Άρθρο του Indian Defence Research Wing, συνδέει τις εξελίξεις αυτές με αναφορές περί μειωμένης αποτελεσματικότητας κινεζικής προέλευσης ραντάρ και αντιαεροπορικών συστημάτων στο Πακιστάν κατά την αποκαλούμενη Operation Sindoor, αλλά και με αντίστοιχες ανησυχίες που, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, αναδύονται πλέον και στην περίπτωση του Ιράν. Το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι τα επιχειρησιακά δεδομένα από πραγματικές συνθήκες μάχης αρχίζουν να λειτουργούν ως αυστηρότερο τεστ από τα διαφημιστικά φυλλάδια και τις επίσημες τεχνικές προδιαγραφές. Ωστόσο, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί για τις επιδόσεις των συστημάτων σε Πακιστάν και Ιράν δεν έχουν επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητες επίσημες πηγές στο υλικό που είναι δημόσια διαθέσιμο.
Εκεί όπου υπάρχουν πιο απτά στοιχεία είναι στο ζήτημα των τριών επιστημόνων. To South China Morning Post ανέφερε ότι ο Zhao Xiangeng, πρώην αντιπρόεδρος της Κινεζικής Ακαδημίας Μηχανικής και κορυφαίος επιστήμονας στον τομέα των πυρηνικών όπλων, δεν εμφανίζεται πλέον στον ιστότοπο της Ακαδημίας. Η Caixin Global προχώρησε περισσότερο, γράφοντας ότι από το επίσημο μητρώο της Ακαδημίας αφαιρέθηκαν τα ονόματα και οι βιογραφίες των Wu Manqing, Zhao Xiangeng και Wei Yiyin, όλοι με ισχυρό αποτύπωμα στη στρατιωτική βιομηχανία της Κίνας.
Οι τρεις δεν είναι τυχαία πρόσωπα. Ο Wu Manqing συνδέεται με τον τομέα των ραντάρ και των ολοκληρωμένων ηλεκτρονικών συστημάτων και είχε διατελέσει γενικός διευθυντής του China Electronics Technology Group, ενώ ο Wei Yiyin είχε υπηρετήσει ως αναπληρωτής γενικός διευθυντής της China Aerospace Science and Industry Corp., με ειδίκευση στην καθοδήγηση και τον έλεγχο πυραυλικών συστημάτων. Ο Zhao Xiangeng, από την άλλη, συνδέεται με τον τομέα των στρατηγικών όπλων και της πυρηνικής τεχνολογίας.
Το γεγονός ότι τέτοιες προσωπικότητες εξαφανίζονται ξαφνικά από επίσημες κρατικές ή ημικρατικές πλατφόρμες έχει προκαλέσει έντονη φημολογία για πιθανές έρευνες ή πειθαρχικές διαδικασίες. Πάντως, μέχρι αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει δημόσια επιβεβαίωση από τις κινεζικές αρχές ότι οι τρεις τελούν υπό έρευνα, ούτε επίσημη σύνδεση της αφαίρεσης των προφίλ τους με υποθέσεις διαφθοράς ή με προβλήματα στην απόδοση αμυντικών συστημάτων. Ακριβώς αυτή η σιωπή είναι που τροφοδοτεί τις ερμηνείες.
Το πολιτικό και στρατηγικό βάρος της υπόθεσης είναι προφανές. Τα κινεζικά αντιαεροπορικά και ραντάρ συστήματα έχουν προβληθεί διεθνώς ως πιο οικονομικές εναλλακτικές έναντι δυτικών ή ρωσικών λύσεων. Αν όμως ενισχυθεί η εντύπωση ότι υπάρχουν αποκλίσεις ανάμεσα στις διαφημιζόμενες επιδόσεις και στη συμπεριφορά τους σε συνθήκες πολέμου, τότε θα πληγεί η αξιοπιστία ολόκληρου του κινεζικού αμυντικού εξαγωγικού μοντέλου. Σε έναν πόλεμο όπου η ηλεκτρονική παρεμβολή, η χαμηλή παρατηρησιμότητα, η δικτυοκεντρική μάχη και οι επιθέσεις κορεσμού κρίνουν το αποτέλεσμα, η απόδοση του ραντάρ δεν είναι δευτερεύον τεχνικό ζήτημα. Είναι η καρδιά του συστήματος. Αυτή η ανησυχία αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι διεθνείς αναλύσεις εστιάζουν πλέον όλο και περισσότερο στην ανθεκτικότητα τέτοιων συστημάτων σε πραγματικό περιβάλλον μάχης.
Έτσι, η υπόθεση αποκτά διπλή ανάγνωση. Από τη μία, υπάρχουν οι επιχειρησιακές αμφιβολίες που διατυπώνονται για την επίδοση κινεζικών συστημάτων σε σύγχρονες συγκρούσεις. Από την άλλη, υπάρχει η αιφνίδια αφαίρεση από τα επίσημα αρχεία ανθρώπων που θεωρούνται συνδεδεμένοι με την αιχμή του κινεζικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος. Το αν οι δύο εξελίξεις συνδέονται άμεσα ή απλώς συνέπεσαν χρονικά, παραμένει ασαφές. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι το πλήγμα στην εικόνα του Πεκίνου, αν συνεχιστεί αυτή η συζήτηση, θα είναι σοβαρό.
Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση αυτή ανοίγει έναν ευρύτερο φάκελο, όχι μόνο για την ποιότητα των κινεζικών εξαγωγών άμυνας, αλλά και για το κατά πόσο η εσωτερική λογοδοσία, ο έλεγχος ποιότητας και η διαφάνεια στο κινεζικό αμυντικό οικοσύστημα μπορούν να αντέξουν τη δοκιμασία της πραγματικής σύγκρουσης. Και αυτό είναι ζήτημα που δεν αφορά μόνο το Πεκίνο, αλλά κάθε χώρα που στηρίζει την εθνική της ασφάλεια σε κινεζικής προέλευσης συστήματα.