breaking newsΔιεθνή

Ώρα αποφάσεων! Ο Ελληνισμός πρέπει να ξυπνήσει

Μια εξαιρετικά πυκνή και ουσιαστική συζήτηση για το καθεστώς των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο, τον πόλεμο στο Ιράν, τις αναδιατάξεις ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και το νέο περιφερειακό σύστημα ασφάλειας ξεδιπλώθηκε στην εκπομπή της σελίδας «Κύπρος Πατρίδα μου», με τον Δρ. Διεθνών Σχέσεων Γιάννο Χαραλαμπίδη, τον αντιστράτηγο ε.α. Ιωάννη Μπαλτζώη και τον νομικό Σίμο Αγγελίδη. Η συζήτηση κινήθηκε ταυτόχρονα στο νομικό, στρατιωτικό και γεωπολιτικό επίπεδο, με κοινό παρονομαστή ένα βασικό ερώτημα: πώς ο Ελληνισμός θα αξιοποιήσει τη νέα πραγματικότητα χωρίς να μείνει ξανά θεατής των εξελίξεων.

Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης έθεσε εξαρχής το πλαίσιο της προβληματικής, συνδέοντας το καθεστώς των βάσεων με τον πόλεμο στο Ιράν, τις αμερικανοϊσραηλινές επιχειρησιακές αναδιατάξεις και τη διάχυση του οικονομικού πολέμου σε παγκόσμιο επίπεδο. Παράλληλα, έθεσε το κρίσιμο ερώτημα για το τι πραγματικά σημαίνει «νίκη» σε μια τέτοια σύγκρουση, τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για το Ισραήλ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν ταυτίζεται αυτομάτως με καθαρό πολιτικό αποτέλεσμα.

Στο νομικό σκέλος, ο Σίμος Αγγελίδης ανέπτυξε μια πλήρη επιχειρηματολογία για το καθεστώς των βρετανικών βάσεων, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για κλασική περίπτωση ατελούς αποαποικιοποίησης. Όπως εξήγησε, οι λεγόμενες «κυρίαρχες βάσεις» παραμένουν κυρίαρχες μόνο συμβατικά και όχι με την πλήρη έννοια της κρατικής κυριαρχίας, καθώς υπόκεινται σε συγκεκριμένους περιορισμούς που απορρέουν από τα ίδια τα κείμενα της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης. Κατά την ανάλυσή του, αυτό από μόνο του δείχνει ότι δεν πρόκειται για απόλυτη κυριαρχία, αλλά για περιορισμένο καθεστώς ειδικού τύπου.

Ο Αγγελίδης υποστήριξε ακόμη ότι η ίδια η ύπαρξη των βάσεων μπορεί να αμφισβητηθεί και υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου, καθώς η μη πλήρης απόδοση του κυπριακού εδάφους κατά τη διαδικασία ανεξαρτησίας προσκρούει στην αρχή της αυτοδιάθεσης και στη διακήρυξη του ΟΗΕ για τη χορήγηση ανεξαρτησίας σε αποικιακούς λαούς. Πρόσθεσε δε ότι υπάρχει και το επιχείρημα του καταναγκασμού, αφού η βρετανική θέση την περίοδο πριν την ανεξαρτησία ήταν πως χωρίς αποδοχή του καθεστώτος των βάσεων δεν θα υπήρχε ανεξαρτησία. Αυτό, κατά την άποψή του, εγείρει ακόμη και ζήτημα ακυρότητας λόγω πίεσης.

Σημαντικό μέρος της παρέμβασής του αφιερώθηκε στη διάκριση ανάμεσα στην απόλυτη και τη συμβατική κυριαρχία. Όπως εξήγησε, ένα πλήρως κυρίαρχο κράτος δεν έχει περιορισμούς στην άσκηση εξουσίας, ενώ στην περίπτωση των βάσεων οι ίδιοι οι Βρετανοί δεσμεύονται από ρητές προβλέψεις ότι οι συγκεκριμένες περιοχές μπορούν να αξιοποιούνται μόνο για στρατιωτικούς σκοπούς και όχι με τρόπο που να ισοδυναμεί με απεριόριστη κρατική εξουσία. Αυτό, όπως είπε, είναι κρίσιμο στοιχείο για την αποδόμηση της βρετανικής θέσης.

Από την πλευρά του, ο αντιστράτηγος ε.α. Ιωάννης Μπαλτζώης κινήθηκε πιο καθαρά στο γεωστρατηγικό και επιχειρησιακό πεδίο, λέγοντας χωρίς περιστροφές ότι θεωρεί πλέον τις βάσεις παράνομες. Συνέδεσε, μάλιστα, την υπόθεση της Κύπρου με το προηγούμενο του αρχιπελάγους Τσάγκος και της βάσης Ντιέγκο Γκαρσία, επισημαίνοντας ότι και εκεί το Λονδίνο βρέθηκε εκτεθειμένο από το διεθνές νομικό περιβάλλον και τις επίμονες προσφυγές των ίδιων των κατοίκων και των απογόνων τους. Με απλά λόγια, το μήνυμά του ήταν πως όταν υπάρχει βούληση, υπάρχει και τρόπος πίεσης.

Ο Μπαλτζώης επέμεινε ότι η Κύπρος πρέπει να πάψει να αντιμετωπίζει τις βάσεις ως ένα «αναγκαίο δεδομένο» και να προχωρήσει σε πολιτική και νομική αντεπίθεση. Υποστήριξε ότι η Λευκωσία έχει κάθε λόγο να καταγγείλει τη βρετανική κατοχή των βάσεων, να θέσει το θέμα διεθνώς και να αξιοποιήσει τη νέα συγκυρία για να ανοίξει ένα ζήτημα που, όπως είπε, έπρεπε να είχε τεθεί εδώ και δεκαετίες. Κατά την εκτίμησή του, η σημερινή συγκυρία είναι ακόμη πιο ευνοϊκή, επειδή η βρετανική ισχύς εμφανίζει εμφανή σημάδια παρακμής και αδυναμίας.

Στο ίδιο πνεύμα, ο Μπαλτζώης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο κενό ασφαλείας που δημιουργήθηκε στην περιοχή μετά τα πλήγματα και τις εξελίξεις γύρω από τις βάσεις. Υποστήριξε ότι η Βρετανία δεν είναι πλέον σε θέση να καλύψει αυτό το κενό, κάτι που αποδεικνύει την αποδυνάμωση της παλιάς αυτοκρατορικής της ισχύος. Κατά την ανάγνωσή του, αυτή ακριβώς η αδυναμία επιβάλλει στην Ελλάδα και στην Κύπρο να κινηθούν διαφορετικά: να αναβιώσουν το ενιαίο αμυντικό δόγμα, να σταθεροποιήσουν την ελληνική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή και να καλύψουν οι ίδιες, μαζί με πρόθυμους ευρωπαϊκούς εταίρους, το κενό που αλλιώς θα επιχειρήσει να καλύψει η Τουρκία.

Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης πήγε τη συζήτηση ένα βήμα παραπέρα, επισημαίνοντας ότι αυτή τη στιγμή παράγεται ένα νέο σύστημα συλλογικής ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, όχι κατ’ ανάγκην θεσμικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά μέσα από ad hoc συμμετοχές χωρών όπως η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ισπανία και η Ολλανδία. Έθεσε έτσι το κρίσιμο δίλημμα: αν αυτό το νέο σύστημα θα οικοδομηθεί και θα ενισχυθεί ή αν θα γκρεμιστεί, αφήνοντας χώρο στην τουρκική «Γαλάζια Πατρίδα» να καλύψει το κενό ασφαλείας.

Στο γεωπολιτικό σκέλος του πολέμου με το Ιράν, ο Μπαλτζώης υποστήριξε ότι το αμερικανικό στρατηγικό βάθος βρίσκεται τελικά στον έλεγχο της ενέργειας και άρα στην προσπάθεια ελέγχου της Κίνας μέσω του Ιράν και της Βενεζουέλας. Αντίθετα, το Ισραήλ, όπως είπε, έχει ως πρωταρχικό στόχο την εξουδετέρωση της υπαρξιακής απειλής που αντιλαμβάνεται από την Τεχεράνη. Γι’ αυτό και στάθηκε ιδιαίτερα στη διάσταση ανάμεσα στους στρατηγικούς στόχους ΗΠΑ και Ισραήλ, δείχνοντας ότι, αν και συμπλέουν επιχειρησιακά, δεν ταυτίζονται πλήρως στους τελικούς σκοπούς.

Ο Αγγελίδης, από τη δική του πλευρά, προσπάθησε να βάλει πιο προσεκτικά όρια στη συζήτηση, λέγοντας ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν επίσημα κηρύξει πόλεμο και ότι το σχήμα της σύγκρουσης είναι πιο σύνθετο. Εκτίμησε ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να αναζητήσει στο τέλος μια «έντιμη έξοδο», εφόσον κρίνει ότι το κόστος της συνέχισης θα ξεπερνά το προσδοκώμενο όφελος, ενώ υπογράμμισε ότι η έκβαση της σύγκρουσης δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από την Κίνα, τη Ρωσία, τη Βόρεια Κορέα και συνολικά τη νέα γεωπολιτική σκακιέρα.

Η συζήτηση κατέληξε σε ένα καθαρό πολιτικό και εθνικό συμπέρασμα: ο Ελληνισμός δεν έχει την πολυτέλεια να χωρίζεται σε φιλοϊρανικά ή φιλοαμερικανικά στρατόπεδα. Οφείλει να βλέπει μόνο το δικό του ειδικό εθνικό συμφέρον. Και αυτό το συμφέρον, όπως προέκυψε από τις παρεμβάσεις και των τριών, περνά μέσα από την ανάδειξη του ζητήματος των βάσεων, την ενίσχυση της ελληνοκυπριακής αμυντικής σύζευξης, την αποτροπή τουρκικής γεωπολιτικής διείσδυσης και τη στρατηγική αξιοποίηση της νέας πραγματικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Με λίγα λόγια, η εκπομπή δεν έμεινε στη θεωρία. Άνοιξε επί της ουσίας μια βαριά συζήτηση για το αν Ελλάδα και Κύπρος θα συνεχίσουν να παρακολουθούν τις εξελίξεις ή αν θα αποφασίσουν επιτέλους να λειτουργήσουν ως παράγοντες ισχύος, αξιοπρέπειας και στρατηγικής βούλησης.

Back to top button