Στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών για υποθέσεις παράνομης χρηματοδότησης βρίσκεται ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων, Ερσίν Τατάρ, αναφορικά με τις σχέσεις του με τον δολοφονηθέντα επιχειρηματία Χαλίλ Φάλγιαλι. Οι πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας εμπλέκουν επίσης τον στενό συνεργάτη του επιχειρηματία, ο οποίος δολοφονήθηκε αργότερα. Σε μια πρώτη αντίδραση επί του θέματος, ο Ερσίν Τατάρ χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς «εντελώς αβάσιμους, ανυπόστατους και αναληθείς».
Οι συγκεκριμένες καταγγελίες, οι οποίες δημοσιεύονται ως το πέμπτο μέρος μιας εκτενούς έρευνας με τίτλο «Ο (Χαλίλ) Φάλγιαλι Ζει», βασίζονται κατά κύριο λόγο στη μαρτυρία του Τζεμίλ Ονάλ. Ο κ. Ονάλ υπήρξε επί σειρά ετών οικονομικός διευθυντής του Φάλγιαλι και οι ισχυρισμοί του εστιάζουν σε τρεις κύριες πτυχές της υπόθεσης.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, σύμφωνα με τον Ονάλ, «ο Ερσίν Τατάρ ερχόταν μία φορά την εβδομάδα, ή και κάθε δύο εβδομάδες, στο σπίτι Επίκτητο. Δεν ερχόταν με το επίσημο αυτοκίνητό του, μόνο με τον σωματοφύλακά του, τον Ασίμ. Τα μετρητά τα έπαιρνε από το σπίτι». Οι εν λόγω πληρωμές, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, προορίζονταν για την κάλυψη αναγκών προεκλογικών εκστρατειών, την πληρωμή ενοικίων γραφείων καθώς και για διάφορα οργανωτικά έξοδα, με τα χρήματα να παραδίδονται στο σπίτι πριν από τη διανομή τους.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο κ. Ονάλ ισχυρίστηκε ότι «έστειλε πολλά χρήματα στον λογαριασμό », παραθέτοντας ενδεικτικά ποσά της τάξεως των 30.000 τουρκικών λιρών κατά το έτος 2016 (ποσό που αντιστοιχούσε σε περίπου 10.000 δολάρια ΗΠΑ την τότε εποχή), τα οποία κατατέθηκαν «μέσω ATM ». Επιπροσθέτως, ισχυρίστηκε ότι ένα πρόσωπο που εμπλεκόταν στη διαδικασία αυτών των καταθέσεων συνελήφθη στην Τουρκία. Σημειώνεται ότι, κατά την επίμαχη περίοδο, το «Kanal T» ανήκε στην ιδιοκτησία της οικογένειας Τατάρ.
Το ρεπορτάζ γράφει επίσης για ένα «μουσείο αυτοκινήτων» το οποίο βρισκόταν κάτω από το σπίτι. Σύμφωνα με τον Ονάλ, «ο Φάλγιαλι έφερε πολυτελή οχήματα (Rolls Royce, Bentley, McLaren, Ferrari, Lamborghini κ.ά.) και εξασφάλισε άδεια για «μουσείο αυτοκινήτων» με στόχο να μειωθούν δραστικά οι ετήσιοι φόροι και τα τέλη κυκλοφορίας». Ο ίδιος ισχυρίζεται μάλιστα ότι «η έγκριση αυτής Ερσίν Τατάρ», γεγονός που οδήγησε σε τεράστια φορολογική ελάφρυνση. Ο Ονάλ υποστηρίζει πως, εάν υπολογιστεί ένα ετήσιο τέλος κυκλοφορίας ύψους 20.000 λιρών Αγγλίας για κάθε ένα από τα περίπου 30 οχήματα, η συνολική φορολογική επιβάρυνση θα ανερχόταν σε 600.000 λίρες Αγγλίας, ένα ποσό που μειώθηκε δραματικά υπό το συγκεκριμένο καθεστώς.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο πρόσωπο του Ερχάν Αρίκαν, τον οποίο ο Ονάλ περιέγραψε ως «επίσημο διαχειριστή υποθέσεων, διακινητή χρημάτων και αδειών, καθώς και μεσάζοντα σε παραχωρήσεις γης». Ο Αρίκαν φέρεται να «περιόδευε πόρτα-πόρτα με μια τσάντα, εξασφαλίζοντας άδειες και αποκτώντας εδάφη», ενώ υποστηρίζεται ότι παρακρατούσε μέρος των χρημάτων που προορίζονταν για δωροδοκίες. Οι ισχυρισμοί περιλαμβάνουν αναφορές για παραχωρήσεις «κρατικών» εδαφών, «άδειες εργασίας», «επίσημες διαδικασίες» ξενοδοχείων και εργοστασίων, καθώς και διασυνδέσεις με αθλητικούς συλλόγους και μέσα ενημέρωσης των κατεχομένων.
Η Σιμπέλ Τατάρ, σύζυγος του Τουρκοκύπριου ηγέτη και διευθύντρια του καναλιού από το 2009 έως το 2024, σε απάντησή της δήλωσε ότι «όλοι οι λογαριασμοί έλεγχό μου» και ότι είναι «έτοιμη να προσκομίσει όλα τα τραπεζικά αντίγραφα, συμπεριλαμβανομένου του 2016». Τόνισε επίσης κατηγορηματικά ότι «άλλο ο Ερσίν Τατάρ, άλλο το Kanal T». Από την πλευρά του, ο Ερσίν Τατάρ απάντησε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, υπογραμμίζοντας ότι «οι αναφορές που περιλαμβάνονται σε εφημερίδα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αποδίδονται σε εμένα, είναι εντελώς αβάσιμες, ανυπόστατες και αναληθείς».
Στον απόηχο των αποκαλύψεων, το «Κίνημα Αριστεράς» (Sol Hareket) στα κατεχόμενα κάλεσε την «αστυνομία», την «εισαγγελία» και την «κεντρική τράπεζα» να ξεκινήσουν άμεσα επίσημη έρευνα για τις καταγγελίες περί διαφθοράς και ξεπλύματος χρήματος. Ο γραμματέας εξωτερικών σχέσεων του κινήματος, Αμπντουλάχ Κορκμάζχαν, ανέφερε ότι οι ισχυρισμοί για ξέπλυμα χρήματος και σχέσεις με τη μαφία συγκλονίζουν τη δημόσια συνείδηση, τονίζοντας την επιτακτική ανάγκη ενεργοποίησης όχι μόνο της «αστυνομίας» και της «εισαγγελίας», αλλά και των αρμόδιων μηχανισμών οικονομικού ελέγχου.