
Τα ασφάλιστρα υγείας εξελίσσονται σε ακόμη έναν μηχανισμό μόνιμης αφαίμαξης των ελληνικών νοικοκυριών, με την κυβέρνηση να παρακολουθεί –και ουσιαστικά να νομιμοποιεί– μια ακρίβεια που έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο εδώ και πάνω από δέκα χρόνια. Παρά τις διακηρύξεις περί προστασίας των πολιτών, η πραγματικότητα δείχνει ότι ούτε φέτος υπήρξε ουσιαστική παρέμβαση, αλλά απλώς μια ακόμη διαχείριση της κρίσης με επικοινωνιακούς όρους.
Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, κυβέρνηση και ασφαλιστικές εταιρείες κατέληξαν σε μια άτυπη «συμφωνία κυρίων», με τις αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας να κινούνται γύρω στο 7%. Μια συμφωνία χωρίς θεσμικό βάθος, χωρίς νομική δέσμευση και χωρίς καμία πραγματική εγγύηση για τους ασφαλισμένους. Στην πράξη, πρόκειται για μια σιωπηρή αποδοχή της ακρίβειας, που απλώς επιχειρεί να αποφύγει τις πολιτικές αντιδράσεις που θα προκαλούσαν νέες διψήφιες αυξήσεις.
Για τα ελληνικά νοικοκυριά, όμως, το αποτέλεσμα παραμένει βαρύ. Ένα μέσο οικογενειακό συμβόλαιο των 2.000 έως 2.500 ευρώ επιβαρύνεται φέτος με επιπλέον 140 έως 175 ευρώ, σε μια περίοδο όπου το εισόδημα πιέζεται από παντού: τρόφιμα, ενέργεια, ενοίκια. Η κυβέρνηση μιλά για «συγκράτηση», την ώρα που χιλιάδες οικογένειες αναγκάζονται να επανεξετάσουν αν μπορούν να αντέξουν ακόμα και την ιδιωτική ασφάλιση υγείας.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η αποτυχία δημιουργίας ενός ειδικού δείκτη αναπροσαρμογών, που θα συνέδεε τις αυξήσεις με αντικειμενικά στοιχεία όπως ο ιατρικός πληθωρισμός και το κόστος νοσηλείας. Ο δείκτης αυτός είχε παρουσιαστεί ως λύση διαφάνειας, αλλά ούτε φέτος εφαρμόστηκε, με την κυβέρνηση να κρύβεται πίσω από την «ανετοιμότητα» της ΕΛΣΤΑΤ. Έτσι, και το 2025 η αγορά λειτουργεί χωρίς κανόνες, με πολιτικές διαβουλεύσεις πίσω από κλειστές πόρτες και χωρίς καμία θεσμική προστασία για τον πολίτη.
Η συνάντηση του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου με την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος ανέδειξε με σαφήνεια το πρόβλημα: το κράτος δεν ρυθμίζει, απλώς παρακαλεί για αυτοσυγκράτηση. Την ίδια στιγμή, οι ασφαλιστικές επικαλούνται τον υψηλό ιατρικό πληθωρισμό, χωρίς όμως η κυβέρνηση να προχωρά σε ουσιαστικό έλεγχο του κόστους στον ιδιωτικό τομέα υγείας.
Τα στοιχεία της τελευταίας δεκαετίας είναι καταδικαστικά. Από το 2011 μέχρι σήμερα, οι σωρευτικές αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας φτάνουν το 250%. Συμβόλαια των 1.000 ευρώ εκτοξεύτηκαν στα 3.500 ευρώ, οδηγώντας σε περίπου 400.000 ακυρώσεις. Μισοί σχεδόν ασφαλισμένοι εγκατέλειψαν τα προγράμματα υγείας, όχι από επιλογή αλλά από οικονομική αδυναμία. Και η ειρωνεία είναι ότι πολλοί από αυτούς βρίσκονται πλέον σε ηλικίες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη την κάλυψη.
Το αφήγημα της κυβέρνησης περί «ανάσας» δεν πείθει. Αυτό που παρουσιάζεται ως συγκράτηση δεν είναι παρά μια προσωρινή καθυστέρηση μιας κρίσης που βαθαίνει. Χωρίς ουσιαστική ρύθμιση, χωρίς διαφάνεια και χωρίς πραγματική πολιτική βούληση να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια στην υγεία, τα ασφάλιστρα παραμένουν ένας δείκτης της αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής να προστατεύσει τα ελληνικά νοικοκυριά.
Το ερώτημα δεν είναι αν αυτή η άτυπη συμφωνία θα αντέξει στον χρόνο. Το ερώτημα είναι πόσοι ακόμη πολίτες θα αναγκαστούν να μείνουν χωρίς ιδιωτική κάλυψη υγείας, πληρώνοντας το τίμημα μιας πολιτικής που αφήνει την ακρίβεια να λειτουργεί ανεξέλεγκτα.
makeleio