Η ολοένα πιο επιθετική ρητορική που αναπτύσσεται ανάμεσα σε Τουρκία και Ισραήλ τροφοδοτεί νέα σενάρια έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση του Ραγίπ Σοϊλού, παρά το βαρύ κλίμα, την καχυποψία και την αυξανόμενη σύγκρουση συμφερόντων, στην Άγκυρα δεν υπάρχει πραγματική διάθεση για στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό απέναντι στο Ισραήλ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος μιας μετωπικής σύγκρουσης έχει εξαφανιστεί.
Ο Σοϊλού ξεκινά από την ιστορική διαδρομή των σχέσεων των δύο χωρών, υπενθυμίζοντας ότι η σχέση Άγκυρας – Τελ Αβίβ υπήρξε διαχρονικά αντιφατική. Από τη μυστική επίσκεψη του Νταβίντ Μπεν Γκουριόν στην Άγκυρα το 1958 και τη στενή συνεργασία πληροφοριών ανάμεσα σε Τουρκία, Ισραήλ και Ιράν απέναντι στον αραβικό εθνικισμό και τον κομμουνισμό, μέχρι τις επανειλημμένες διπλωματικές κρίσεις για το Παλαιστινιακό και την Ιερουσαλήμ, οι δύο χώρες κινήθηκαν συχνά ανάμεσα στη συνεργασία και στη ρήξη.
Κατά τον αρθρογράφο, οι σημερινές εντάσεις τροφοδοτούνται κυρίως από δύο μεγάλες εστίες: την Παλαιστίνη και τη Συρία. Η τουρκική στάση υπέρ των Παλαιστινίων, η οξεία αντίδραση της Άγκυρας στον πόλεμο της Γάζας και η πλήρης κατάρρευση της προσπάθειας εξομάλυνσης μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 επιβάρυναν καθοριστικά το κλίμα. Την ίδια ώρα, η αλλαγή καθεστώτος στη Συρία δημιούργησε μια νέα, πολύ πιο σύνθετη εξίσωση, με την Τουρκία να εμφανίζεται ενισχυμένη και το Ισραήλ να αντιμετωπίζει με καχυποψία την αυξημένη τουρκική επιρροή στη Δαμασκό.
Η εικόνα επιβαρύνθηκε περαιτέρω από δηλώσεις Ισραηλινών αξιωματούχων και πρώην ηγετικών στελεχών. Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ έφτασε στο σημείο να πει ότι «η Τουρκία είναι το επόμενο Ιράν», κατηγορώντας τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι επιχειρεί να περικυκλώσει το Ισραήλ μέσω μιας ευρύτερης ισλαμιστικής και σουνιτικής συμμαχίας. Από την τουρκική πλευρά, η απάντηση ήρθε με τη γνωστή σκληρή γραμμή Ερντογάν, ο οποίος προειδοποίησε πως «η Τουρκία δεν είναι πια η παλιά Τουρκία».
Παρά τη βαριά αυτή ρητορική, ο Σοϊλού επιμένει ότι μια ένοπλη σύγκρουση παραμένει, για την ώρα, απίθανη. Πρώτος λόγος είναι ότι οι διπλωματικοί δεσμοί, αν και τραυματισμένοι, δεν έχουν κοπεί. Η τουρκική πρεσβεία στο Τελ Αβίβ λειτουργεί κανονικά, όπως και το προξενείο στην Ιερουσαλήμ, ενώ και το Ισραήλ, αν και έχει κλείσει την πρεσβεία του στην Άγκυρα για λόγους ασφαλείας, εξακολουθεί να διατηρεί λειτουργικά κανάλια επικοινωνίας. Ακόμη και σε περίοδο οξείας κρίσης, οι δύο πλευρές δεν έχουν επισήμως ακυρώσει βασικές διμερείς συμφωνίες, από την ελεύθερη εμπορική συμφωνία έως ρυθμίσεις στις αεροπορικές σχέσεις.
Δεύτερο κρίσιμο στοιχείο είναι οι υφιστάμενοι δίαυλοι ασφαλείας. Οι μυστικές υπηρεσίες των δύο χωρών συνεχίζουν να συνομιλούν, ενώ έχουν αναπτυχθεί και μηχανισμοί αποτροπής επεισοδίων, ειδικά στο συριακό μέτωπο. Αυτά τα κανάλια υπάρχουν ακριβώς για να μην ξεφύγει η κατάσταση από τον έλεγχο.
Τρίτος παράγοντας αποτροπής είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η Τουρκία παραμένει χώρα – μέλος του ΝΑΤΟ, με κομβικό ρόλο στην ατλαντική αρχιτεκτονική ασφαλείας, ενώ το Ισραήλ εξακολουθεί να έχει ειδική σχέση με την Ουάσιγκτον. Η αμερικανική διοίκηση, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση σύγκρουση ανάμεσα σε δύο τόσο σημαντικούς συμμάχους της και ασκεί πιέσεις για να αποφευχθεί μια μετωπική αντιπαράθεση, κυρίως με αφορμή τη Συρία.
Τέταρτο στοιχείο είναι ο ρόλος του Αζερμπαϊτζάν, που λειτουργεί ως κοινός παρονομαστής. Η Μπακού διατηρεί στενότατες σχέσεις τόσο με την Άγκυρα όσο και με το Τελ Αβίβ και έχει κάθε συμφέρον να αποτρέψει μια ρήξη ανάμεσα στους δύο εταίρους της.
Πέμπτο και ίσως ουσιαστικότερο: η Τουρκία, σε αντίθεση με το Ιράν, δεν αμφισβητεί την ίδια την ύπαρξη του Ισραήλ. Η Άγκυρα θέτει όρους και προϋποθέσεις για την αποκατάσταση των σχέσεων, κυρίως γύρω από τον πόλεμο στη Γάζα και το ανθρωπιστικό ζήτημα, αλλά δεν κινείται σε μια γραμμή πλήρους στρατηγικής άρνησης του ισραηλινού κράτους. Αυτό, κατά τον Σοϊλού, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής αποκλιμάκωσης.
Στην ίδια λογική, ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι η Τουρκία είναι κρίσιμος παράγοντας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, φιλοξενεί σημαντικές υποδομές του ΝΑΤΟ και της δυτικής αντιπυραυλικής άμυνας, ενώ την ώρα που οι ΗΠΑ απομακρύνονται σταδιακά από την Ευρώπη, Γερμανία και Γαλλία αναζητούν μεγαλύτερη τουρκική συμμετοχή στην ασφάλεια της ηπείρου. Αυτό περιορίζει ακόμη περισσότερο το περιθώριο για μια ανεξέλεγκτη αντιπαράθεση με το Ισραήλ.
Ο Σοϊλού βάζει όμως και τον αστερίσκο. Διότι το γεγονός ότι ο πόλεμος δεν είναι πιθανός, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι. Η Συρία είναι ήδη πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ. Η Τουρκία θέλει να επενδύσει στη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων, αξιοποιώντας την επιρροή της στην αντιπολίτευση που επικράτησε, ενώ το Ισραήλ, κατά την ανάλυση, προτιμά μια αδύναμη και ελεγχόμενη Συρία, την οποία θα μπορεί να χτυπά όποτε το θεωρεί αναγκαίο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ένα επεισόδιο ή μια λανθασμένη εκτίμηση θα μπορούσε να φέρει τις δύο πλευρές πολύ πιο κοντά σε άμεση αντιπαράθεση.
Άλλο πιθανό σημείο ανάφλεξης είναι η Ιερουσαλήμ και γενικότερα το παλαιστινιακό. Αν το Ισραήλ προχωρήσει σε νέα κλιμάκωση στη Γάζα, σε προσάρτηση τμημάτων της Δυτικής Όχθης ή σε κινήσεις που αφορούν το τέμενος Αλ Άκσα και το Όρος του Ναού, η ένταση στην Τουρκία θα εκτοξευθεί. Ο Ερντογάν έχει χαρακτηρίσει την Ιερουσαλήμ «κόκκινη γραμμή», και ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να ανεβάσει το θερμόμετρο σε επίπεδα πολύ πιο επικίνδυνα.
Στην εξίσωση μπαίνει και η ελληνοκυπριακή διάσταση. Η ενίσχυση των σχέσεων Ισραήλ – Ελλάδας – Κύπρου προκαλεί βαθιά δυσπιστία στην Άγκυρα. Αναφορές περί ισραηλινής διεύρυνσης επιρροής στον εναέριο χώρο της βορειοανατολικής Κύπρου ή πιθανής περαιτέρω στρατιωτικής παρουσίας στο νησί θα μπορούσαν, σύμφωνα με την ανάλυση, να μετατραπούν σε νέα πηγή έντασης.
Επιπλέον, ένα ενδεχόμενο πυρηνικό ντόμινο στην περιοχή, με το Ιράν να αποκτά πυρηνική δυνατότητα και την Τουρκία ή τη Σαουδική Αραβία να επιδιώκουν αντίστοιχη ισχύ, θα μπορούσε να φέρει Άγκυρα και Τελ Αβίβ σε άμεση στρατηγική σύγκρουση. Ακόμη πιο ευαίσθητο είναι το κουρδικό, καθώς οποιαδήποτε ισραηλινή στήριξη προς το PKK ή παρακλάδια του θα θεωρηθεί από την Τουρκία μείζονα κόκκινη γραμμή.
Το τελικό συμπέρασμα του Ραγίπ Σοϊλού είναι σαφές: ο πόλεμος ανάμεσα σε Τουρκία και Ισραήλ παραμένει απίθανος, επειδή υπάρχουν σοβαρά θεσμικά, στρατηγικά και γεωπολιτικά αναχώματα. Ωστόσο, η νέα εικόνα στη Μέση Ανατολή, η αναμέτρηση για τη Συρία, το παλαιστινιακό, οι ενεργειακοί ανταγωνισμοί και η αυξανόμενη καχυποψία σημαίνουν ότι κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει πλήρως ένα επικίνδυνο μέλλον.
Με άλλα λόγια, όπως αναφέρει, η Άγκυρα δεν θέλει πόλεμο με το Ισραήλ. Αλλά στη Μέση Ανατολή του 2026, η λογική από μόνη της δεν αρκεί πάντα για να εγγυηθεί την ηρεμία.
Βέβαια δηλώσεις του πρόσφατου παρελθόντος, ότι η Τουρκία θα φτάσει μέχρι την Ιερουσαλήμ, έριξαν μπόλικο νερό στον μύλο της αντιπαράθεσης. Και το Ισραήλ μόνο από ασθενή μνήμη δεν πάσχει…