Γράφει ο Μανώλης Σκούληκας
Το 2019 η Πολωνία εκτέλεσε μια στρατηγική εξομοίωση με το εξής σενάριο: Προκειμένου να αντιμετωπίσει μια ασύμμετρη επίθεση με μαζικά κύματα εργαλειοποιημένων μεταναστών από τα ανατολικά σύνορά της, η Πολωνία εισβάλει στη Λευκορωσία. Την ίδια στιγμή η Ρωσία εισέρχεται και αυτή στη Λευκορωσία για να την «προστατεύσει» και ο πόλεμος γενικεύεται μεταξύ των τριών χωρών. Στο σενάριο αυτό, με τις δυνάμεις εκείνης της εποχής και με την τότε της κατανόηση του πολέμου, η Ρωσία είχε καταλάβει τη Βαρσοβία σε 15 ημέρες από την έναρξη των επιχειρήσεων. Κατόπιν αυτής της συνειδητοποίησης, η Πολωνία αποφάσισε να διπλασιάσει το στρατό της εντός των επομένων λίγων ετών. Δεν τα έχει καταφέρει ακόμα αλλά έχει κάνει πολύ σοβαρά βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση. Βέβαια δεν είμαστε σίγουροι πόσο έχει προσαρμοστεί το επιχειρησιακό δόγμα της για να αποτυπώσει τις κατακλυσμιαίες αλλαγές που έχει επιφέρει στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου ο πόλεμος στην Ουκρανία. Από μια πρόσφατη αποτυχημένη προσπάθεια εκπαίδευσης ουκρανών νεοσυλλέκτων, φαίνεται ότι δεν έχει αποτυπώσει ορθά αυτές τις αλλαγές, ούτε στο δόγμα της, ούτε και στο υλικό των μονάδων της. Αντίθετα, οι Ρώσοι έχουν αναπτύξει νέες τακτικές και στρατηγικές προσεγγίσεις που αποδεικνύονται αρκετά αποτελεσματικές στο πεδίο, ενώ μάλιστα, με αυτές ακριβώς τις τακτικές, επιτυγχάνουν να έχουν αρκετά λιγότερες απώλειες ακόμα και σαν επιτιθέμενοι.
Οι τρεις Βαλτικές Δημοκρατίες αντίστοιχα έχουν προσπαθήσει να ετοιμαστούν για μια πιθανότατη Ρωσική εισβολή και οι λιγοστοί στρατιώτες τους φαίνονται να είναι αρκετά ετοιμοπόλεμοι και με υψηλότατο ηθικό, κάτι που δικαιολογείται αν αναλογιστούμε το ζωφερό παρελθόν που έχουν αυτές οι χώρες με την ρωσική επικυριαρχία. Όμως σε μια μελέτη της δεξαμενής σκέψης Rand το 2018, της καθιερωμένης αυθεντίας στις στρατηγικές εξομοιώσεις στο Δυτικό Κόσμο, οι Βαλτικές Δημοκρατίες δεν θα μπορέσουν να αντέξουν πάνω από 48 ώρες σε μια ρωσική επίθεση. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα οι δυνάμεις ταχείας επέμβασης του ΝΑΤΟ, και οι όποιες επιπρόσθετες από τις ΗΠΑ, δεν θα μπορέσουν να ανατρέψουν την κατάσταση, παρά μόνο υπό την προϋπόθεση της έγκαιρης προειδοποίησης για τη Ρωσική επίθεση αρκετές μέρες -αν όχι εβδομάδες- πριν. Οι δύο αερομεταφερόμενες υπερμεραρχίες των ΗΠΑ- η 101η και η 82η– θα ήταν αρκετές για να δώσουν μερικές μέρες στην αντίσταση των Βαλτικών, αλλά με το αντάλλαγμα πολλών απωλειών σε δύο μονάδες των ΗΠΑ που αποτελούν την αιχμή του δόρατος της άσκησης επιρροής τους σε όλο τον πλανήτη. Με την απειλή της Ταϊβάν στον ορίζοντα όλο και πιο κοντά, μετά την απομάκρυνση του Τσανγκ Γιουζιά, οι ΗΠΑ είναι μάλλον απίθανο να εμπλέξουν και τις δύο υπερμεραρχίες – αν όχι ούτε και τη μία από αυτές- στις Βαλτικές, που θεωρούνται ένα χαμένο παιχνίδι. Οπότε οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ δε θα έχουν το χρόνο να αποτρέψουν την κατάληψη των Βαλτικών Δημοκρατιών από τους Ρώσους μέσα στο κρίσιμο διάστημα των δύο πρώτων ημερών.
Ένα σημαντικό διακύβευμα όμως για την κατάληψη των Βαλτικών Δημοκρατιών είναι η κατάληψη του «Διαδρόμου του Σουβάλκι» ή αγγλιστί Suwalki Gap (το χάσμα-άνοιγμα του Σουβάλκι). Αυτό είναι ο χώρος μεταξύ της Λευκορωσίας και του Καλίνινγκραντ, ένα άνοιγμα 80 χιλιομέτρων, το οποίο αν καταληφθεί, αποκλείονται επίγεια οι Βαλτικές Δημοκρατίες και οι Σύμμαχοι τους στο ΝΑΤΟ θα πρέπει να διεξάγουν ένα επιθετικό -και κατά συνέπεια πολύνεκρο- αγώνα για να διανοίξουν τις γραμμές ενίσχυσης και ανεφοδιασμού προς αυτές. Βέβαια η επίθεση των Ρώσων δε θα γίνει στα πιο ισχυρά φυλασσόμενα πολωνικά εδάφη, αλλά στα πιο αδύναμα Λιθουανικά και η επίτευξη στρατηγικού αιφνιδιασμού θα είναι απαραίτητη για την άμεση κατάληψη του Διαδρόμου. Επίσης για την κατάληψη των Βαλτικών Δημοκρατιών χρειάζεται να καταληφθούν άμεσα τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά τους και να καταληφθούν τα νησιά του Bornholm (Δανία) και της Γιουτλάνδης (Σουηδία) που ελέγχουν την είσοδο στη Βαλτική Θάλασσα, χωρίς τον έλεγχο της οποίας το ΝΑΤΟϊκό ναυτικό θα μπορεί να ανεφοδιάζει με έμψυχο και άψυχο υλικό τους υπερασπιστές των Βαλτικών Δημοκρατιών και να προσβάλλει τις ρωσικές δυνάμεις με βαλλιστικά βλήματα. Βέβαια η αεράμυνα και οι βαλλιστικοί πύραυλοι του ρωσικού θύλακα το Καλίνιγκραντ, μεταξύ της Πολωνίας και των Βαλτικών, είναι ικανή να ανασχέσει αρκετά από αυτά τα βλήματα και να ελέγξει ικανοποιητικά για ένα χρονικό διάστημα τη Βαλτική θάλασσα. Δεν είναι βέβαια σε θέση ούτε να κρατήσει για πάντα απέναντι στην στρατιωτική επίθεση της Πολωνίας, ούτε έχει απεριόριστα βλήματα. Όμως η ζημιά που μπορεί να επιφέρει σε αεροδρόμια, λιμάνια, υποδομές και σε αεροπορικές και ναυτικές μονάδες του ΝΑΤΟ είναι δύσκολο να γίνει ανεκτή από τις υπερευαίσθητες δυτικές κοινωνίες που θα προσπαθήσουν να το καταλάβουν άμεσα με την έναρξη των εχθροπραξιών. Οπότε η ένωσή του άμεσα, μέσα από το Διάδρομο του Σουβάλκι, με την Λευκορωσία είναι μεγίστης σημασίας για τη Ρωσία.
Είναι όμως τα πράγματα τόσο ευνοϊκά για τη Ρωσία όσο φαίνεται να παρουσιάζονται και από τα δυτικά μάλιστα αναλυτικά κέντρα; Είναι η επέμβαση της Ρωσίας σχεδόν σίγουρη μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας στις Βαλτικές και πιθανώς και στη Βόρεια Σκανδιναβία; Είναι η επέκταση του πολέμου στρατηγικά χρήσιμη; Είναι η άμεση κατάληψη τακτικά εφικτή; Ας δοκιμάσουμε να απαντήσουμε σε αυτές τις ερωτήσεις, οπλισμένοι πλέον με την εμπειρία των τεσσάρων χρόνων του πολέμου της Ουκρανίας.
Αρχικά να παρατηρήσουμε ότι η χρήση των μη επανδρωμένων οχημάτων στο πεδίο της μάχης έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο του μάχεσθαι. Όχι μόνο είναι εύκολο να εντοπισθεί άμεσα ο αντίπαλος αλλά και η εξουδετέρωσή του μπορεί να γίνει μαζικά με αυτά τα μέσα. Οι μαζικές επιθέσεις συνδυασμένων όπλων -μηχανοκίνητο πεζικό, άρματα μάχης, πυροβολικό και αεροπορία, με πιθανή συμμετοχή αερομεταφερόμενων τμημάτων- από αδιαμφησβήτητο επιθετικό δόγμα, έγιναν πλέον, εν μία νυκτί, αυτοκτονικοί απονενοημένοι παραλογισμοί, που ακόμα και αν κάποιος αδαής αξιωματικός κάνει το ατόπημα να τις διατάξει, οι βετεράνοι στρατιώτες δεν πρόκειται ούτε καν να τις εκτελέσουν. Πλέον, μικρές ομάδες μοτοσυκλετιστών (2-3 μηχανές Cross με ένα ή δύο άτομα έκαστη και αρκετά εφόδια) εισχωρούν γρήγορα σε κάποιο οικισμό, παγιώνουν ένα πρόχειρο προγεφύρωμα, καλύπτουν και συντονίζουν την προώθηση των υπολοίπων συναδέλφων τους. Το πυροβολικό και τα drones καλύπτουν την προώθηση, ενώ ειδικές μονάδες επτά ατόμων, οπλισμένων με επαναληπτικές λειόκανες καραμπίνες και μέσα ηλεκτρονικών παρεμβολών, καλύπτουν την επίθεση από εναέρια drones. Η μόνη άμυνα απέναντι στο εχθρικό πυροβολικό είναι η ταχύτατη προώθηση ή υποχώρηση και η κάλυψη στα υπόγεια, ιδιαίτερα μεγάλων πολυκατοικιών, όπου οι οβίδες δεν διατρυπούν όλους τους ορόφους. Τα οχυρώματα πλέον δεν προστατεύουν από τα drones, τα οποία μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο από ισχυρά καταφύγια (blindage), ενισχυμένα με τσιμέντο από πάνω και εισόδους καλυπτώμενες με δίκτυ για αρκετά μέτρα. Τα άρματα μάχης είναι πλέον στόχοι και έχουν καταλήξει να χρησιμοποιούνται σαν πυροβολικό εφόδου, βάλλοντας μόνο απευθείας βολές από μεγάλες αποστάσεις σε οχυρωμένες θέσεις του εχθρού. Τα τεθωρακισμένα οχήματα Μάχης και Μεταφοράς Προσωπικού πλέον δεν μπορούν να δράσουν ανενόχλητα, μεταφέροντας το μηχανοκίνητο πεζικό άμεσα εναντίον των εχθρικών θέσεων γιατί θα γίνουν άμεσα βορά των επιθετικών drones του αντιπάλου. Πλέον έχουν γίνει απλά μεταγωγικά μέσα που αρκούνται να μεταφέρουν το πεζικό από τα μετόπισθεν σε μια προχωρημένη θέση πριν το μέτωπο, από όπου κάθε στρατιώτης θα μετακινηθεί πεζός προς τη μάχη φροντίζοντας να διατηρεί μεγάλες αποστάσεις από τους συναδέλφους του (15-30 μέτρα) για να μην γίνει στόχος πυροβολικού. Όπως έδειξε η αποτυχημένη αερομεταφερόμενη επίθεση στο αεροδρόμιο του Κιέβου το 2022, μια αερομεταφερόμενη επίθεση απέναντι σε μια καλά προετοιμασμένη θέση άμυνας, με το προσωπικό ασφαλείας εξοπλισμένο και οργανωμένο, είναι αδύνατο πλέον να πετύχει και η ευρεία επιτήρηση του σύγχρονου πεδίου μάχης, σε συνδυασμό με την ευρεία πλέον χρήση φορητών αντιαεροπορικών πυραύλων και επιθετικών drones, κάνει τη δράση μεταγωγικών αεροπλάνων και ελικοπτέρων απαγορευτική. Αντιθέτως υπάρχει άνοδος των συγκεκαλλυμένων εισχωρήσεων όπως μέσω αγωγού αερίου στο Κούρσκ, με αργές πεζοπορίες στο Ποκρόφσκ, ή και με μεταμφίεση σε πολίτες στην ειδική ουκρανική επιχείρηση κατά των ρωσικών αεροδρομίων.
Δεδομένων αυτών των διδαγμάτων, οι προβλέψεις των στρατιωτικών αναλυτών οφείλουν να αναθεωρηθούν. Η κατάληψη των αεροδρομίων και των λιμανιών των Βαλτικών δημοκρατιών, όπως και των νησιών της Γιουτλάνδης και του Bornholm δεν θα είναι πλέον εύκολη υπόθεση καθώς οι αερομεταφερόμενες δυνάμεις θα κινδυνεύουν να καταρριφθούν πριν την απόβασή τους και οι ειδικές δυνάμεις που θα έχουν παρεισφρήσει στα ενδότερα δεν θα είναι αρκετές για να πετύχουν όλους τους απαιτούμενους στόχους. Οπότε και μερικά μόνο αεροδρόμια να μείνουν λειτουργικά, θα είναι ικανά να εξυπηρετήσουν δυνάμεις ταχείας αντίδρασης του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Βέβαια, το όλο και αυξανόμενο βαλλιστικό πυραυλικό οπλοστάσιο της Ρωσίας θα μπορέσει να καλύψει κάποιο από αυτό το κενό. Η απόβαση όμως στα νησιά της Βαλτικής θα αποδειχθεί πολύ δύσκολη αν δεν επιτευχθεί κάποιος τακτικός αιφνιδιασμός. Οι προωθήσεις των Ρώσων στο Διάδρομο του Σουβάλκι, και ιδιαιτέρως στα εδάφη των Βαλτικών Δημοκρατιών, δεν θα είναι το ίδιο κεραυνοβόλες όσο είχε προβλεφθεί από το Rand καθώς, όπως αποδείχθηκε στις πρώτες εβδομάδες του πολέμου στην Ουκρανία, ένας στρατός που δεν επιδιώκει να κρατήσει αρραγείς γραμμές άμυνας αλλά καθυστερεί τον αντίπαλο με μια «υγρή» άμυνα οχυρωμένων τοποθεσιών σε κεντρικούς κόμβους και συνεχείς ενέδρες και επιδρομές στα μετόπισθεν των επικοινωνιών του, μπορεί να ανατρέψει ένα σύγχρονο δόγμα επίθεσης, βασισμένος στην εκτεταμένη φθορά των τεθωρακισμένων μέσων και των γραμμών ανεφοδιασμού του αντιπάλου. Οι προωθήσεις με το πεζικό δεν είναι ούτε μαζικές ούτε γρήγορες, οπότε ο χρόνος πλέον δεν θα παίξει με το μέρος των Ρώσων εκτός αν αυτοί είναι σε θέση να υποστούν δυσανάλογες απώλειες και να αντιμετωπίσουν τις επερχόμενες αντεπιθέσεις από τις ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις με μειωμένης απόδοσης στρατεύματα λόγω των απωλειών μάχης. Η εμπλοκή μαχητικών πέμπτης γενεάς θα δώσει στο ΝΑΤΟ ένα σημαντικό πλεονέκτημα αφού τα αμερικανικά F-35 είναι αόρατα από όλες τις κατευθύνσεις και όχι μόνο (κυρίως) από μπροστά όπως τα αντίστοιχα ρώσικα. Σε βάθος μερικών ημερών αυτή η διαφορά θα έχει κάνει τη ρωσική αεροπορία να αποσυρθεί εν γένει από τους αιθέρες της Βαλτικής προκειμένου να αποσοβήσει ασύμμετρες απώλειες. Σαφώς όμως η ρωσική αεράμυνα με S-400 και S-500 δεν επιτρέψει αεροπορική κυριαρχία -ίσως και υπεροχή- στο ΝΑΤΟ.
Τώρα, όσον αφορά στην στρατηγική προοπτική επέμβασης στις Βαλτικές Δημοκρατίες, η Ρωσία πάντα τις έβλεπε σαν «εγγύς εξωτερικό» της, και τις εποφθαλμιούσε από ανέκαθεν. Μετά το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία η Ρωσία θα έχει να αντιμετωπίσει αρχικά μια κρίση με τους βετεράνους της. Αυτοί οι άνθρωποι θα ξεκινήσουν να αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα με Διατραχές Μετατραυματικού Στρες μετά από 6-12 μήνες μετά από το τέλος του πολέμου και την απομάκρυνσή τους από το μέτωπο. Αυτό θα σημαίνει τεράστια ποσοστά αλκοολισμού, εθισμού σε ναρκωτικές ουσίες, βίαιη παραβατικότητα, αυτοκτονίες και εκτεταμένη σύσταση εγκληματικών συμμοριών. Όπως για κάθε βετεράνο ενός μακρού πολέμου, η επανένταξη δεν θα είναι εύκολη, ενώ για αρκετούς θα είναι ανέφικτη. Από την εποχή της αρχαιότητας μέχρι σήμερα, οι άνθρωποι που ενσωματώνονται για μεγάλα διαστήματα στην εναλλακτική πραγματικότητα του πολέμου υφίστανται τόσες ριζικές νευρωνικές αλλαγές που δεν μπορούν να επανενταχθούν παρά μόνο με ένα προσωπικό άθλο. Η μόνη λύση που βρίσκουν οι κοινωνίες για αυτούς τους ανθρώπους -πέρα από την κοινωνική περιθωριοποίηση και τη φυλάκιση που δεν είναι ουσιαστικές λύσεις- είναι η χρησιμοποίησή τους σε ένα νέο πόλεμο, και μάλιστα προτού αυτοί αρχίσουν να καταρρέουν μέσα από εκτεταμένη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες. Σε αυτά τα πλαίσια, αν η Ρωσία δεν θέλει να μειώσει την απόδοση των βετεράνων της θα πρέπει να συνεχίσει τις εχθροπραξίες εντός ενός έτους, από το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία. Επίσης, η πολύ πιθανή εισβολή της Κίνας στην Ταϊβάν, μπορεί να σημάνει και την ευκαιρία για να εμπλέξει τη Δύση σε δύο μέτωπα το Ευρασιατικό μπλοκ. Είτε η πρότερη εισβολή της Ρωσίας στις Βαλτικές θα φέρει τις ΗΠΑ σε ένα δίλλημα σχετικά με το ποιες δυνάμεις θα εμπλέξει εκεί για την υπεράσπιση τους, ενόψει του επικείμενου κινδύνου της Ταϊβάν, δίνοντας στη Ρωσία το πλεονέκτημα της μερικής μόνο επένδυσης του ΝΑΤΟ και πιο συγκεκριμένα των ΗΠΑ στην περιοχή. Είτε παράλληλα με την απόβαση των κινεζικών στρατευμάτων στην Ταϊβάν και την αναγκαστική επένδυση των αμερικανών στην περιοχή, η Ρωσία θα επιτεθεί στις Βαλτικές ή και στη Βόρεια Σκανδιναβία -για να εξασφαλίσει το βόρειο πέρασμα του Αρκτικού με τις περιοχές του αρκτικού κύκλου από τις νορβηγικές βόρειες ακτές μέχρι τα νησιά Svarbald, την Ισλανδία και ακόμα και τη Γροιλανδία- γνωρίζοντας ότι το ΝΑΤΟ δεν θα έχει αρκετές δυνάμεις να την ανασχέσει, με τις ΗΠΑ εγκλωβισμένες στον Ειρηνικό, εκθέτοντας, παράλληλα, ανεπανόρθωτα το ήδη ημιθανές Βορειοατλαντικό Σύμφωνο. Εδώ βέβαια τίθεται το ζήτημα ότι ο Σι Τζινπίνγκ, μετά τις πρόσφατες αλλαγές στη στρατιωτική ηγεσία, δεν έχει ακόμα κάνει τις απαραίτητες εκκαθαρίσεις στο Κινεζικό Στράτευμα και αυτές μπορούν να πάρουν περισσότερο από δύο χρόνια, ενώ, όμως, το Ουκρανικό οδεύει προς το τέλος του, πιθανώς εντός του τρέχοντος έτους. Άραγε θα συμπέσει το παράθυρο ευκαιρίας μεταξύ του τέλους του Ουκρανικού και του ενός έτους μέχρι την κινεζική απόβαση στην Ταϊβάν; Δεδομένων των αυξανόμενων διεθνών αντιπαραθέσεων, μάλλον οι εξελίξεις θα πιέσουν τα πράγματα και δεν θα παραβλεφθεί η ευκαιρία αυτή για το Ευρασιατικό μπλόκ. Από την άλλη ο Σι δεν έχει επικρατήσει ολοκληρωτικά ακόμα στο εσωτερικό της Κίνας και ίσως οι εκκαθαρίσεις να είναι πολύ επώδυνες και μακροσκελείς αφού το στράτευμα ήταν κατά μεγάλο ποσοστό πιστό στον απελθόντα αρχηγό του Τσάνγκ Γιουζιά.
Το γεγονός παραμένει ότι η Ευρώπη οφείλει να προετοιμαστεί πολεμικά για αυτήν την πιθανότατη αντιπαράθεση αλλά οι πλημμελέστατες κινήσεις της τόσο σε εξοπλισμούς, όσο και σε διατύπωση νέων δογμάτων και αντίστοιχης εκπαίδευσης και ατομικού εξοπλισμού, δεν προοιωνίζουν καλές εξελίξεις για τα βορειοανατολικά σύνορά της.