Επιμέλεια έρευνας: Γιάννης Πεγειώτης
Ο θάνατος του Αλί Λαριτζανί σε ισραηλινή αεροπορική επιδρομή συνιστά μία από τις πιο βαριές απώλειες για το ιρανικό καθεστώς από την έναρξη της νέας φάσης του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν επιβεβαίωσε αργά το βράδυ της Τρίτης ότι ο ισχυρός άνδρας της ασφάλειας της χώρας σκοτώθηκε, μαζί με τον γιο του και τους σωματοφύλακές του, επιβεβαιώνοντας έτσι τους ισραηλινούς ισχυρισμούς.
Η απώλειά του δεν είναι μια απλή αποκεφάλιση ενός ακόμη κορυφαίου στελέχους. Ο Αλί Λαριτζανί είχε εξελιχθεί τους τελευταίους μήνες σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της επιβίωσης του καθεστώτος. Μετά τον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο Λαριτζανί αναβαθμίστηκε ακόμη περισσότερο, αποκτώντας εξέχοντα ρόλο στη διαχείριση του πολέμου εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Στις δύο πρώτες εβδομάδες της σύγκρουσης ήταν πολύ πιο ορατός από τον νέο ανώτατο ηγέτη, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος παραμένει ουσιαστικά αόρατος από τη στιγμή που ορίστηκε διάδοχος του δολοφονημένου πατέρα του.
Η εικόνα του Λαριτζανί να κινείται ανάμεσα σε πλήθη κατά τη διάρκεια φιλοκυβερνητικής συγκέντρωσης στην Τεχεράνη την περασμένη εβδομάδα είχε ερμηνευθεί ως πράξη πολιτικής και συμβολικής ανυπακοής απέναντι στο Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Ήταν μια συνειδητή προβολή ισχύος, σε μια στιγμή που το ιρανικό καθεστώς ήθελε να δείξει ότι όχι μόνο αντέχει, αλλά και συνεχίζει να έχει στελέχη που μπορούν να συνδυάσουν σκληρή ιδεολογική γραμμή με πρακτική διαχείριση της κρίσης.
Αυτό ακριβώς ήταν και ο Λαριτζανί. Ένας «πραγματιστής» μέσα στον σκληρό πυρήνα του συστήματος. Ένας άνθρωπος που μπορούσε να ισορροπεί ανάμεσα στην ιδεολογική αφοσίωση και τη ρεαλιστική πολιτική δεξιοτεχνία. Ήταν το πρόσωπο που γνώριζε σε βάθος τον τρόπο λειτουργίας του καθεστώτος, τους μηχανισμούς ασφαλείας, την πυρηνική διαπραγμάτευση, τη στρατηγική διπλωματία και την εσωτερική συνοχή της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι ειδικοί και παρατηρητές τον περιγράφουν ως τον κεντρικό παράγοντα διατήρησης της συνέχειας της ιρανικής κυβέρνησης εδώ και μήνες, ιδίως μετά τον Ιούνιο του 2025. Ο Ντέιβιντ Χάλφα του Παρατηρητηρίου Μέσης Ανατολής στο Ίδρυμα Jean Jaurès τον χαρακτήρισε ως την προσωπικότητα που είχε ουσιαστικά την ευθύνη για την επιβίωση του καθεστώτος, για την περιφερειακή του πολιτική και για την αμυντική του στρατηγική. Παράλληλα, τόνισε και τον κομβικό του ρόλο στην αιματηρή καταστολή του Ιανουαρίου.
Η καταστολή εκείνη είχε ήδη στιγματίσει τον Λαριτζανί διεθνώς. Τον Ιανουάριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες του επέβαλαν κυρώσεις για τη «βίαιη καταστολή του ιρανικού λαού», μετά τις πανεθνικές διαμαρτυρίες που είχαν ξεσπάσει εξαιτίας της ακρίβειας και της κοινωνικής ασφυξίας. Σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν σε εκείνη την καταστολή. Αυτό σημαίνει ότι ο Λαριτζανί δεν ήταν απλώς τεχνοκράτης ή διαχειριστής. Ήταν βασικός εκτελεστής της σκληρής γραμμής του συστήματος.
Η διαδρομή του εξηγεί γιατί θεωρούνταν τόσο κρίσιμος. Γεννημένος το 1957 στη Νατζάφ του Ιράκ, προερχόταν από ισχυρή θρησκευτική και πολιτική οικογένεια, στενά συνδεδεμένη με τον ιδρυτή της Ισλαμικής Δημοκρατίας, Αγιατολάχ Ρουχολά Χομεϊνί. Η οικογένεια Λαριτζανί έχει ασκήσει επιρροή για δεκαετίες στο ιρανικό πολιτικό σύστημα, αν και κατά καιρούς έχει βρεθεί και στο στόχαστρο κατηγοριών περί διαφθοράς, τις οποίες αρνήθηκε.
Ο ίδιος απέκτησε διδακτορικό στη Δυτική φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, υπήρξε βετεράνος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ, διηύθυνε τον κρατικό ραδιοτηλεοπτικό φορέα IRIB επί μία δεκαετία, διετέλεσε πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου από το 2008 έως το 2020 και είχε υπάρξει επικεφαλής διαπραγματευτής για τα πυρηνικά μεταξύ 2005 και 2007. Μετείχε σε συνομιλίες με τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Ρωσία, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να κινείται με άνεση τόσο στον εσωτερικό μηχανισμό όσο και στη διεθνή διπλωματία.
Το 2025, μετά τον πόλεμο του Ιράν με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, επέστρεψε στην κορυφή του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, του κορυφαίου οργάνου στρατηγικής και ασφάλειας του Ιράν, σε μια θέση που είχε κατέχει σχεδόν δύο δεκαετίες νωρίτερα. Από εκεί συντόνιζε τις αμυντικές στρατηγικές και επέβλεπε την πυρηνική πολιτική της χώρας. Σταδιακά έγινε και πιο ορατός διπλωματικά, μεταβαίνοντας σε χώρες του Κόλπου όπως το Ομάν και το Κατάρ, την ώρα που η Τεχεράνη προσπαθούσε να διατηρήσει ανοιχτά κανάλια συνεννόησης, πριν αυτά τιναχθούν στον αέρα από τον πόλεμο.
Η πολιτική του φυσιογνωμία είχε ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε βαθιά άνθρωπος του καθεστώτος, ο Λαριτζανί δεν ανήκε στους άκαμπτους δογματικούς. Υποστήριξε τη συμφωνία του 2015 για τα πυρηνικά με τις μεγάλες δυνάμεις και επέμενε ότι οι συνομιλίες με την Ουάσιγκτον έπρεπε να περιοριστούν αυστηρά στο πυρηνικό πεδίο. Υπερασπιζόταν ταυτόχρονα τον εμπλουτισμό ουρανίου ως κυριαρχικό δικαίωμα του Ιράν. Τον Μάρτιο του 2025 είχε προειδοποιήσει ξεκάθαρα ότι εξωτερική πίεση θα μπορούσε να οδηγήσει το Ιράν να εγκαταλείψει τη δέσμευσή του κατά της ανάπτυξης πυρηνικών όπλων, λέγοντας ουσιαστικά ότι εάν η Δύση πιέσει υπερβολικά, θα σπρώξει η ίδια την Τεχεράνη προς την πυρηνική κατεύθυνση.
Αυτό κάνει τη δολοφονία του ακόμη πιο βαριά πολιτικά. Δεν σκοτώθηκε απλώς ένας σκληρός του καθεστώτος. Σκοτώθηκε ένας από τους λίγους ανθρώπους που μπορούσαν να συνομιλούν με το εσωτερικό σύστημα, να ελέγχουν την καταστολή, να διαχειρίζονται την εξωτερική πολιτική και να κρατούν ανοιχτή την πόρτα του πραγματισμού όταν αυτό εξυπηρετούσε την επιβίωση του καθεστώτος.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίστηκε δημόσια για να ανακοινώσει τον θάνατό του και να ισχυριστεί ότι η πτώση του Λαριτζανί θα μπορούσε να δώσει στον ιρανικό λαό μια ευκαιρία να εξεγερθεί και να ανατρέψει τους κληρικούς ηγέτες του. Ακόμη κι ο ίδιος όμως παραδέχθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη. Και εδώ βρίσκεται η ουσία: η απώλεια του Λαριτζανί αποδυναμώνει σαφώς τον μηχανισμό επιβίωσης της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αλλά δεν σημαίνει αυτομάτως και κατάρρευση.
Το χτύπημα, ωστόσο, είναι βαθύ. Στην Τεχεράνη, ο Λαριτζανί θεωρούνταν ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που μπορούσαν να πλοηγηθούν ταυτόχρονα στην ιδεολογία, στη διπλωματία, στην καταστολή και στη στρατηγική. Η επιστροφή του στην πρώτη γραμμή είχε φανεί σε πολλούς ως ένδειξη ότι το καθεστώς αναζητούσε σταθερότητα μέσα στην καταιγίδα. Τώρα, αυτή η προσπάθεια σταθεροποίησης φαίνεται να κόπηκε απότομα.
Το ερώτημα που μένει είναι βαρύ: θα αποδειχθεί ο θάνατός του ρήγμα στη συνοχή του καθεστώτος ή αφορμή για ακόμη μεγαλύτερη συσπείρωση των σκληρών κέντρων εξουσίας; Σε κάθε περίπτωση, η εξόντωση του Αλί Λαριτζανί δεν είναι ένα απλό πολεμικό επεισόδιο. Είναι χτύπημα στον πυρήνα της ιρανικής κρατικής συνέχειας.