνάμεις, ακόμη και χωρίς προηγμένα οπλικά συστήματα, θα μπορούσαν να χτυπήσουν τόσο τα εμπορικά όσο και τα πολεμικά πλοία συνοδείας. Γι’ αυτό και εκτίμησε ότι η ιδέα να «ανοίξουν» τα Στενά του Ορμούζ με συνοδείες πλοίων είναι περισσότερο ρητορική παρά ρεαλιστική επιλογή.
Στο ίδιο σημείο εντόπισε και τον πυρήνα του αμερικανικού εγκλωβισμού. Κατά τον Σταύρο Λυγερό, η Ουάσιγκτον και προσωπικά ο Τραμπ είχαν υπολογίσει ότι η υπόθεση θα τελείωνε μέσα σε δύο ή τρεις ημέρες. Ότι θα ήταν μια γρήγορη υπόθεση, εύκολα διαχειρίσιμη. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια παρατεταμένη σύγκρουση, χωρίς σαφή στρατηγική έξοδο. Και αυτό, όπως είπε, κοστίζει ήδη πολιτικά στον Τραμπ, πλήττοντας το προφίλ του και διχάζοντας ακόμη και το ίδιο του το πολιτικό στρατόπεδο.
Ο Λυγερός έθεσε ανοιχτά και το ερώτημα για το τι ήταν αυτό που έκανε τον Τραμπ να κινηθεί αντίθετα από όσα έλεγε προεκλογικά αλλά και μετεκλογικά. Σχολιάζοντας τα σχετικά σενάρια, ανέφερε ότι κυκλοφορεί ευρέως η θεωρία πως το υλικό που σχετίζεται με τον Τζέφρι Έπσταϊν και φέρεται να συνδέεται με ισραηλινά δίκτυα επιρροής θα μπορούσε να λειτουργεί ως μέσο πίεσης. Διευκρίνισε ότι πρόκειται για σενάριο που κυκλοφορεί και όχι για τεκμηριωμένο συμπέρασμα, αλλά το ενέταξε ακριβώς στο γενικότερο ερώτημα για το ποιοι μοχλοί ώθησαν τον Τραμπ σε μια τόσο ριζική μεταστροφή.
Από εκεί και πέρα, έδωσε ιδιαίτερη σημασία και στην αγωνία των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου. Όπως τόνισε, οι χώρες αυτές είχαν επενδύσει στρατηγικά στη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δίνοντας βάσεις, επενδύοντας πετροδολάρια στο αμερικανικό σύστημα και θεωρώντας δεδομένο ότι σε αντάλλαγμα θα απολάμβαναν ασφάλεια. Κατά την εκτίμησή του, αυτό το μοντέλο έχει ήδη ραγίσει, διότι οι ίδιες βλέπουν τώρα ότι αν οι Αμερικανοί αποχωρήσουν ή αν δεν μπορέσουν να επιβληθούν, εκείνες θα βρεθούν μόνες απέναντι στο Ιράν.
Η πιο δραματική του επισήμανση αφορούσε τις δυνατότητες της Τεχεράνης να πλήξει όχι μόνο πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, αλλά και υποδομές αφαλάτωσης στις αραβικές ακτές του Κόλπου. Αν κάτι τέτοιο συμβεί, υπογράμμισε, τότε μεγάλες περιοχές θα κινδυνεύσουν να γίνουν ουσιαστικά ακατοίκητες λόγω έλλειψης νερού. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι κολοσσιαίες επενδύσεις που έχουν γίνει σε μέρη όπως το Ντουμπάι θα υποστούν τεράστια απαξίωση, με επιπτώσεις που θα διαχυθούν και στο δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, αφού μεγάλο μέρος αυτής της ανάπτυξης έχει στηριχθεί σε δανεισμό.
Το βασικό μήνυμα της παρέμβασης του Σταύρου Λυγερού ήταν ότι πίσω από τη ρητορική υπεροχής και τις εντυπωσιακές ανακοινώσεις, ΗΠΑ και Ισραήλ βρίσκονται μπροστά σε μια πολύ πιο δύσκολη πραγματικότητα απ’ όση είχαν υπολογίσει. Το Ιράν δεν κατέρρευσε, ο στρατηγικός στόχος δεν επετεύχθη, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ο μεγάλος μοχλός πίεσης και το γεωπολιτικό και οικονομικό κόστος της κρίσης απειλεί να επεκταθεί πολύ πέρα από το πεδίο της σύγκρουσης.