Με βασικό άξονα τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που διαμορφώνει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ο Γιάννης Θεοδωράτος, στην εκπομπή «Με το Κλειδί της Ιστορίας» στο BlueSky, ανέλυσε τις σοβαρές συνέπειες που ήδη καταγράφονται για την Τουρκία, την Ελλάδα και τη συνολική ισορροπία ισχύος στην περιοχή, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια αλληλουχία γεωστρατηγικών διαψεύσεων.
Ο αναλυτής ξεκίνησε από τη μεγάλη εικόνα, περιγράφοντας μια εποχή γενικευμένης αστάθειας, στην οποία τα «Μεσανατολικά Βαλκάνια», όπως είπε, έχουν εισέλθει σε φάση παρατεταμένης ανάφλεξης. Κατά την εκτίμησή του, δεν πρόκειται για μια συγκυριακή κρίση, αλλά για μια βαθύτερη διαδικασία, όπου επιχειρείται να δοθούν βίαιες λύσεις σε χρόνια γεωπολιτικά προβλήματα που αφέθηκαν να διογκωθούν τις προηγούμενες δεκαετίες.
Στο επίκεντρο της ανάλυσής του έθεσε τον ρόλο της Τουρκίας, την οποία παρουσίασε ως δύναμη με αναθεωρητικές φιλοδοξίες, αλλά και ως παίκτη που αυτή τη στιγμή βλέπει τους σχεδιασμούς του να μπλοκάρουν. Όπως εξήγησε, η Άγκυρα είχε επενδύσει στρατηγικά στην ενίσχυση της αεροπορικής της ισχύος, κυρίως μέσω της προμήθειας μαχητικών Eurofighter, αλλά και μέσω της προσπάθειας απόκτησης και αναβάθμισης F-16. Ωστόσο, η κλιμάκωση με το Ιράν και η νέα ανάγκη άμυνας χωρών όπως το Κατάρ και το Ομάν ανέτρεψαν αυτούς τους σχεδιασμούς, καθώς τα αεροσκάφη που η Τουρκία προσδοκούσε να αποκτήσει παραμένουν απαραίτητα για την άμυνα των ίδιων των κατόχων τους.
Ο Γιάννης Θεοδωράτος σημείωσε ότι η τουρκική πολεμική αεροπορία είχε προσδοκήσει να καλύψει το επιχειρησιακό πλεονέκτημα που απέκτησε η Ελλάδα μετά την αγορά των Rafale, ειδικά λόγω των οπλικών συστημάτων που αυτά φέρουν. Κατά την ανάλυσή του, η ματαίωση ή τουλάχιστον η σοβαρή καθυστέρηση αυτών των τουρκικών σχεδίων συνιστά σαφή γεωστρατηγική ήττα για την Άγκυρα, η οποία βλέπει πλέον ότι το εξοπλιστικό της μοντέλο συναντά σοβαρά εμπόδια.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο ζήτημα των αμερικανικών κυρώσεων και του νόμου CAATSA, εξηγώντας ότι η επιλογή της Τουρκίας να προμηθευτεί τους S-400 από τη Ρωσία εξακολουθεί να βαραίνει αποφασιστικά τη θέση της. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιλογή δεν έκοψε μόνο την Τουρκία από τα F-35, αλλά συνεχίζει να δυσκολεύει και την προμήθεια προηγμένων F-16, καθώς η Άγκυρα έχει καταγραφεί ως σύμμαχος χαμηλής αξιοπιστίας σε μια περίοδο όπου η Ουάσιγκτον και το ΝΑΤΟ ζητούν σαφή και ενεργή στοίχιση απέναντι στο Ιράν.
Στο σημείο αυτό, ο Γιάννης Θεοδωράτος στάθηκε ιδιαίτερα στη στάση που επέδειξε η Τουρκία στην παρούσα κρίση. Υποστήριξε ότι η Άγκυρα δεν προσέφερε την ουσιαστική, άμεση συμμαχική συνδρομή που ανέμεναν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, ούτε με την παραχώρηση κρίσιμων διευκολύνσεων ούτε με την επιθυμητή στάση στο επίπεδο της στρατιωτικής συνεργασίας. Η επιλογή της αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο, επιβάρυνε περαιτέρω τη θέση της στα μάτια της Δύσης, ακριβώς τη στιγμή που η Ελλάδα εμφανίζεται να προσφέρει πολύτιμες διευκολύνσεις μέσω της Σούδας και του γενικότερου γεωστρατηγικού της ρόλου.
Αυτό είναι, κατά τον Θεοδωράτο, το σημείο όπου η Ελλάδα εμφανίζεται να κερδίζει έδαφος. Όπως ανέφερε, η χώρα μας αξιοποιεί μια ιστορική ευκαιρία να αναδείξει τη χρησιμότητα και τη στρατηγική της αξία προς τους συμμάχους, όχι με όρους συναισθηματισμού ή «φιλιών», αλλά με όρους καθαρών συμφερόντων. Υπογράμμισε ότι σε τέτοιες συγκυρίες τα κράτη δεν έχουν μόνιμους φίλους, αλλά μόνιμα συμφέροντα, και εκτίμησε ότι η Αθήνα, έστω και με κάποια καθυστέρηση ή επιφυλακτικότητα, κινείται προς μια κατεύθυνση που ενισχύει τη γεωστρατηγική της θέση.
Ένα ακόμη κεντρικό σημείο της ανάλυσής του ήταν το εμφανές αδιέξοδο της τουρκικής αντιαεροπορικής και αεροπορικής αρχιτεκτονικής. Όπως τόνισε, η Άγκυρα επιχείρησε για χρόνια να οικοδομήσει ένα πιο αυτόνομο αμυντικό μοντέλο, επενδύοντας τεράστια κονδύλια στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Όμως, η σημερινή κρίση, κατά την άποψή του, ανέδειξε τα όρια αυτής της προσπάθειας. Από τη μία, οι S-400 παραμένουν πολιτικό και στρατηγικό βάρος. Από την άλλη, τα τουρκικά εγχώρια συστήματα, όπως το SIPER, δεν έχουν αποδείξει ότι μπορούν να καλύψουν αποτελεσματικά κρίσιμες ανάγκες αεράμυνας, ενώ ακόμη και για την προστασία ευαίσθητων νατοϊκών εγκαταστάσεων στην τουρκική επικράτεια χρειάστηκε ξανά λύση μέσω Patriot του ΝΑΤΟ.
Ο Θεοδωράτος ανέδειξε μάλιστα το οξύμωρο ότι η Τουρκία, η οποία απέρριψε στο παρελθόν τα Patriot ως μη ικανοποιητική λύση, βρίσκεται τώρα να χρειάζεται ακριβώς τέτοια συστήματα για την προστασία κρίσιμων υποδομών της. Κατά την εκτίμησή του, αυτό δεν εκθέτει μόνο το τουρκικό εξοπλιστικό δόγμα, αλλά και τη συνολικότερη αξιοπιστία της τουρκικής αμυντικής στρατηγικής.
Επιπλέον, σημείωσε ότι η τουρκική επιδίωξη να εμφανίσει εγχώριες λύσεις ως πλήρως ώριμες και ανταγωνιστικές απέναντι σε δυτικά ή ρωσικά συστήματα δεν επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα. Αντίθετα, η παρούσα κρίση δείχνει ότι η Τουρκία παραμένει εξαρτημένη από εξωτερικούς προμηθευτές και ότι η σχέση κόστους–αποτελέσματος στις επενδύσεις της αμυντικής της βιομηχανίας απέχει από το να χαρακτηριστεί ικανοποιητική.
Στο τελευταίο μέρος της τοποθέτησής του, ο Γιάννης Θεοδωράτος συνέδεσε τη σημερινή κρίση με τη συνολικότερη στάση της Τουρκίας ως συμμάχου. Τη χαρακτήρισε αναξιόπιστη, όχι μόνο λόγω της διπλής της γλώσσας απέναντι στη Δύση και στο Ιράν, αλλά και λόγω ενεργειών που, όπως είπε, δημιουργούν αστάθεια σε ολόκληρη την περιοχή, από την Κύπρο μέχρι τα μέτωπα της Μέσης Ανατολής. Κατά την ανάλυσή του, η Άγκυρα προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα σε αντιφατικά στρατόπεδα, αλλά η ίδια η δυναμική της κρίσης την οδήγησε σε θέση αμυνόμενου και απολογούμενου παίκτη.
Το τελικό του συμπέρασμα ήταν σαφές: η Τουρκία βγαίνει από αυτή τη φάση απογοητευμένη, διαψευσμένη και στρατιωτικά εκτεθειμένη, ενώ η Ελλάδα έχει μπροστά της ένα πολύτιμο παράθυρο ευκαιρίας να ενισχύσει τη θέση της, αρκεί να συνεχίσει να λειτουργεί με γνώμονα το συμφέρον, την αποτρεπτική ισχύ και τη σωστή ανάγνωση της ιστορικής συγκυρίας.