του Χρόνη Βάρσου
Φιλολόγου-Ιστορικού Ερευνητή
Μ.Α Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στις 7/3/2021 στο ένθετο αφιέρωμα, για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, στην εφημερίδα “ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ”
Μετά την πτώση της Τρίπολης (23 Σεπτεμβρίου 1821) και την παράδοση του Ακροκορίνθου (14 Ιανουαρίου 1822) το σύνολο σχεδόν των τουρκικών φρουρίων στην Πελοπόννησο βρισκόταν στα χέρια των επαναστατών. Έμεναν όμως ακόμη υπό οθωμανικό έλεγχο τα ισχυρά κάστρα των Πατρών και του Ναυπλίου όπως και αυτά της Μεθώνης και της Κορώνης. Αρχές 1822 έληξε η μείζονος σημασίας σύγκρουση που μαινόταν στην Ήπειρο από τον Ιούλιο του 1820 ανάμεσα στον φιλόδοξο ισχυρό πασά των Ιωαννίνων, Αλή Τεπελενλή, και τον σουλτάνο Μαχμούτ Β΄. Η πτώση του Αλή και η δολοφονία του στις 24 Ιανουαρίου, θα αποδέσμευε δεκάδες χιλιάδες στρατού, που υπό τον μόρα-βαλεσή, Αχμέτ Χουρσίτ, ήταν απασχολημένος μέχρι τότε στο μέτωπο των Ιωαννίνων, γεγονός που βοήθησε τα μέγιστα την ελληνική υπόθεση. Προτού λοιπόν εκδηλωθεί η κάθοδος των τουρκικών δυνάμεων προς το νότο με στόχο την ανακατάληψη της Τρίπολης, έπρεπε να ανεφοδιαστούν μέσω του στόλου τα σημαντικά κάστρα του Μοριά, ιδίως αυτά του Ναυπλίου και της Πάτρας, που πολιορκούνταν έστω και χαλαρά από τους Έλληνες. Υπό τον νέο καπουδάν πασά Νασούχ Ζαντέ Καρά Αλής, διορισμένο ήδη από τον Νοέμβριο του 1821, το σουλτανικό ναυτικό ετοιμάστηκε για να υλοποιήσει τα σουλτανικά σχέδια.
Στις 24 Ιανουαρίου εξήλθε των Στενών ο οθωμανικός στόλος με κατεύθυνση τα δυτικά παράλια της Πελοποννήσου και την Πάτρα υπό τον πατρονά-μπέη (αντιναύαρχο) Καρά Πεπέ Αλή. Αποτελούνταν από 65-72 σκάφη εκ των οποίων 7 φρεγάτες, 6 κορβέτες, 23 μπρίκια και γολέτες και 29 μεταγωγικά (ή σύμφωνα με άλλες πηγές από 8 μεγάλα δίκροτα*, 3 φρεγάτες*, 4 κορβέτες*, 41 μπρίκια* και γολέτες* και 16 μεταγωγικά). Στην αρμάδα συμπεριλαμβανόταν και μια αιγυπτιακή μοίρα 14 πλοίων υπό τον Ισμαήλ Τζεμπέλ Γιβραλτάρ και μια άλλη 6 πλοίων από τα βορειο-αφρικανικά οτζάκια (Αλγέρι, Τύνιδα, Τριπολίτιδα) υπό τον Χαλήλ μπέη. Αποστολή της ήταν να εφοδιάσει τα τουρκικά κάστρα του Μοριά και να αποβιβάσει στην Πάτρα 4.000 ασιατικά στρατεύματα με 20 κανόνια υπό τον Καρά Μεχμέτ (Κακλαμάν) πασά, πρώην φρούραρχο Δαρδανελλίων και διοικητή του στόλου του Ευξείνου Πόντου, και νυν αρχηγό των αποβατικών δυνάμεων, που θα ερχόταν από το στρατόπεδο του Χουρσίτ στα Γιάννενα, για ενίσχυση της φρουράς της πόλης. Μέχρι τότε περίπου 4.000 ένοπλοι (ιδίως οι 1.000 Λαλαίοι) υπό τον ικανότατο Γιουσούφ Σελήμ πασά Σερεσλή, που είχε φτάσει κι αυτός από τα Γιάννενα τον περασμένο Απρίλιο, σήκωναν το βάρος της υπεράσπισης των Πατρών και του Ρίου από τα ελληνικά σώματα που τους πολιορκούσαν.
Τα Ψαρά έμαθαν πρώτα για την επικείμενη έξοδο της εχθρικής αρμάδας και προσπάθησαν ανεπιτυχώς να την πλήξουν με δύο πυρπολικές επιθέσεις πλησίον των Στενών (στις 14 και 24 του μήνα). Μια ψαριανή μοίρα υπό τον Ν. Αποστόλη (14 μπρίκια, ένα μίστικο και ένα πυρπολικό) την ακολούθησε αποπλέοντας στις 30 του μήνα ενώ ήδη είχαν ενημερωθεί η Ύδρα και οι Σπέτσες.
Στις 29 του μηνός ο οθωμανικός στόλος ανεφοδίασε τη Μεθώνη (η τρικυμία δεν επέτρεψε τον ανεφοδιασμό και της Κορώνης) και την επομένη διενήργησε απόβαση στο Νεόκαστρο (800 άνδρες υποστηριζόμενοι και από 1.200 Τούρκους της Μεθώνης), προσπάθεια που αναχαιτίστηκε από τη μικρή ελληνική φρουρά των 180 ανδρών και τους 50 φιλέλληνες υπό τον στρατηγό Κ. Νόρμαν. Το απόγευμα, 2 Φεβρουαρίου, μέσω τρικυμίας, αγκυροβόλησε στη Ζάκυνθο για ανεφοδιασμό και επισκευές, υποδεχόμενος από τη βρετανική διοίκηση των Ιονίων που τηρούσε προκλητικά φιλοτουρκική στάση.
Στις 3 Φεβρουαρίου η ψαριανή μοίρα έφτασε στην Ύδρα και στις 9 στην Ελαφόνησο αναμένοντας τα υδραιο-σπετσιώτικα πλοία που ετοιμάζονταν. Επρόκειτο για 24-25 υδραίικα μπρίκια υπό την ηγεσία των Α. Μιαούλη, Λ. Πινότση και Ιω. Βούλγαρη και άλλα 20 σπετσιώτικα και ένα πυρπολικό, υπό τον Γκίκα Τσούπα, που απέπλευσαν στις 8 Φεβρουαρίου για τον Πατραϊκό κόλπο. Οι 3 μοίρες ενώθηκαν 7 μέρες μετά έξω από τα μεσσηνιακά παράλια, στη νήσο Πρώτη, και κινήθηκαν βόρεια εν μέσω σφοδρής θαλασσοταραχής προς το στενό της Ζακύνθου αναζητώντας τον εχθρό.
Η οθωμανική αρμάδα από τη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε 4 (ή σύμφωνα με άλλες πηγές 11) μέρες, προσέγγισε την Πάτρα, αποβίβασε τα στρατεύματα του Καρά Μεχμέτ ενισχύοντας τη φρουρά της πόλης και αγκυροβόλησε στη Ναύπακτο για ασφάλεια. Στις 16 Φεβρουαρίου οι ελληνικές μοίρες αγκυροβόλησαν στο Μεσολόγγι λόγω κακοκαιρίας όπου ο Α. Μιαούλης ανακηρύχτηκε άτυπα ναύαρχος όλου του τρινήσιου στόλου, ενώ ο Καρά Πεπέ Αλής μετακινήθηκε ξανά στην Πάτρα για να ελέγχει την παρουσία των απέναντί του εχθρικών πλοίων.
Την Κυριακή το απόγευμα, στις 19 του μήνα, έγινε σύσκεψη όλων Ελλήνων πλοιάρχων στο καράβι του Γκ. Τσούπα όπου ο Μιαούλης εξέθεσε το σχέδιό του αντιλαμβανόμενος το κλίμα ενθουσιασμού που επικρατούσε μεταξύ των πληρωμάτων για μια άμεση και νικηφόρα σύγκρουση με τον εχθρό. Αυτό προέβλεπε μια ταχεία και αιφνιδιαστική επίθεση το άλλο πρωί εναντίον του οθωμανικού στόλου μέσα στο αγκυροβόλιό του, στο λιμάνι των Πατρών, προτού προλάβει να καταφύγει ανατολικά στη Ναύπακτο και στην ασφάλεια που του παρείχαν τα στενά Ρίου – Αντιρρίου. Ο Μιαούλης επενδύοντας στη γενναιότητα, τη ναυτοσύνη και την αποφασιστικότητα των πληρωμάτων του εκτίμησε, ορθά όπως απεδείχθη, ότι η σφοδρή θαλασσοταραχή, παρά τις δυσκολίες, θα ευνοούσε το τρινήσιο ναυτικό.
Τα ξημερώματα της Δευτέρας, 20 Φεβρουαρίου, στις 03:00 το πρωί, τα 60 περίπου ελληνικά πλοία απέπλευσαν από το Μεσολόγγι και κινήθηκαν προς την Πάτρα, με τα πυρπολικά να δυσκολεύονται να ακολουθήσουν λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Το ψαριανό πυρπολικό του Κ. Κανάρη αδυνατώντας να επιτεθεί αλλά και να ακολουθήσει τα άλλα πλοία, υφιστάμενο ζημιές από την τρικυμία κάηκε από το πλήρωμά του (ή προσάραξε στα αβαθή της λιμνοθάλασσας). Ουσιαστικά τον προπορευόμενο Μιαούλη μετά βίας ακολουθούσαν συντονισμένα μόλις 13 καράβια. Ο σουλτανικός στόλος, όταν έγινε αντιληπτή αυτή η κίνηση, περιήλθε σε απόλυτο αιφνιδιασμό και αταξία μέσα στο λιμάνι της Πάτρας προβαίνοντας σε βίαιη αποκοπή των αγκυρών ώστε να αποφύγει να δεχτεί τα εχθρικά πυρά ενώ βρισκόταν αγκυροβολημένος και προσπαθώντας να συντονίσει μια οργανωμένη έξοδο των πολεμικών του στην κατεύθυνση της επίθεσης. Τελικά 36 περίπου πλοία κινήθηκαν εκτός λιμένος, δυτικά, για να συναντήσουν τα προπορευόμενα ελληνικά. Γύρω στις 07:00 οι 2 στόλοι άρχισαν να ανταλλάσσουν σφοδρά πυρά εν μέσω τρικυμίας που εμπόδιζε ακόμη και τη στοιχειώδη κίνηση των σκαφών (ενδεικτική είναι η αναφορά των 5 Ελλήνων ναυάρχων ότι τα μισά (!) ελληνικά πλοία δεν μπόρεσαν καν να λάβουν μέρος στην ανταλλαγή πυρών). Το πλοίο μάλιστα του Μιαούλη μπαίνοντας κάθετα στην ουρά του εχθρικού σχηματισμού ναυμάχησε με δύο εχθρικές φρεγάτες ταυτόχρονα επιδεικνύοντας εξαιρετική αποφασιστικότητα και επιμονή. Μετά από 6ωρη σύγκρουση και καθώς πολλά από τα συμμετέχοντα καράβια υπέστησαν βλάβες που έκαναν επικίνδυνη ακόμα και την πλεύση τους στην τρικυμιώδη θάλασσα λόγω των φοβερών κλυδωνισμών, ο οθωμανικός στόλος κατέφυγε το μεσημέρι στην Πάτρα έχοντας υποστεί σοβαρές ζημιές (μια φρεγάτα σχεδόν κατεστραμμένη) και απώλειες της τάξεων των 80-130 νεκρών. Ο ελληνικός με μόλις έναν νεκρό (ο Σπ. Τρικούπης αναφέρει 3) και 20 τραυματίες παρέμεινε αρχικά στη γραμμή Μεσολόγγι – Άραξος και ύστερα αγκυροβόλησε στην Κυλλήνη για επισκευές και περίθαλψη των τραυματιών. Την ίδια νύχτα ο Καρά Πεπέ Αλής, φοβούμενος νέα επίθεση, κατευθύνθηκε στη Ζάκυνθο, επιζητώντας την προστασία της βρετανικής διοίκησης των Ιονίων, δεχόμενος μάλιστα πυρά από τα εκεί αγκυροβολημένα αγγλικά και αυστριακά πλοία που αιφνιδιάστηκαν μέσα στο σκοτάδι εκλαμβάνοντάς τον ως εχθρό. Κατά την προσέγγιση στο λιμάνι δύο τουρκικά προσάραξαν στα αβαθή και τα βράχια και μια φρεγάτα με ζημιές από τη ναυμαχία καταστράφηκε ολοσχερώς.
Για δύο μέρες ο ελληνικός στόλος έχοντας ως βάση το Κατάκολο, όπου είχε αγκυροβολήσει από το απόγευμα της 22ας Φεβρουαρίου και ενώ μόλις 45 αξιόπλοα πλοία του είχαν παραμείνει στην περιοχή, περιπολούσε ανοιχτά της Ζακύνθου για να εμποδίσει τη διαφυγή του εχθρού προς νότον. Αντιμετωπίζοντας όμως την εχθρότητα των Άγγλων που απαίτησαν με ένα μπρίκι τους την άλλη μέρα την απομάκρυνσή του από τα νερά των Ιονίων, κατέφυγε το απόγευμα της 24ης του μηνός εκ νέου στο Μεσολόγγι αναμένοντας ματαίως την πιθανή επιστροφή της αρμάδας στην Πάτρα. Και ενώ ο Μιαούλης επεδίωκε μια νέα ναυτική αναμέτρηση, ο οθωμανικός στόλος πλέοντας από τη Ζάκυνθο τη νύχτα προς νότον επέστρεψε χωρίς να αναλάβει άλλη δράση στα Στενά, ηττημένος και ταπεινωμένος. Κατά τον Κ. Αλεξανδρή ο Πεπέ Αλής κατέφυγε στις 29 Μαρτίου στην Αλεξάνδρεια έχοντας χάσει σε ατυχήματα επιπλέον 2 φρεγάτες και 2 πολάκες, ενώ κατά τον D. Viel ο Χουρσίτ ζήτησε από τον σουλτάνο την εκτέλεσή του.
Διαβαστε τη συνέχεια στο varsos1821.gr