Η σύγκρουση ανάμεσα στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν εξελίσσεται μέσα στο 2026 σε μία από τις σοβαρότερες κρίσεις ασφαλείας στη Νότια Ασία, με διασυνοριακές αεροπορικές επιδρομές, ανταλλαγές πυρών και κλιμακούμενες επιθέσεις ενόπλων να μετατρέπουν μια ήδη τεταμένη σχέση σε ανοιχτό μέτωπο. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης του Sajjan Gohel στο Homeland Security Today, ο οποίος υποστηρίζει ότι το Ισλαμαμπάντ βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπο με τις συνέπειες μιας στρατηγικής που το ίδιο καλλιέργησε επί δεκαετίες, στηρίζοντας τους Ταλιμπάν και ένοπλες οργανώσεις-πληρεξουσίους στο Αφγανιστάν.
Σύμφωνα με το άρθρο, το Πακιστάν κατηγορεί το καθεστώς των Ταλιμπάν ότι προσφέρει καταφύγιο στην Tehrik-e-Taliban Pakistan, την οργάνωση που έχει αναλάβει κύμα επιθέσεων μέσα στο πακιστανικό έδαφος. Ωστόσο, ο Gohel σημειώνει ότι αυτή η αφήγηση αποσιωπά μια βασική πραγματικότητα: οι σημερινές απειλές δεν προέκυψαν ξαφνικά, αλλά αποτελούν την κατάληξη μιας μακράς πολιτικής επιλογής, μέσα από την οποία το πακιστανικό κράτος επένδυσε σε ισλαμιστικά δίκτυα ώστε να διατηρεί επιρροή στην Καμπούλ και να περιορίζει τον ινδικό ρόλο στο Αφγανιστάν.
Η σχέση αυτή έχει βαθιές ρίζες. Το Πακιστάν ήταν από τις λίγες χώρες που αναγνώρισαν διπλωματικά το πρώτο καθεστώς των Ταλιμπάν την περίοδο 1996–2001, ενώ μετά την αμερικανική επέμβαση του 2001 κατηγορήθηκε επανειλημμένα από δυτικούς αξιωματούχους και αφγανικές κυβερνήσεις ότι συνέχισε να διατηρεί δεσμούς με ηγετικά στελέχη και δίκτυα των Ταλιμπάν, παρότι δημοσίως παρουσιαζόταν ως εταίρος στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Όταν οι Ταλιμπάν επέστρεψαν στην εξουσία τον Αύγουστο του 2021, στο Πακιστάν η εξέλιξη αντιμετωπίστηκε από κύκλους του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου ως στρατηγική δικαίωση.
Κατά τον αναλυτή, το μεγάλο λάθος του Ισλαμαμπάντ ήταν η πεποίθηση ότι ένα μετα-αμερικανικό Αφγανιστάν υπό τους Ταλιμπάν θα λειτουργούσε σαν πειθαρχημένο κράτος-πελάτης και θα περιόριζε αυτόματα την TTP. Στην πράξη συνέβη το αντίθετο. Η TTP, αν και χωριστή οργάνωση, διατηρεί στενούς δεσμούς με τους Αφγανούς Ταλιμπάν, και οι επιθέσεις της μέσα στο Πακιστάν έχουν ενταθεί μετά το 2021, κάτι που καταγράφουν και διεθνή μέσα στην τρέχουσα κρίση του 2026.
Η απάντηση του Πακιστάν ήταν όλο και πιο στρατιωτική. Τον Μάρτιο του 2026, πακιστανικά πλήγματα σε Καμπούλ, Πακτία και Κανταχάρ οδήγησαν σε σοβαρή κλιμάκωση, με τους Ταλιμπάν να μιλούν για παραβίαση της αφγανικής κυριαρχίας και τον ΟΗΕ να καταγράφει απώλειες αμάχων. Το Reuters μετέδωσε ότι τουλάχιστον τέσσερις άνθρωποι σκοτώθηκαν και πάνω από δώδεκα τραυματίστηκαν σε κατοικημένη περιοχή της Καμπούλ, ενώ το Associated Press ανέφερε αφγανικές καταγγελίες για πολύ βαρύτερο απολογισμό σε πλήγμα σε κέντρο απεξάρτησης. Το Πακιστάν αρνήθηκε ότι στόχευσε πολίτες και υποστήριξε ότι έπληξε τρομοκρατική υποδομή.
Αυτό ακριβώς είναι και ο πυρήνας της κριτικής του Gohel: ότι τα διασυνοριακά χτυπήματα μπορεί να παράγουν εικόνα αποφασιστικότητας, αλλά δεν έχουν αλλάξει τον στρατηγικό συσχετισμό. Οι Ταλιμπάν παραμένουν στην εξουσία στην Καμπούλ, η TTP συνεχίζει να χτυπά, ενώ το πολιτικό κόστος για το Πακιστάν μεγαλώνει, τόσο λόγω απωλειών αμάχων όσο και λόγω της ανόδου του αντιαπακιστανικού αισθήματος στο Αφγανιστάν.
Το άρθρο επεκτείνει την κριτική και στο εσωτερικό μέτωπο του Πακιστάν, ειδικά στο Μπαλουχιστάν. Ο Gohel υποστηρίζει ότι το Ισλαμαμπάντ επιχειρεί να μεταθέσει την ευθύνη στους Ταλιμπάν, ακόμη και για την παρουσία του Baloch Liberation Army, την ώρα που η ίδια η εξέγερση στην περιοχή τροφοδοτείται από χρόνιες κρατικές πρακτικές καταστολής. Στο σημείο αυτό η υπόθεση της ακτιβίστριας Mahrang Baloch προβάλλεται ως ενδεικτική: οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικοί εισηγητές του ΟΗΕ έχουν ζητήσει την απελευθέρωσή της και έχουν καταγγείλει αυθαίρετες κρατήσεις και δίωξη ειρηνικών Μπαλόχ ακτιβιστών.
Η αστάθεια αυτή έχει και διεθνή οικονομική διάσταση. Το Μπαλουχιστάν και η Χάιμπερ Παχτούνχβα επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια του China-Pakistan Economic Corridor, με το Πεκίνο να παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία τις επιθέσεις και τη γενικότερη αποσταθεροποίηση. Στην ανάλυση επισημαίνεται ότι το Πακιστάν είχε διαβεβαιώσει την Κίνα μετά το 2021 πως η επιστροφή των Ταλιμπάν θα σταθεροποιούσε τα δυτικά του σύνορα. Αντί γι’ αυτό, τα σύνορα έχουν μετατραπεί σε ενεργή ζώνη σύγκρουσης.
Παράλληλα, ο Gohel συνδέει τη σημερινή κρίση με τη γενικότερη εικόνα του πακιστανικού κράτους: ένα υβριδικό πολιτικό σύστημα, όπου η πολιτική εξουσία συνυπάρχει με τη βαριά επιρροή του στρατού, με υποχώρηση πολιτικών ελευθεριών και συνεχιζόμενες διεθνείς υποψίες για ανοχή ή διατήρηση σχέσεων με οργανώσεις όπως οι Jaish-e-Mohammed και Lashkar-e-Taiba. Η επιχειρηματολογία του είναι ότι το Πακιστάν δυσκολεύεται να πείσει πως δίνει μια καθαρή μάχη κατά της τρομοκρατίας, όταν το ίδιο το ιστορικό του είναι δεμένο με τη χρήση ένοπλων πληρεξουσίων ως εργαλείων στρατηγικής.
Έτσι, η σημερινή αντιπαράθεση με το Αφγανιστάν δεν παρουσιάζεται απλώς ως μία ακόμη συνοριακή διαφορά. Στο άρθρο του HSToday περιγράφεται ως το αποτέλεσμα ενός «παράδοξου του Πακιστάν»: ενός κράτους που τώρα πολεμά δυνάμεις και δίκτυα τα οποία επί χρόνια ανεχόταν, αξιοποιούσε ή θεωρούσε χρήσιμα. Με απλά λόγια, το Ισλαμαμπάντ βρίσκεται αντιμέτωπο με τον μακρύ ίσκιο των δικών του στρατηγικών επιλογών.