Επιμέλεια: Γιάννης Πεγειώτης
Μια νέα, εξαιρετικά ανησυχητική παράμετρος μπαίνει πλέον στον πόλεμο, μετά τις πληροφορίες ότι το Ιράν εκτόξευσε δύο βαλλιστικούς πυραύλους προς την κοινή αμερικανοβρετανική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία, στον Ινδικό Ωκεανό. Ακόμη κι αν η επίθεση δεν πέτυχε τον στόχο της, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι βαρύ: η σύγκρουση δεν περιορίζεται πια μόνο στον άξονα Ιράν – Ισραήλ ή στα στενά όρια του Περσικού Κόλπου, αλλά αποκτά σαφώς ευρύτερη γεωγραφική και στρατηγική διάσταση.
Σύμφωνα με το BBC, η βρετανική κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι θα συνεχίσει να παρέχει αμυντική υποστήριξη απέναντι σε αυτό που χαρακτηρίζει «απερίσκεπτες ιρανικές απειλές», επιμένοντας ταυτόχρονα ότι δεν προτίθεται να εμπλακεί σε μια ευρύτερη πολεμική αναμέτρηση στη Μέση Ανατολή. Η υπουργός Εσωτερικών Ιβέτ Κούπερ ξεκαθάρισε ότι το Λονδίνο θα λάβει αμυντικά μέτρα για την προστασία των βρετανικών συμφερόντων, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θέλει ταχεία αποκλιμάκωση και όχι γενίκευση της σύγκρουσης.
Η τοποθέτηση αυτή ήρθε μετά τις αναφορές ότι η Τεχεράνη στόχευσε τη βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία, στα νησιά Τσάγκος. Όπως μετέδωσαν η Wall Street Journal και το CNN, επικαλούμενα Αμερικανούς αξιωματούχους, δύο βαλλιστικοί πύραυλοι εκτοξεύθηκαν προς τη βάση. Ο ένας φέρεται να απέτυχε εν πτήσει, ενώ ο δεύτερος αναχαιτίστηκε από αμερικανικό πολεμικό πλοίο πριν φθάσει στον στόχο του. Το BBC σημείωσε ότι θεωρεί ακριβείς τις αναφορές για το περιστατικό, αν και ο αμερικανικός στρατός απέφυγε να σχολιάσει.
Το γεγονός από μόνο του συνιστά ποιοτική αλλαγή. Η βάση του Ντιέγκο Γκαρσία δεν είναι ένα τυχαίο στρατιωτικό σημείο. Πρόκειται για μια κρίσιμη εγκατάσταση ΗΠΑ και Βρετανίας, στρατηγικά τοποθετημένη στον Ινδικό Ωκεανό, ικανή να φιλοξενήσει βομβαρδιστικά μεγάλου βεληνεκούς και να λειτουργεί επί χρόνια ως ορμητήριο επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Η ίδια η επιλογή του στόχου δείχνει ότι το Ιράν θέλησε να στείλει σήμα πολύ πέρα από την άμεση ζώνη των συγκρούσεων.
Την ίδια ώρα, το BBC καταγράφει μια εμφανή προσπάθεια του Λονδίνου να βαδίσει σε λεπτή γραμμή. Από τη μια, η βρετανική κυβέρνηση συμφώνησε να επιτρέψει στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν βρετανικές βάσεις για πλήγματα κατά ιρανικών θέσεων που απειλούν τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ. Από την άλλη, ο Σερ Κιρ Στάρμερ έσπευσε να διαβεβαιώσει τον Κύπριο πρόεδρο ότι η RAF Ακρωτηρίου δεν θα είναι μία από τις βάσεις που θα χρησιμοποιηθούν για να στοχοποιηθούν ιρανικές πυραυλικές θέσεις. Η σπουδή αυτής της διευκρίνισης μόνο τυχαία δεν είναι, ιδίως μετά την προηγούμενη επίθεση με drones κατά στρατιωτικής βάσης στην Κύπρο, όπου ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος χτύπησε τον διάδρομο προσγείωσης προκαλώντας, όπως αναφέρθηκε, ελάχιστες ζημιές.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, έχει ήδη προειδοποιήσει ανοιχτά. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δήλωσε ότι η συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου «θέτει σε κίνδυνο βρετανικές ζωές» και ότι το Ιράν θα ασκήσει το δικαίωμά του στην αυτοάμυνα. Πρόκειται για μια διατύπωση που, πίσω από τη διπλωματική γλώσσα, κρύβει καθαρή απειλή επέκτασης των αντιποίνων σε οποιονδήποτε θεωρηθεί ότι διευκολύνει άμεσα τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Στο εσωτερικό της Βρετανίας, η υπόθεση έχει ήδη προκαλέσει πολιτική αναταραχή. Οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες και οι Πράσινοι ζητούν ψηφοφορία στη Βουλή των Κοινοτήτων για την παραχώρηση βρετανικών βάσεων στις ΗΠΑ, ενώ η ηγέτιδα των Συντηρητικών Κέμι Μπάντενοχ μίλησε για τη «μητέρα όλων των αναστροφών». Παράλληλα, ο Στάρμερ συγκαλεί Cobra για να εξετάσει τις συνέπειες του πολέμου στο κόστος ζωής, την ώρα που ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί ότι ενδεχόμενη διαταραχή του εφοδιασμού πετρελαίου θα επηρεάσει συνολικά τις αγορές ενέργειας. Η Κούπερ μίλησε ήδη για επίπτωση της «απερίσκεπτης προσπάθειας του Ιράν να καταλάβει την παγκόσμια οικονομία» στο κόστος ζωής, δείχνοντας ότι το Λονδίνο φοβάται πως ο πόλεμος μπορεί να περάσει πολύ γρήγορα από το στρατιωτικό στο κοινωνικό και οικονομικό πεδίο.
Ωστόσο, το βαρύτερο ίσως κομμάτι της εικόνας αποτυπώνεται στην ανάλυση του CNN για το τι ακριβώς σημαίνει η απόπειρα πλήγματος στο Ντιέγκο Γκαρσία. Το αμερικανικό δίκτυο επισημαίνει ότι η επίθεση, ακόμη κι αν απέτυχε, αναζωπυρώνει τα ερωτήματα για το πραγματικό βεληνεκές των ιρανικών πυραυλικών δυνατοτήτων. Μέχρι σήμερα θεωρούνταν ότι η Τεχεράνη τηρούσε αυτοεπιβαλλόμενο όριο περίπου 2.000 χιλιομέτρων στην εμβέλεια των πυραύλων της. Αν όμως επιχειρήθηκε πλήγμα εναντίον βάσης σε απόσταση άνω των 3.000 χιλιομέτρων, τότε η εξίσωση αλλάζει.
Το CNN μεταφέρει την εκτίμηση του Τζέφρι Λιούις ότι το Ιράν φαίνεται να έχει διατηρήσει τεχνολογική βάση για πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις, μέσω προγραμμάτων που επισήμως παρουσιάζονται ως διαστημικά. Η λογική είναι απλή και συνάμα ανησυχητική: η τεχνολογία εκτόξευσης στο διάστημα είναι στην ουσία συγγενής με την τεχνολογία των βαλλιστικών πυραύλων. Ο Σαμ Λερ, από το Κέντρο Μελετών Μη Διάδοσης James Martin, σημειώνει ότι ιρανικά οχήματα εκτόξευσης όπως το Ghaem-100 θα μπορούσαν, αν χρησιμοποιηθούν βαλλιστικά και όχι για διαστημικές αποστολές, να φτάσουν σε μεγαλύτερες αποστάσεις από όσες αποδίδονταν μέχρι σήμερα στην περιφερειακή πυραυλική δύναμη του Ιράν.
Στο ίδιο πλαίσιο, τίθεται και το ζήτημα του Khorramshahr, με αναλυτές να αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο τροποποιήσεων στο ωφέλιμο φορτίο, ώστε το βεληνεκές να αυξηθεί σημαντικά. Με απλά λόγια, ένα πυραυλικό σύστημα με ελαφρύτερη γόμωση μπορεί να ταξιδέψει μακρύτερα. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αποκτά και επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα υψηλής ακρίβειας σε τόσο μεγάλες αποστάσεις. Εκεί ακριβώς παρεμβαίνει και η Trita Parsi, η οποία θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: ακόμη κι αν το Ιράν μπορεί να στείλει πύραυλο σε πιο μακρινό στόχο, διαθέτει την αναγκαία στοχοποίηση και την απαιτούμενη ακρίβεια για να τον πλήξει αξιόπιστα;
Η ίδια, πάντως, στέκεται ιδιαίτερα στο πολιτικό συμπέρασμα. Αν η Τεχεράνη έδειξε ότι μπορεί να δοκιμάσει στόχους πέρα από το μέχρι τώρα θεωρητικό όριό της, τότε ευρωπαϊκές χώρες που φιλοξενούν βάσεις ή διευκολύνουν επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν μπαίνουν πλέον σε νέα ζώνη κινδύνου. Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση αυτή έχει ήδη ανοίξει για βρετανικές εγκαταστάσεις, ενώ γίνεται αναφορά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ρουμανία, που παρέχουν διευκολύνσεις σε αμερικανικά μέσα ανεφοδιασμού, επιτήρησης και δορυφορικής υποστήριξης.
Εδώ βρίσκεται και το κομβικό ερώτημα της νέας φάσης του πολέμου: αν το Ιράν έχει τη δυνατότητα, έστω υπό όρους, να επεκτείνει το βεληνεκές των πληγμάτων του προς στόχους που έως τώρα θεωρούνταν ασφαλείς, τότε η Ευρώπη παύει να είναι απλός παρατηρητής και κινδυνεύει να βρεθεί εντός ακτίνας απειλής. Η δημόσια συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το αν η Βρετανία ή οι ΗΠΑ μπορούν να πλήξουν ιρανικές θέσεις, αλλά και το αν η ίδια η ευρωπαϊκή ήπειρος, σε ορισμένες από τις στρατιωτικές της υποδομές, εισέρχεται σε περιοχή δυνητικής ιρανικής απάντησης.
Αυτή είναι η νέα, σκοτεινότερη τροπή. Δεν μιλάμε μόνο για ανταλλαγή πυρών ή για τοπική κλιμάκωση. Μιλάμε για ένα πεδίο όπου το στρατηγικό βάθος μεγαλώνει, οι αποστάσεις παύουν να προσφέρουν ασφάλεια και οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να αποφασίσουν αν θα συνεχίσουν να προσφέρουν βάσεις και διευκολύνσεις γνωρίζοντας ότι ίσως μπαίνουν και οι ίδιες στο κάδρο.
Η ασφαλέστερη διέξοδος, όπως πλέον προβάλλει και από το ίδιο το αδιέξοδο του πολέμου, δεν είναι άλλη από μια έστω προσωρινή εκεχειρία και την έναρξη διαπραγματεύσεων. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, κάθε νέο πλήγμα δεν θα κλείνει μέτωπα, αλλά θα ανοίγει καινούργια. Και από τη στιγμή που το Ντιέγκο Γκαρσία μπήκε ήδη στην εξίσωση, η επόμενη συζήτηση δεν θα αφορά το αν ο πόλεμος απλώνεται, αλλά μέχρι πού μπορεί να φτάσει.