Του Αντγου (ε.α.) Ανδρέα Ηλιόπουλου, Επίτιμου Διοικητή ΑΣΔΕΝ
Σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης, όπως αυτή που διαμορφώνεται με επίκεντρο την αντιπαράθεση μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών, ο ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης καθίσταται κρίσιμος. Αντί όμως να λειτουργούν ως φορείς ψύχραιμης ενημέρωσης και ανάλυσης, παρατηρείται συχνά μια τάση δραματοποίησης των εξελίξεων, η οποία ενισχύει το αίσθημα ανασφάλειας στην κοινή γνώμη.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται το τελευταίο διάστημα στην προβολή της αύξησης των τιμών των καυσίμων, ως άμεση συνέπεια της κρίσης. Η σύνδεση αυτή, αν και εν μέρει βάσιμη, παρουσιάζεται συχνά με τρόπο που ενισχύει την ανησυχία των πολιτών, χωρίς να αναλύονται επαρκώς οι παράγοντες που επηρεάζουν την ενεργειακή αγορά. Έτσι, δημιουργείται ένα αφήγημα επικείμενης οικονομικής ασφυξίας, το οποίο λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στον ψυχολογικό αντίκτυπο της κρίσης.
Παράλληλα, η συνεχής προβολή στρατιωτικών συστημάτων, όπως οι πύραυλοι Patriot και η «επιτυχημένη» επιχειρησιακή τους χρήση, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο επικοινωνιακής διαχείρισης. Η ανάπτυξη ελληνικών συστοιχιών στη Σαουδική Αραβία με διακρατικές συμφωνίες καθώς και η συζήτηση περί μεταστάθμευσής τους σε περιοχές όπως η Κάρπαθος και η Σαμοθράκη παρουσιάζονται ως ενίσχυση της εθνικής άμυνας. Ωστόσο, απαιτείται προσεκτικότερη ανάλυση των επιχειρησιακών και πολιτικο-στρατηγικών παραμέτρων.
Επιπλέον, διακινείται έντονα το αφήγημα ότι η σύγκρουση ήταν «αναπόφευκτη», με το να παρουσιάζεται το Ιράν ως το «κεφάλι του φιδιού», κατά την έκφραση που χρησιμοποιείται από ορισμένες αραβικές χώρες, και το να εμφανίζεται ως ο βασικός αντίπαλος σε μια προδιαγεγραμμένη αναμέτρηση. Τέτοιου είδους προσεγγίσεις, αν και επικοινωνιακά βολικές, υποβαθμίζουν την πολυπλοκότητα των διεθνών σχέσεων και αποκρύπτουν τα πολλαπλά επίπεδα συμφερόντων, ανταγωνισμών και στρατηγικών επιλογών που διαμορφώνουν την πραγματικότητα.
Η υιοθέτηση τέτοιων αφηγημάτων ενισχύει μια μοιρολατρική αντίληψη περί αναπόφευκτων συγκρούσεων, η οποία δεν ανταποκρίνεται στη φύση της στρατηγικής ανάλυσης.
Οι πόλεμοι δεν είναι φυσικά φαινόμενα· αποτελούν προϊόν πολιτικών αποφάσεων, ισορροπιών ισχύος και, συχνά, λανθασμένων εκτιμήσεων.
Η επικοινωνιακή προσέγγιση που υιοθετείται από ορισμένα ΜΜΕ παραλείπει να αναδείξει κρίσιμα ερωτήματα, όπως ποιος είναι ο πραγματικός επιχειρησιακός ρόλος αυτών των συστημάτων, σε ποιο βαθμό η Ελλάδα εμπλέκεται σε ευρύτερους σχεδιασμούς, και ποιο είναι το ισοζύγιο κινδύνου και οφέλους για την εθνική ασφάλεια. Η μονομερής προβολή τόσο της ενεργειακής ανασφάλειας όσο και της «αμυντικής θωράκισης» εκθέτουν τη χώρα περισσότερο, τόσο οικονομικά όσο και στρατηγικά, σε ένα περιβάλλον ασύμμετρων απειλών και υβριδικών επιχειρήσεων.
Σε κάθε περίπτωση, η ασφάλεια της χώρας δεν εδράζεται σε επικοινωνιακές αναγνώσεις ούτε σε αποσπασματικές προβολές ισχύος.
Ο θεμελιώδης πυλώνας παραμένει η επιχειρησιακή επάρκεια, η αποτρεπτική ικανότητα και, πρωτίστως, η εμπιστοσύνη στην ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η στρατιωτική ηγεσία, με γνώμονα τον επαγγελματισμό, την εμπειρία και τη διαρκή αξιολόγηση των απειλών, αποτελεί τον μοναδικό αξιόπιστο εγγυητή της εθνικής ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας.
Η εμπιστοσύνη αυτή δεν είναι ζήτημα ρητορικής, όπως έχω επανειλημμένα τονίσει, αλλά προϋπόθεση εθνικής συνοχής και αποτελεσματικής άμυνας.
Η στρατηγική κουλτούρα την οποία στερούμεθα σε μεγάλο βαθμό, απαιτεί νηφαλιότητα και όχι επικοινωνιακές υπερβολές.
Η εθνική άμυνα και η οικονομική ανθεκτικότητα δεν είναι πεδία εντυπώσεων αλλά αποτέλεσμα μακροχρόνιου σχεδιασμού, ισορροπίας συμμαχιών και σαφούς αντίληψης των εθνικών συμφερόντων.
Η υπεύθυνη ενημέρωση οφείλει να αποφεύγει την τρομολαγνεία και να προάγει την κριτική σκέψη.
Η πληροφόρηση δεν είναι σοφό να μετατρέπεται σε εργαλείο επηρεασμού, απομακρυνόμενη από τον θεμελιώδη της ρόλο, που παραμένει η αντικειμενική αποτύπωση της πραγματικότητας.