Ο πόλεμος στο Ιράν, οι επιπτώσεις του για την Κύπρο και την Ελλάδα, αλλά και οι ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις που ήδη διαμορφώνονται στη Μέση Ανατολή, βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκπομπής «Geopolitics» της τηλεόρασης της «Ναυτεμπορικής», με τον Σάββα Καλεντερίδη να φιλοξενεί τον πρέσβη ε.τ. Γιώργο Αϋφαντή. Η συζήτηση κινήθηκε σε δύο βασικούς άξονες: αφενός τη νέα πραγματικότητα που δημιουργείται σε Κύπρο, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο υπό το βάρος του πολέμου, αφετέρου το αδιέξοδο, όπως το περιέγραψε ο έμπειρος διπλωμάτης, στο οποίο έχει περιέλθει η σύγκρουση με επίκεντρο το Ιράν.
Ο Γιώργος Αϋφαντής στάθηκε αρχικά στη σημασία της ελληνικής αεροπορικής και ναυτικής παρουσίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς και στην κινητοποίηση ευρωπαϊκών χωρών γύρω από το νησί. Όπως εκτίμησε, η έντονη τουρκική αντίδραση είναι απολύτως αναμενόμενη, καθώς η Άγκυρα βλέπει ότι διαμορφώνεται ένα νέο πεδίο ισορροπιών στο οποίο η Ελλάδα δεν εμφανίζεται μόνη της, αλλά ενταγμένη σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό και δυτικό πλέγμα υποστήριξης. Υπογράμμισε, μάλιστα, ότι η παρουσία αυτή δεν είναι απλώς συμβολική, αλλά εδράζεται στη Συνθήκη του 1960, δηλαδή στο ίδιο το ιδρυτικό πλαίσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, που καθιστά την Ελλάδα εγγυήτρια δύναμη.
Κατά τον πρέσβη ε.τ., η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στη συγκυριακή στρατιωτική παρουσία, αλλά στο αν αυτή θα μεταφραστεί σε σταθερό διπλωματικό και στρατηγικό αποτύπωμα. Προειδοποίησε ότι θα ήταν εξαιρετικά αρνητικό μήνυμα, εάν μετά τις τουρκικές αντιδράσεις και τις πιθανές πιέσεις για διατήρηση ισορροπιών στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, οι ελληνικές δυνάμεις αποχωρούσαν, ενώ τα τουρκικά μέσα παρέμεναν. Τόνισε ότι η ελληνική παρουσία στην Κύπρο πρέπει να λειτουργήσει ως εργαλείο ανατροπής του στρατιωτικού συσχετισμού και ως σαφές μήνυμα αποτροπής, ώστε να πάψει να θεωρείται από την Τουρκία ότι η πλήρης κατάληψη του νησιού είναι, όπως διαχρονικά υπαινίσσεται, υπόθεση λίγων ωρών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην ευρωπαϊκή διάσταση της υπόθεσης, σημειώνοντας ότι η κινητοποίηση κρατών-μελών της ΕΕ γύρω από την Κύπρο συνιστά μια πρώτη ουσιαστική εκδήλωση ευρωπαϊκής αλληλεγγύης προς κράτος-μέλος σε συνθήκες τόσο υψηλής έντασης. Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι αυτή η διάσταση από μόνη της δεν αρκεί. Αν, όπως είπε, η στήριξη παραμείνει αποκλειστικά ευρωπαϊκή και δεν παγιωθεί με εθνικούς όρους από την ελληνική πλευρά, τότε μπορεί εύκολα να τεθεί υπό διαπραγμάτευση από χώρες με ισχυρά συμφέροντα στην Τουρκία.
Ο πρέσβης ε.τ. δεν έκρυψε την ανησυχία του και για την τουρκική κίνηση να αναπτύξει έξι F-16 στα κατεχόμενα, επισημαίνοντας ότι αυτή η ενέργεια συγκρούεται με υφιστάμενες δεσμεύσεις ως προς τη χρήση αμερικανικής προέλευσης οπλικών συστημάτων στην κατεχόμενη Κύπρο. Εκτίμησε ότι πρόκειται για πεδίο στο οποίο θα έπρεπε να κινητοποιηθούν αποφασιστικά τόσο το ελληνοαμερικανικό όσο και το κυπριακό λόμπι στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και να ασκηθούν πολιτικές και νομικές πιέσεις προς τη Γερμανία για τον εξοπλισμό που διαθέτει η Τουρκία και αξιοποιείται στην Κύπρο.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Γιώργος Αϋφαντής υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να εγκαταλείψει τη λογική της προσωρινής διαχείρισης και να κινηθεί μεθοδικά προς μια μόνιμη στρατιωτική και αποτρεπτική ενίσχυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως ανέφερε, πρέπει να δημιουργηθούν σταθερές υποδομές και να επιδιωχθεί μια μακρόπνοη ανατροπή του σημερινού στρατιωτικού ισοζυγίου, ώστε να καταστεί σαφές προς όλους ότι οποιαδήποτε νέα τουρκική προέλαση στην Κύπρο θα ισοδυναμεί πλέον με άμεσο ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Σχολιάζοντας τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, ο πρέσβης ε.τ. υπενθύμισε τον ιστορικό ρόλο της Βρετανίας στις μεθοδεύσεις γύρω από το Κυπριακό και έκρινε ότι έχει έρθει η ώρα να τεθεί με σοβαρότητα και επιμονή το ζήτημα του καθεστώτος τους. Κατά την εκτίμησή του, η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να αναζητήσει τρόπους ώστε να πάψει η αποικιοκρατική αυτή κληρονομιά να λειτουργεί ερήμην των κυπριακών συμφερόντων, ασκώντας παράλληλα πίεση σε μια Βρετανία που, όπως σημείωσε, δεν έχει απεριόριστα περιθώρια κόστους.
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέδωσε και στην τουρκική διαμαρτυρία για την παρουσία Patriot στην Κάρπαθο και για τη συνολική ενίσχυση της ελληνικής αεράμυνας στο Αιγαίο. Όπως εξήγησε, αυτό που ενοχλεί την Άγκυρα είναι ότι τέτοιες κινήσεις εντάσσονται πλέον ευθέως σε ένα ευρύτερο νατοϊκό και επιχειρησιακό πλέγμα προστασίας, ειδικά σε ό,τι αφορά κρίσιμες βάσεις όπως η Σούδα. Υπενθύμισε, δε, ότι υπάρχουν ιστορικά και νομικά τεκμήρια που δικαιώνουν την ελληνική θέση περί στρατιωτικής θωράκισης των νησιών για λόγους τοπικής άμυνας, υπογραμμίζοντας πως η Αθήνα οφείλει να τα επαναφέρει με αποφασιστικότητα στη διεθνή συζήτηση.
Στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης, η συζήτηση πέρασε στον ίδιο τον πόλεμο κατά του Ιράν. Ο Γιώργος Αϋφαντής εκτίμησε ότι η αρχική επιδίωξη των ΗΠΑ και του Ισραήλ ήταν να εξαναγκάσουν το Ιράν όχι μόνο να εγκαταλείψει το πυρηνικό του πρόγραμμα, αλλά και να αφοπλιστεί βαλλιστικά, ανοίγοντας παράλληλα τον δρόμο για αλλαγή καθεστώτος. Κατά την ανάλυσή του, στο αμερικανικό σύστημα εξουσίας κυριάρχησαν πολιτικά και λομπίστικα κέντρα με συμφέροντα και ιδεολογικές στοχεύσεις, ενώ οι υπηρεσιακές και στρατηγικές επιφυλάξεις παραμερίστηκαν.
Ο πρώην πρέσβης στην Τεχεράνη υποστήριξε ότι το βασικό σενάριο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε αυτή η στρατηγική έχει ήδη διαψευστεί. Αντί να ξεσπάσει εσωτερική εξέγερση κατά του καθεστώτος, η εξωτερική επίθεση οδήγησε σε συσπείρωση γύρω από το ιρανικό κράτος, ακόμη και τμημάτων της κοινωνίας που δεν ταυτίζονται με το καθεστώς. Κατά τον ίδιο, αυτό ήταν αναμενόμενο για όποιον γνωρίζει την ιστορική και εθνική συγκρότηση του Ιράν, μιας χώρας με βαθιά κρατική και πολιτισμική συνέχεια, σε αντίθεση με πιο τεχνητές κρατικές οντότητες της περιοχής.
Ο Γιώργος Αϋφαντής περιέγραψε το αδιέξοδο του πολέμου ως αποτέλεσμα της αποτυχίας των αρχικών σχεδιασμών για ταχεία αποκεφάλιση της ιρανικής ηγεσίας και εσωτερική κατάρρευση. Τόνισε ότι ούτε οι κουρδικοί παράγοντες ούτε άλλες εθνοτικές και περιφερειακές δυνάμεις προσφέρουν το έδαφος για μια εύκολη επέμβαση ή έναν διαμελισμό του Ιράν. Αντιθέτως, το Ιράν έχει ήδη μεταφέρει την πίεση σε οικονομικό επίπεδο, χτυπώντας τις ισορροπίες στον Περσικό Κόλπο και μετατρέποντας την ενεργειακή ασφάλεια σε μοχλό παγκόσμιου εκβιασμού.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το μεγάλο βάρος της κρίσης δεν περιορίζεται σε μια κλασική πετρελαϊκή αναταραχή. Επεκτείνεται σε ολόκληρο το διεθνές οικονομικό σύστημα, στις αγορές, στις επενδύσεις και στην ενεργειακή επάρκεια κρατών του Κόλπου, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει ευρύτερη χρηματοπιστωτική και γεωοικονομική αναστάτωση. Όπως είπε χαρακτηριστικά, η σύγκρουση έχει ήδη εισέλθει σε αχαρτογράφητα νερά.
Ο πρέσβης ε.τ. δεν απέκλεισε μάλιστα το ενδεχόμενο η σύγκρουση να οδηγήσει σε βαθύτερες τεκτονικές μεταβολές σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, από το Ιράκ και τη Συρία έως τον Λίβανο, υποστηρίζοντας ότι ο χάρτης της περιοχής ουσιαστικά ξαναγράφεται. Υπογράμμισε ότι το Ιράκ και η Συρία βρίσκονται ήδη σε συνθήκες αποσταθεροποίησης, ενώ στον Λίβανο εξελίσσεται, όπως είπε, μια μεγάλης κλίμακας εσωτερική αποδιάρθρωση και εκτόπιση πληθυσμών, εξέλιξη που θα μπορούσε να προκαλέσει νέες ροές προς την Κύπρο και την Ελλάδα.
Μέσα σε αυτή τη ζοφερή εικόνα, ο Γιώργος Αϋφαντής άφησε σαφείς αιχμές και για το ελληνικό σύστημα εξωτερικής πολιτικής. Υποστήριξε ότι υπάρχουν έμπειροι διπλωμάτες και υπηρεσιακοί παράγοντες που αντιλαμβάνονται το μέγεθος των αλλαγών, αλλά είτε δεν ακούγονται είτε έχουν εκπαιδευτεί να μην μιλούν. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το ελληνικό κράτος δεν έχει συγκροτήσει μηχανισμούς ώστε στελέχη με βαθιά γνώση και εμπειρία να συνεχίζουν να προσφέρουν ουσιαστικά μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό υπηρεσία.
Η εκπομπή ολοκληρώθηκε με τον Σάββα Καλεντερίδη να υπογραμμίζει τη σημασία της εμπειρίας και της γνώσης που κατέθεσε ο Γιώργος Αϋφαντής, κάνοντας λόγο για μια συζήτηση που αφορά όχι μόνο την Κύπρο και την Ελλάδα, αλλά ολόκληρη την ανθρωπότητα. Το κεντρικό συμπέρασμα που προέκυψε από τη συνέντευξη ήταν σαφές: η σύγκρουση με το Ιράν δεν είναι ένα περιφερειακό επεισόδιο, αλλά μια εξέλιξη που επηρεάζει άμεσα τον ελληνισμό, την Ανατολική Μεσόγειο, την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την παγκόσμια ισορροπία.