breaking newsΔιεθνή

Η στρατηγική βάθους της Άγκυρας και το ελληνικό έλλειμμα αντίληψης

Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης

Το ουσιαστικό στρατηγικό πλεονέκτημα της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα δεν εξαντλείται ούτε στον πληθυσμό της, ούτε στο μέγεθος των ενόπλων δυνάμεών της, ούτε στην ισχύ της οικονομίας της. Το πραγματικό της πλεονέκτημα βρίσκεται αλλού: στη θεσμική μνήμη και στη μακρά παράδοση άσκησης κρατικής στρατηγικής, μια παράδοση που η σύγχρονη Τουρκία κληρονόμησε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία με τη σειρά της πάτησε πάνω στη βυζαντινή εμπειρία κρατικής οργάνωσης και διοίκησης. Τα κράτη, άλλωστε, έχουν μνήμη, και όταν διαθέτουν συνέχεια, την αναπαράγουν και την αξιοποιούν.

Η Τουρκία λειτουργεί ως κράτος που παράγει υψηλή στρατηγική. Δεν κινείται αποσπασματικά ούτε αντιδρά απλώς στις εξελίξεις. Σχεδιάζει, ιεραρχεί, επενδύει και επανέρχεται με επιμονή, αντλώντας από μια παράδοση αιώνων στην άσκηση γεωπολιτικής επιρροής. Από αυτή τη στρατηγική αφετηρία απορρέουν όλα τα επιμέρους εργαλεία της: η διπλωματία, η πολιτιστική πολιτική, οι παρεμβάσεις στις μειονότητες, οι θρησκευτικές δομές, η εκπαιδευτική διείσδυση και η οργανωμένη παρέμβαση σε τρίτες χώρες.

Στην ελληνική περίπτωση, αντιθέτως, δύσκολα μπορεί κανείς να εντοπίσει αντίστοιχη κουλτούρα υψηλής στρατηγικής. Το ελληνικό κράτος διαμορφώθηκε μέσα από τη βαυαρική κηδεμονία, την εξάρτηση από ξένα κέντρα και την εξυπηρέτηση εσωτερικών ελίτ και συμφερόντων. Αυτή η παθογένεια, με διαφορετικές μορφές κάθε φορά, αναπαράγεται για δύο αιώνες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διαμόρφωση μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής παραμένει ζητούμενο.

Το ζήτημα αυτό γίνεται απολύτως ορατό αν εξετάσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα προσεγγίζει τις τουρκικές κοινότητες στα Βαλκάνια. Και η σημασία αυτού του παραδείγματος είναι προφανής, διότι ανάλογη μεθοδολογία εφαρμόζεται διαχρονικά και στη Δυτική Θράκη, όπου η τουρκική στρατηγική επιχείρησε -και σε σημαντικό βαθμό πέτυχε- να μετατρέψει μουσουλμανικούς πληθυσμούς σε πολιτικά αυτοπροσδιοριζόμενη τουρκική κοινότητα, ενώ ταυτόχρονα η ελληνική πλευρά παρακολουθούσε επί δεκαετίες χωρίς ουσιαστική αντίδραση. Την ίδια περίοδο, ο Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου εξοντωνόταν δημογραφικά, πολιτικά και κοινωνικά.

Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η «1η Συνάντηση της Τουρκικής Κοινότητας των Βαλκανίων», που πραγματοποιήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2025 στα Σκόπια, με πρωτοβουλία υπηρεσιών του τουρκικού κράτους. Η συνάντηση δεν είχε εθιμοτυπικό ή συμβολικό χαρακτήρα. Ήταν μια οργανωμένη απόπειρα στρατηγικού συντονισμού.

Στη διοργάνωση συμμετείχαν το Κέντρο Βαλκανικών Σπουδών και το Ίδρυμα Ανθρωπιστικής Βοήθειας IHH, ένας φορέας που έχει κατ’ επανάληψη συνδεθεί με τις πιο σκοτεινές πτυχές της τουρκικής παρακρατικής και ισλαμιστικής δικτύωσης, γνωστός και από τον ρόλο του στην υπόθεση του Μαβί Μαρμαρά. Το παρών έδωσαν, μεταξύ άλλων, ο πρώην πρόεδρος της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, καθηγητής Μουσταφά Σεντόπ, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου του IHH Οσμάν Αταλάι, καθώς και δεκάδες πολιτικοί, πανεπιστημιακοί και διαμορφωτές κοινής γνώμης.

Ο βασικός στόχος της συνάντησης ήταν σαφής: να χαραχθεί μια συγκροτημένη στρατηγική για την οργάνωση και την ενεργοποίηση των τουρκικών κοινοτήτων στα Σκόπια και στο Κοσσυφοπέδιο, ώστε να λειτουργούν ως καλά δικτυωμένα και πολιτικά χρήσιμα σύνολα στην υπηρεσία του νεοοθωμανικού οράματος του Ερντογάν και του τουρκικού κράτους.

Η ίδια η διακήρυξη που προέκυψε από τη συνάντηση είναι αποκαλυπτική. Η τουρκική κοινότητα των Βαλκανίων δεν περιγράφεται απλώς ως ιστορικό κατάλοιπο ή μειονοτική παρουσία, αλλά ως «ιδρυτική δύναμη» της περιοχής, δηλαδή որպես παράγων με λόγο στη διαμόρφωση του μέλλοντος. Πρόκειται για μια διατύπωση εξαιρετικά βαρύνουσας σημασίας, διότι αποτυπώνει την πρόθεση της Άγκυρας να μετατρέψει τις κοινότητες αυτές από φορείς μνήμης σε φορείς επιρροής.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η διακήρυξη σηματοδοτεί μετάβαση από τη γενική ρητορική σε μετρήσιμο σχεδιασμό. Η έως τώρα φάση των διαπιστώσεων και των εκκλήσεων θεωρείται ανεπαρκής και αντικαθίσταται από «σχέδια δράσης 90 ημερών» και «δείκτες απόδοσης». Με απλά λόγια, η Τουρκία δεν αρκείται πλέον στη διατήρηση δεσμών με τις κοινότητές της. Περνά σε φάση αξιολόγησης αποτελεσμάτων, επιχειρησιακής παρακολούθησης και συστηματικής εφαρμογής πολιτικής.

Στο πεδίο της νομικής προστασίας αποφασίστηκε η συγκρότηση ενός «Δικτύου Υποστήριξης Νομικού Αλφαβητισμού και Δικαιωμάτων των Βαλκανίων», με στόχο την αντιμετώπιση παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την καθοδήγηση νέων νομικών. Πρόκειται για κίνηση με ιδιαίτερο βάθος, καθώς η δημιουργία νομικών εργαλείων και στελεχών δίνει σε μια κοινότητα δυνατότητα θεσμικής παρέμβασης και μακροχρόνιας επιβίωσης.

Στο πεδίο της οικονομίας, το τουρκικό σχέδιο προωθεί τη μετάβαση από μια λογική εξάρτησης από παροχές σε ένα μοντέλο παραγωγής και δεξιοτήτων, με αναφορές σε γυναικείους συνεταιρισμούς και μικροχρηματοδότηση. Δηλαδή, επιδιώκει να συγκροτήσει κοινωνικές και οικονομικές δομές που θα καθιστούν τις κοινότητες πιο αυτάρκεις, αλλά και πιο σταθερά συνδεδεμένες με τον τουρκικό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στη γλώσσα. Προβλέπεται η ενίσχυση της εκπαίδευσης στην τουρκική, η στήριξη των εκπαιδευτικών και η ανάπτυξη ειδικών γλωσσικών προγραμμάτων, ώστε οι Τούρκοι μαθητές να μη μειονεκτούν στις δημόσιες εξετάσεις. Η επιλογή αυτή δεν είναι πολιτιστική λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας της εθνοπολιτικής αναπαραγωγής. Η γλώσσα λειτουργεί εδώ ως εργαλείο συνοχής, ταυτότητας και πολιτικής αυτοσυνείδησης.

Αντίστοιχη βαρύτητα έχει η αναφορά στην ιθαγένεια και στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας της Τουρκίας. Η τουρκική υπηκοότητα αντιμετωπίζεται ως «μηχανισμός εγγύησης», κάτι που δείχνει ότι η Άγκυρα επιδιώκει να εγκαθιδρύσει έναν δεσμό όχι μόνο συναισθηματικό ή πολιτισμικό, αλλά και θεσμικό, σχεδόν προστατευτικό, με πληθυσμούς εκτός των συνόρων της.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ενότητα που αφορά τις θρησκευτικές λειτουργίες. Εκεί καταγράφεται ρητώς ότι πρέπει να αποσαφηνιστούν τα όρια ανάμεσα στη θρησκευτική δραστηριότητα και την οργανωτική ένταξη, ενώ αναγνωρίζεται ότι ορισμένες δομές προερχόμενες από την Τουρκία δεν είναι πάντοτε συμβατές με τις τοπικές ευαισθησίες. Η διατύπωση αυτή είναι εξόχως αποκαλυπτική. Δείχνει ότι η Άγκυρα γνωρίζει πως η άσκηση επιρροής μέσω του θρησκευτικού παράγοντα απαιτεί λεπτούς χειρισμούς, προσαρμογή στα τοπικά δεδομένα και όχι ωμή μεταφορά τουρκικών προτύπων.

Ταυτόχρονα, η τουρκική πλευρά διαπιστώνει επείγουσα ανάγκη αντιμετώπισης του προβλήματος στελεχών στον θεολογικό τομέα, καθώς από το 2013 δεν έχουν σταλεί φοιτητές στην Τουρκία για θεολογική εκπαίδευση. Το γεγονός ότι αυτό αντιμετωπίζεται ως στρατηγικό έλλειμμα δείχνει πόσο συστηματικά αντιλαμβάνεται η Άγκυρα τον ρόλο του θρησκευτικού προσωπικού στην αναπαραγωγή επιρροής.

Από τα πιο συγκεκριμένα αποτελέσματα της συνάντησης ήταν η απόφαση ίδρυσης Γραμματείας για την παρακολούθηση της όλης διαδικασίας. Η νέα αυτή πλατφόρμα θα συνεδριάζει τακτικά, τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο, και θα παράγει τριμηνιαίες και εξαμηνιαίες εκθέσεις προόδου μέσα από ομάδες εργασίας στους τομείς της εκπαίδευσης, του πολιτισμού, της οικονομίας και της πολιτικής. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της υψηλής στρατηγικής: οργανωτική συνέχεια, επιμονή, έλεγχος υλοποίησης και διαρκής αναπροσαρμογή.

Στο ιδεολογικό επίπεδο, η διακήρυξη επιμένει στην υπέρβαση του ατομικού «εγώ» υπέρ ενός συλλογικού «εμείς». Η έμφαση στη συλλογική συνείδηση δεν είναι απλώς ηθική προτροπή. Είναι εργαλείο πολιτικής συγκρότησης. Ο στόχος είναι σαφής: η ανάδυση τουρκικών κοινοτήτων στα Βαλκάνια που θα διατηρούν την ταυτότητά τους, ενώ ταυτόχρονα θα παρεμβαίνουν ενεργά στο μέλλον των χωρών στις οποίες ζουν.

Αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο μήνυμα της συνάντησης στα Σκόπια. Η Τουρκία δεν βλέπει τις κοινότητές της στο εξωτερικό ως παθητικά απομεινάρια της ιστορίας, αλλά ως ενεργούς μοχλούς γεωπολιτικής επιρροής. Και αυτό το κάνει με σχέδιο, δομή, μηχανισμούς παρακολούθησης και σαφή καταμερισμό ρόλων.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι τι επιδιώκει η Άγκυρα. Αυτό είναι πλέον εμφανές. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το ελληνικό κράτος έχει αντιληφθεί την έκταση, το βάθος και τη διάρκεια αυτής της στρατηγικής, ιδίως σε ό,τι αφορά τη Θράκη. Διότι, όταν η μία πλευρά σχεδιάζει σε βάθος δεκαετιών και η άλλη εξακολουθεί να λειτουργεί με διοικητικό λήθαργο, το πρόβλημα δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι εθνικό.

Back to top button