Του Δημητρίου Καρατζίδη ⃰ ⃰
Σύμφωνα με τον καθηγητή Γιώργο Κοντογιώργη, θεμελιωτή της Κοσμοσυστημικής Γνωσιολογίας, «όλα τα ετερόκλητα πολιτικά συστήματα της εποχής μας αυτοπροσδιορίζονται ως δημοκρατικά ή εγγράφονται τυπολογικά στην δημοκρατία». Αξίζει να σημειωθεί ως «Ελληνική Δημοκρατία» ορίζετο ακόμη και η στρατιωτική δικτατορία κατά την επταετία.
Το παραπάνω οφείλεται στην νομιμοποίηση που απολαμβάνει παγκοσμίως πλέον κάθε πολιτικό σύστημα όταν στην ονομασία του συμπεριλαμβάνεται η λέξη «δημοκρατία». Και η νομιμοποίηση αυτή αντλείται κυρίως από την καθολική επικράτηση στη Δύση του «δόγματος της ενιαίας σκέψης», που αφορά στη «μεθάρμοση της έννοιας» της δημοκρατίας και σύμφωνα με το οποίο «ο κόσμος όλος απολαμβάνει τη βεβαιότητα ότι ζει σε καθεστώς μιας πρωτόγνωρης ως προς την ολοκλήρωσή της δημοκρατία» κι επομένως δεν υπάρχει περιθώριο για περεταίρω πρόοδο. Οι θεράποντες της νεοτερικότητας, ισχυρίζονται ότι οι κοινωνίες έχουν επιτύχει μια άνευ προηγουμένου πρόοδο και οποιαδήποτε μετακίνηση νομοτελειακά θα τις οδηγήσει σε οπισθοδρόμηση.
Εξετάζοντας τα σημερινά πολιτικά συστήματα του συνόλου των χωρών του δυτικού κόσμου, παρατηρούμε ότι οι ιδιότητες του εντολέα και του εντολοδόχου ανήκουν «κατά γράμμα» στους φορείς του κράτους/συστήματος. Αποτελούν επομένως προ-αντιπροσωπευτικά πολιτικά συστήματα, τα οποία αναλογικά προσομοιάζουν με το «αισυμνητικό» πολιτικό σύστημα της Αθήνας στην προ-Σολώνεια εποχή (7ος και 6ος περίπου αιώνες).
Στον κοσμοσυστημικό χρόνο το αισυμνητικό πολιτικό σύστημα εμφανίστηκε πριν ο Σόλωνας εγκαθιδρύσει στην Αθήνα το αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα και επομένως δε έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία η οποία εμφανίστηκε μεταγενέστερα. Ο αισυμνήτης συγκέντρωνε τις πολιτικές αρμοδιότητες της «εισήγησης» της «απόφασης» και της «εκτέλεσης», δηλαδή την καθολική πολιτική αρμοδιότητα. Γι΄αυτό και ο Αριστοτέλης επισημαίνει ότι ο αισυμνήτης είναι «μόναρχος» και «άρχει δεσποτικώς κατά την αυτού γνώμη». Δεν είναι όμως ο κλασσικός τύραννος που είναι «κύριος πάντων», ούτε «κατά την αυτού βούλησιν πάντα πράττειν». Η εξουσία του αισυμνήτη είναι αφ’ ενός προσωποπαγής, καθόσον την πολιτική εξουσία την κατείχε ο ανώτατος πολιτικός άρχοντας, αφ’ ετέρου αιρετή («αιρετή τυραννίς»), για ορισμένα χρόνια, «δια βίου» ή για διενέργεια ορισμένων πράξεων.
Ο Σόλων εκλέχθηκε με καθολική ψηφοφορία (αιρετός μονάρχης) και παρόλο που ως αισυμνήτης κατείχε την καθολική πολιτική αρμοδιότητα, δηλαδή την πλήρη εξουσία να αποφασίζει για όλα τα ζητήματα της πόλης, πολιτεύτηκε ως «διαλλακτής». Διέβλεψε το αδιέξοδο του «αισυμνητικού» πολιτικού συστήματος της Αθήνας το οποίο ήταν η αιτία των κοινωνικών αδικιών και εξ αυτού των συνεχών εξεγέρσεων και των εσωτερικών ταραχών κι αποφάσισε να λάβει μέτρα. Μετά τη σεισάχθεια προχώρησε στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις με σκοπό την αλλαγή του πολιτικού συστήματος από την αισυμνητεία/αιρετή μοναρχία στην αντιπροσώπευση, «μεταβάλλοντας κατά μικρόν την κοινωνία από ιδιώτη σε εταίρο της πολιτικής διαδικασίας».
Στην εξελικτική διαδρομή των κοινωνιών προς την πρόοδο, το αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα ταξινομείται στο προ-δημοκρατικό στάδιο της ανθρώπινης πολιτικής εξέλιξης. Είναι ένα πολιτικό σύστημα που μοιάζει με τη δημοκρατία ως προς την συγκρότηση της κοινωνίας σε πολιτειακό θεσμό, δηλαδή σε Δήμο και αποτελεί τον «προθάλαμο» της μετάβασης της κοινωνίας στη δημοκρατία.
Ο σοφός νομοθέτης, διαλλακτής και άρχοντας Σόλων, εκμεταλλευόμενος τις έκτακτες εξουσίες που του παρείχαν με την ψήφο τους οι Αθηναίοι, θέσπισε την κοινωνία της πόλης σε Δήμο και της έδωσε τις παρακάτω αρμοδιότητες:
– Το «εκλέγειν».
Η κοινωνία είναι αυτή που εκλέγει το πολιτικό προσωπικό για συγκεκριμένο χρόνο. Δηλαδή η κοινωνία δεν επιλέγει μεταξύ των πολιτικών που προωθούν οι διάφοροι μηχανισμοί, οι οποίοι κατά κανόνα ενεργούν ιδιοτελώς, αλλά η ίδια ως εντολέας επιλέγει τους κατάλληλους για το πολιτικό αξίωμα, από τους οποίους στη συνέχεια θα εκλέξει τους καταλληλότερους στους οποίους και θα δώσει την εντολή να κυβερνήσουν.
– Το «ελέγχειν».
Η κοινωνία αξιολογεί και ελέγχει διαρκώς το πολιτικό προσωπικό, το οποίο η ίδια έχει επιλέξει και εκλέξει. Ο πολιτικός ως εντολοδόχος είναι υποχρεωμένος να εκτελεί με ακρίβεια τα καθήκοντα που απορρέουν από τη θέση που κατέχει και τα οποία αφορούν τη διακυβέρνηση και το νομοθετικό έργο .
– Το «ανακαλείν».
Η κοινωνία δύναται ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσει τον εντολοδόχο πολιτικό, εφόσον κρίνει ότι δεν ανταποκρίνονται στα καθήκοντά του. Επίσης έχει τη δυνατότητα να ακυρώνει τις αποφάσεις των εντολοδόχων πολιτικών που κρίνει ότι δεν εξυπηρετούν το κοινό συμφέρον.
– Το «ευθύνειν».
Η κοινωνία καθορίζει τις ευθύνες που επιφορτίζεται το πολιτικό προσωπικό και παραπέμπει στη δικαιοσύνη όσους παρεκτρέπονται και προκαλούν βλάβη στο κοινό συμφέρον. Δηλαδή οι πολιτικοί υπόκεινται στη δικαιοσύνη και λογοδοτούν ανά πάσα στιγμή για τα πολιτικά τους πεπραγμένα.
Ο εντολοδόχος πολιτικός είναι υπεύθυνος για οποιαδήποτε βλάβη η οποία θα προέλθει είτε από μια κατάχρηση της εξουσίας που κατέχει λόγω θέσεως είτε λόγω της εσφαλμένης πολιτικής που ακολούθησε. Η ευθύνη αυτή δεν συμψηφίζεται με την ανάκληση της εντολής ή με την αλλαγή πολιτικής του εντολοδόχου για το μέλλον. Και ο υπεύθυνος πολιτικός θα υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση για οποιαδήποτε βλάβη, ανάλογα με το μέγεθος της ζημιάς που προκάλεσε στη κοινωνία, στο «κοινό καλό».
– Το καθορίζειν το σκοπό της πολιτικής.
Η κοινωνία καθορίζει το γενικό πλαίσιο το μέσα στο οποίο θα πολιτεύεται το πολιτικό προσωπικό. Δηλαδή η κοινωνία ως εντολέας καθορίζει όχι μόνο το σκοπό της πολιτικής και γενικά το περιεχόμενο των πολιτικών που θα εφαρμοσθούν, αλλά και τον χρόνο εφαρμογής τους. Ελέγχει πλήρως τα στάδια υλοποίησης του έργου και δύναται να μεταβάλει κατά την κρίση της το περιεχόμενο της εντολής ή και τον σκοπό και το περιεχόμενο της πολιτικής.
Εξυπακούεται ότι ο σκοπός της πολιτικής είναι το κοινό/κοινωνικό συμφέρον («κοινό καλό», κοινωνική βούληση) και όχι «νεφελώδεις έννοιες, όπως το γενικό, εθνικό ή δημόσιο συμφέρον, των οποίων αυθεντικός εκφραστής ορίζεται το κράτος και όχι η κοινωνία».
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι όταν ο σκοπός της πολιτικής δεν είναι το κοινό/κοινωνικό συμφέρον, αλλά οι παραπάνω «νεφελώδεις έννοιες, τότε η πολιτική πράξη και, συνακόλουθα, η πολιτική τάξη τοποθετούνται υπεράνω του νόμου, δεν υπόκεινται στη δικαιοσύνη». Εξ ου και η εμφάνιση της ασυλίας του πολιτικού προσωπικού, που αποτελεί ίδιον των προ-αντιπροσωπευτικών πολιτικών συστημάτων.
Στην αντιπροσώπευση η συγκροτημένη σε Δήμο κοινωνία ασκεί μόνο τις συναφείς προς την ιδιότητα του εντολέα πολιτικές αρμοδιότητες (Δήμος-εντολέας) εκχωρώντας τις ιδιότητες του εντολοδόχου στους πολιτικούς. Οι ιδιότητες του εντολέα (αντιπροσωπευόμενου) και των εντολοδόχων (των αντιπροσώπων) ανήκουν σε διαφορετικούς φορείς. Εντολέας είναι η κοινωνία συγκροτημένη σε Δήμο και εντολοδόχοι της οι πολιτικοί.
Η παραπάνω διακριτή συνάντηση εντός του πολιτικού συστήματος των καταστατικών του στοιχείων που είναι οι ιδιότητες του εντολέα και του εντολοδόχου, δηλαδή του αντιπροσωπευόμενου και του αντιπροσώπου αντίστοιχα, αποτελεί και την «αντιπροσωπευτική αρχή» που διέπει το πολιτικό σύστημα της αντιπροσώπευσης.
Κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι για να συνεχίσουν τον δρόμο που οδηγεί προς την πρόοδο πρέπει ως κοινωνία να κατακτήσουν την καθολική ελευθερία, ήτοι την σωρευτική απόλαυση όχι μόνο της ατομικής, αλλά και της κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας, που αποτελεί και τον απώτερο στόχο τους. Για την επίτευξη αυτού του υπέρτατου στόχου της απολαβής της καθολικής ελευθερίας, μοναδικό μέσο αποτελεί η καθιέρωση δημοκρατικού πολιτικού συστήματος.
Από τα παραπάνω μπορούμε με ευκολία να συμπεράνουμε ότι στην αντιπροσώπευση και πολύ περισσότερο στη δημοκρατία που θα εξετάσουμε στη συνέχεια, το πολιτικό σύστημα συγκροτείται με όρους «δημοσιότητας» με σκοπό να αποφεύγεται η ιδιοποίηση του δημοσίου χώρου, η οποία αποτελεί και την κυριότερη αιτία προδιάθεσης του πολιτικού προσωπικού στη διαφθορά. Στα σημερινά προ-αντιπροσωπευτικά πολιτικά συστήματα, υπάρχει εκτεταμένη διαφθορά γιατί το αίτημα της καταπολέμησης τίθεται κυρίως στην ηθική του βάση και δευτερευόντως στην πολιτική του βάση (πολιτικά). Και η κατάσταση αυτή θα συνεχίσει επιδεινούμενη γιατί η δημοκρατία όπως και η αντιπροσώπευση, όπου το φαινόμενο της διαφθοράς σχεδόν εξαφανίζεται, δεν αποτελούν ακόμη πολιτικό αίτημα της κοινωνίας στις μέρες μας.
Η δημοκρατία καθιερώνεται στην Αθήνα με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη (508/507 π.Χ.) και στη συνέχεια του Εφιάλτη (462/461 π.Χ.).
Η δημοκρατία δεν είναι καθ’ αυτή αυτοσκοπός. Θεμελιώδες αξίωμα και καταστατική αρχή της δημοκρατίας είναι η καθολική ελευθερία, η οποία και αποτελεί τον σκοπό της κοινωνίας. Η Δημοκρατία αποτελεί εν τέλει το μέσον με το οποίο θα επιτευχθεί η καθολική ελευθερία, ήτοι ο σκοπός της κοινωνίας.
Η δημοκρατία είναι ένα μετα-αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα στο οποίο η κοινωνία είναι «πολιτική κοινωνία» και ο κάθε πολίτης κατέχει την καθολική ελευθερία. Το πολιτικό σύστημα ανήκει στην κοινωνία των πολιτών, η οποία γίνεται θεσμός της πολιτείας, Δηλαδή το σώμα των πολιτών συγκροτείται σε διαρκή θεσμό της πολιτείας (πολιτειακό θεσμό), το Δήμο, ο οποίος εκτός του ότι κατέχει όλες τις συναφείς προς την ιδιότητα του εντολέα πολιτικές αρμοδιότητες, οι οποίες αναλύθηκαν παραπάνω, ασκεί την κυβερνητική, νομοθετική και δικαστική εξουσία. Δηλαδή κατέχει και την ιδιότητα του εντολοδόχου. Το πολιτικό προσωπικό κατέχει την ιδιότητα συμβούλου του Δήμου στην διαδικασία λήψεως των πολιτικών αποφάσεων, τις οποίες στην συνέχεια έχει την υποχρέωση να τις διεκπεραιώνει με το βέλτιστο τρόπο με γνώμονα το κοινό/κοινωνικό συμφέρον. Δηλαδή μπορούμε να ορίσουμε την Δημοκρατία ως «το πολιτικό σύστημα στο οποίο η καθολική πολιτική αρμοδιότητα περιέρχεται στο κοινωνικό σώμα, το οποίο, προκειμένου να την ασκήσει, επενδύεται το πολιτικό σύστημα».
Στη δημοκρατία ο δήμος αποφασίζει για όλα τα μείζονα ζητήματα που αφορούν τόσο την εσωτερική λειτουργία της πόλης, όσο και τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Ο Διόδοτος απευθυνόμενος στον δήμο των Αθηναίων επιβεβαιώνει επακριβώς τις αρμοδιότητές του δήμου πάνω στα σημαντικά θέματα της πόλης («περὶ των μεγίστων βουλεύεσθαι».)
Η Δημοκρατία δεν εναντιώνεται στην ιδιοκτησία. Η ιστορία του ελληνικού κόσμου μας διδάσκει ότι η κοινωνική ελευθερία εμπραγματώνεται είτε μέσω της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής είτε μέσω της πολιτικής εργασίας, είτε με την εφαρμογή της δημοκρατικής αρχής στο οικονομικό σύστημα και την απόδοση της ιδιοκτησίας του εν λόγω συστήματος στους συντελεστές του (εταιρική οικονομία).
Για την πληρέστερη κατανόηση της έννοιας της δημοκρατίας είναι απαραίτητη η γνώση της ιστορικής της διαδρομής και των μεταμορφώσεών της από τον 5ο αιώνα π.Χ. μέχρι και τον 19ο αιώνα. Κατά τη μετάβαση από την κλασική εποχή στην οικουμένη, «οι πόλεις λειτουργούσαν ακόμη και στη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων κρατοκεντρικά με υπόβαθρο τις κρατούσες πολιτείες». Ο Μέγας Αλέξανδρος δεν επενέβη στα πολιτειακά καθεστώτα των πόλεων της μητροπολιτικής Ελλάδος και υποστήριξε την επιστροφή των δημοκρατιών στις μικρασιατικές πόλεις. Στη συνέχεια η πολιτεία της Ρώμης υποστήριξε τους συμμάχους της ολιγάρχες, όμως η δημοκρατία επανέρχεται δυναμικά και στο Βυζάντιο «θα αποτελέσει το κρατούν πολιτειακό σύστημα στις πόλεις της κοσμόπολης». Με το τέλος της ώνιας εργασίας/δουλείας και της εξάπλωση της εταιρικής οικονομίας η «μέση δημοκρατία» θα γενικευθεί στον ελληνικό βυζαντινό κόσμο. Μετά την πτώση της Πόλης η δημοκρατία συνεχίζει να λειτουργεί στον ματαβυζαντινό κόσμο μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα. Παράλληλα μεταμορφώνεται και το οικονομικό σύστημα, έτσι ώστε σε όλη αυτή τη μεγάλη χρονική περίοδο, η δημοκρατία να μετασχηματίζεται, ανάλογα με την ανθρωποκεντρική εξέλιξη τόσο εντός του κρατοκεντρισμού, όσο και εντός της οικουμένης. Με το διάταγμα ΦΕΚ 3/1834, άρθρο 33 (Νόμος «περί συστάσεως των Δήμων», Ν 27/12/1833 ΦΕΚ 3Α 10/1/1834) η οθωνική απολυταρχία καταργεί τη δημοκρατία στα κοινά των Ελλήνων. Ας σημειωθεί πως στον ελληνικό κόσμο εκτός των τότε οθωμανοκρατούμενων ελλαδικών συνόρων, συνεχίζουν να λειτουργούν τα κοινά και η δημοκρατία μέχρι τις παρυφές του 20ου αιώνα (όπως στο κοινό της Καλύμνου).
Το «μη άρχεσθαι υπό μηδενός» του Αριστοτέλη που αφορά την ελευθερία, αποτελεί το θεμελιώδες αξίωμα της δημοκρατίας. Ο Μακεδόνας φιλόσοφος στο έργο του αναφέρεται στην «ορθή» και «προτιμητέα» πολιτεία, ορίζοντας τις αρχές της με μέτρο τη μεσότητα, που βεβαίως δεν ταυτίζεται με τη μετριότητα. Μεσότητα για την κοινωνικοοικονομική στρωμάτωση της πόλης και μεσότητα ως μέτρο για την συγκρότηση του πολιτικού συστήματος και συγκεκριμένα για την ισόρροπη κατανομή των αρχών/αξιωμάτων της πόλης. Οι παραπάνω αρχές της ορθής/προτιμητέας πολιτείας είναι προσαρμοσμένες στην εποχή του.
Στο έργο του διευκρινίζει με σαφήνεια ότι τόσο το προ-αντιπροσωπευτικό όσο και το αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα αντιδιαστέλλονται τυπολογικά προς τη Δημοκρατία, υπό την έννοια ότι, τα μεν πρώτα προσιδιάζουν σε διαφορετικό επίπεδο, στην υπήκοο κοινωνία πολιτών (κοινωνία-ιδιώτη, μόνο με ατομική ελευθερία), η δε Δημοκρατία στην πολιτική κοινωνία. Σε μια τέτοια πολιτική κοινωνία, ο πολίτης απολαμβάνει την καθολική ελευθερία.
Από τα παραπάνω με ευκολία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η ορθή πολιτεία του Αριστοτέλη «διαλέγεται αποκλειστικά με τις αρχές και με το σύστημα της δημοκρατίας». Επίσης είναι εμφανές ότι παρεκκλίνει από την «ημαρτημένη» ριζοσπαστική δημοκρατία και διασφαλίζει την σταθερότητα στην πόλη. Δεν την ονομάζει «ορθή δημοκρατία», όμως μελετώντας τις αξιακές και τις πολιτικές επιλογές του Αριστοτέλη είμαστε σε θέση με ασφάλεια να ισχυριστούμε ότι η ορθή πολιτεία του Αριστοτέλη είναι η «ορθή δημοκρατία».
Στη δημοκρατία το «κοινωνικό συμφέρον» αποτελεί αξίωμα στην πολιτική ζωή. Και στο ερώτημα του ποιος αποφασίζει ορθότερα για την πόλη, δηλαδή για το κοινό συμφέρον ο Αριστοτέλης δίνει ξεκάθαρη απάντηση. Οι πολλοί/ο δήμος, θα απαντήσει, αναντιλέκτως, για τρεις ουσιώδεις λόγους:
– Ο πρώτος, διότι η γνώση των πολλών είναι το καταστάλαγμα της σοφίας όλου του δήμου, που απορρέει από τη διαβουλευτική διαδικασία.
– Ο δεύτερος, επειδή οι ολίγοι και επαΐοντες είναι μάλλον βέβαιον ότι θα αποφασίσουν με βάση την ικανοποίηση άμεσα ή έμμεσα ιδίων συμφερόντων, και όχι αναγκαστικά προς το κοινό συμφέρον. Ενώ η απόφασή του δήμου συμβαδίζει με την βούληση και το συμφέρον της σύνολης κοινωνίας.
– Ο τρίτος, διότι, στην απόφανση αυτή συντρέχει επίσης το αξιακό επιχείρημα της καθολικής (και, εν ολίγοις, της πολιτικής) ελευθερίας.
Η ανωτερότητα της γνώμης του πλήθους έναντι των ολίγων στο ζήτημα του κοινού συμφέροντος αντιβαίνει στο ολιγαρχικό επιχείρημα ότι μόνο οι ειδικοί πρέπει να αποφασίζουν, γιατί έχουν την ορθότερη γνώση των προβλημάτων. Το εν λόγω ολιγαρχικό επιχείρημα είναι απότοκο της Ολιγαρχικής αρχής: «Η πολιτική διοίκηση της χώρας οφείλει εξ ορισμού να βρίσκεται στην ολιγαρχική τάξη».
Συναφές με το ερώτημα του ποιος αποφασίζει ορθότερα για την πόλη είναι και το ζήτημα της ορθής ενημέρωσης του δήμου προκειμένου να είναι σε θέση να λάβει την ορθή απόφαση. Αυτό το έργο της ενημέρωσης και της παροχής συμβουλών στο δήμο το επιφορτίζονται οι πολιτικοί ηγέτες οι οποίοι και αξιολογούνται από το δήμο για την ικανότητά τους να τον συμβουλεύουν ορθά με γνώμονα τη λήψη αποφάσεων υπέρ του κοινού συμφέροντος.
Ο Μακεδόνας φιλόσοφος υπογραμμίζει ότι το πολιτικό έγκλημα, είτε αυτό τελείται από τον εντολοδόχο πολιτικό είτε από έναν απλό (πολιτικό) ρήτορα τιμωρείται. Και μάλιστα τιμωρείται αυστηρότερα στη Δημοκρατία (άρα και στην αντιπροσωπευτική πολιτεία), επειδή προκαλεί πολύ μεγαλύτερη βλάβη (βλάβη σε ολόκληρη την κοινωνία), από αυτή που προκαλεί το κοινό έγκλημα.
Συνεπώς, μπορούμε να επισημάνουμε την σχέση της δημοκρατίας με την πρόοδο, αλλά και να κατανοήσουμε σε ποιο στάδιο ανθρωπολογικής εξέλιξης βρισκόμαστε σήμερα, απολαμβάνοντας πρακτικά μόνον την εν μέρει (;) ατομική ελευθερία και διάφορα δικαιώματα (κοινωνικά, πολιτικά κ.α.). Στις μέρες μας ως πολίτες/υπήκοοι είμαστε τόσο πολύ μακριά από τη δημοκρατία, έτσι ώστε να δυσκολευόμαστε ακόμη και να φανταστούμε πως θα ήταν η ζωή μας ως πολίτες (και όχι πλέον υπήκοοι) μιας δημοκρατικής πολιτείας. Ως εκ τούτου εύκολα μπορούμε να κατανοήσουμε ότι έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας για να κατορθώσουμε να κατακτήσουμε την κοινωνική και την πολιτική ελευθερία.
Ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης αναλύει λεπτομερώς στο έργο του τους λόγους που οδήγησαν τη νεωτερική διανόηση να μεταλλάξει το περιεχόμενο της έννοιας της δημοκρατίας και να εισάγει στη θέση της την «αρχή της ενιαίας ολιγαρχικής σκέψης, που δίδαξε ο διαλογιζόμενος για την έξοδο των ευρωπαϊκών κοινωνιών από τη δεσποτεία Διαφωτισμός». Η επιλογή αυτή που αποτέλεσε εν τέλει ξεκάθαρη οπισθοδρόμηση, παρότι βαφτίστηκε από την Εσπερία «εκσυγχρονισμός» και στόχευε μέσω αυτής της «ολοκληρωμένης δημοκρατικής διάστασης να αναδείξει την πρωτοτυπική ανωτερότητά της». Αυτήν την «ανωτερότητα» τη θεώρησε ως «το καταστάλαγμα της προόδου» και βεβαίως αποτέλεσε ένα χρήσιμο εργαλείο για τη νομιμοποίηση της ηγεμονίας της Δύσης στη νεότερη εποχή.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο στο παραπάνω σχέδιο της Δύσης ήταν ο Ελληνικός Κόσμος, η ιστορία του οποίου διδάσκει τι ακριβώς είναι η δημοκρατία και ως εκ τούτου την Πρόοδο. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο και η νεωτερική διανόηση προσπάθησε να πείσει ότι o Ελληνισμός έπαψε να υπάρχει ως ιστορική οντότητα μετά τον 5ο αιώνα. Ότι το τέλος της ολοκληρωμένης ανθρωποκεντρικά «αρχαιότητας» επήλθε τον 5ο αιώνα και ότι ο Νέο-Ελληνισμός εμφανίζεται μόλις τον 19ο αιώνα ως τεχνητό δημιούργημα του νεωτερικού κράτους. Και το κυριότερο, το οποίο αποτελεί «ανασκολόπιση της ελληνικής εξέλιξης», το Βυζάντιο ταξινομήθηκε στον Μεσαίωνα και ανακηρύχθηκε ως «ξένος πολιτισμός» προς την «αρχαιότητα».
⃰ Το άρθρο αποτελεί τμήμα της εργασίας με τίτλο «Η Δημοκρατία στους διεθνολόγους της νεοτερικότητας, ο Θουκυδίδης και η Κοσμοσυστημική Γνωσιολογία», η οποία παρουσιάστηκε στο 5ο Συμπόσιο της Ακαδημίας Κοσμοσυστημικής Γνωσιολογίας (Δεκέμβριος 2025) και έχει ως κύριες πηγές τα βιβλία του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη «Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση» (Πατάκη. Αθήνα 2007) και «Τι είναι δημοκρατία» (Παπαζήση. Αθήνα 2025).
⃰ ⃰ Ο Δημήτριος Καρατζίδης είναι Ταξίαρχος ε.α. και απόφοιτος της Σχολής Εθνικής Αμύνης. Έχει μεταπτυχιακό στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και στις Διεθνείς Σχέσεις από το Πανεπιστήμιο του Πλύμουθ, μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές από το Πάντειο Πανεπιστήμιο και είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.