Με κεντρικό άξονα την καθοριστική συμβολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην πορεία και την τελική ευόδωση της Επανάστασης του 1821, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος μίλησε στο Άργος, στο πλαίσιο εκδήλωσης του Λυκείου Ελληνίδων Άργους για τον εορτασμό της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου. Θέμα της ομιλίας του ήταν η «πολεμική ιδιοφυία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη: Τριπολιτσά – Δερβενάκια», με τον κ. Παυλόπουλο να στέκεται τόσο στη στρατηγική σκέψη του «Γέρου του Μοριά» όσο και στη διαχρονική σημασία του παραδείγματός του για το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού.
Ο κ. Παυλόπουλος υπογράμμισε πως η Ιστορία έχει πλέον εκδώσει την αμετάκλητη ετυμηγορία της για την εθνική συνεισφορά του Κολοκοτρώνη, τονίζοντας ότι χωρίς τη στρατιωτική και πολεμική του ιδιοφυία η Επανάσταση δύσκολα θα είχε οδηγηθεί στην κατάληξη που θεμελίωσε το νεότερο ελληνικό κράτος. Όπως εξήγησε, το μεγάλο προτέρημα του Κολοκοτρώνη ήταν η ικανότητά του να συνδυάζει δύο φαινομενικά διαφορετικές μεθόδους πολέμου: από τη μία την πολιορκία, όταν ο χώρος και ο χρόνος επέτρεπαν οργανωμένο σχεδιασμό, και από την άλλη τον κλεφτοπόλεμο, όταν απέναντί του βρισκόταν αριθμητικά και υλικά ανώτερος αντίπαλος.
Στο πρώτο μέρος της ομιλίας του, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέλυσε τη στρατηγική σημασία της Άλωσης – Απελευθέρωσης της Τριπολιτσάς. Όπως τόνισε, ο Κολοκοτρώνης είχε πλήρη επίγνωση ότι η Τριπολιτσά, ως διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου, έπρεπε να πέσει οπωσδήποτε στα χέρια των Ελλήνων, όχι μόνο για λόγους συμβολικούς, αλλά κυρίως για λόγους ουσίας. Η πτώση της, σύμφωνα με τον ίδιο, έδωσε στην Εθνεγερσία παμπελοποννησιακή εμβέλεια και στέρεες βάσεις επιβίωσης και επέκτασης.
Ο κ. Παυλόπουλος επέμεινε ιδιαίτερα στο ότι η σύλληψη αυτού του στρατηγήματος ανήκε ουσιαστικά στον ίδιο τον Κολοκοτρώνη. Ανέφερε ότι άλλοι οπλαρχηγοί, παρά την ανδρεία και την εμπειρία τους, πρόκριναν τοπικές συγκρούσεις και καταλήψεις μικρών στρατηγικών σημείων, μια τακτική που, όπως σημείωσε, θα μπορούσε να οδηγήσει την Επανάσταση σε φθορά χωρίς ουσιαστικό στρατηγικό όφελος. Αντίθετα, ο «Γέρος του Μοριά» έβλεπε τη μεγάλη εικόνα και κατεύθυνε τους αγωνιστές σε επιμέρους νίκες ενταγμένες όμως σε ενιαίο, συνολικό σχεδιασμό: από το Λεβίδι και το Βαλτέτσι έως τα Βέρβενα, τα Δολιανά και, τελικά, τη «Γράνα», το χαράκωμα που ολοκλήρωσε τον ασφυκτικό αποκλεισμό της Τριπολιτσάς και προδιέγραψε την πτώση της.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο ηγετικό πρότυπο του Κολοκοτρώνη, επισημαίνοντας ότι αποδέχθηκε χωρίς μικροψυχία την υπέρτατη ηγεσία του Δημητρίου Υψηλάντη και την αρχιστρατηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, παρ’ ότι η Ιστορία, όπως είπε, αναγνώρισε εξ αρχής στον ίδιο τον ρόλο της κορυφαίας ηγετικής μορφής της κατάληψης της Τριπολιτσάς.
Στη συνέχεια, ο κ. Παυλόπουλος αναφέρθηκε εκτενώς στο ζήτημα της αιματοχυσίας μετά την πτώση της πόλης, επιμένοντας ότι οι ακρότητες δεν είχαν καμία σχέση με τη νοοτροπία και το μέτρο ευθύνης του ίδιου του Κολοκοτρώνη. Τόνισε ότι τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι οπλαρχηγοί είχαν επανειλημμένα ζητήσει από τους πολιορκημένους Οθωμανούς να παραδοθούν ειρηνικά, προσφέροντας εγγυήσεις ασφαλείας, και υπογράμμισε ότι η τουρκική πλευρά απορρίπτει συνειδητά αυτή την ιστορική πραγματικότητα όταν επιχειρεί συμψηφισμούς. Σε αυτό το σημείο, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας άσκησε έντονη κριτική στην τουρκική ιστορική ρητορική, λέγοντας ότι δεν μπορεί να εξισώνεται η αιματοχυσία της Άλωσης της Τριπολιτσάς με τα επί αιώνες εγκλήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Τουρκίας εις βάρος του Ελληνισμού, από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι τις γενοκτονίες του Πόντου και της Μικράς Ασίας και τον αφανισμό της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης.
Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο της ομιλίας του αφορούσε τη Μάχη στα Δερβενάκια, την οποία χαρακτήρισε καθοριστική για τη διάσωση της Επανάστασης σε μια στιγμή που αυτή απειλούνταν ευθέως από την εκστρατεία του Δράμαλη. Ο κ. Παυλόπουλος περιέγραψε αναλυτικά το πώς ο Κολοκοτρώνης αντιλήφθηκε αμέσως ότι δεν είχε νόημα μια ευθεία αναμέτρηση με το πολυάριθμο και καλά εξοπλισμένο οθωμανικό στράτευμα και προτίμησε να εφαρμόσει ένα σχέδιο ασφυκτικού αποκλεισμού. Έκαψε τα σπαρτά, στέρησε από τον αντίπαλο τον ανεφοδιασμό, εκμεταλλεύτηκε την έλλειψη νερού και τις κλιματολογικές συνθήκες, απέκλεισε τις διόδους διαφυγής και οδήγησε ουσιαστικά τον Δράμαλη στην παγίδα των Δερβενακίων.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, εκεί ακριβώς αποτυπώθηκε ο συνδυασμός των δύο βασικών στοιχείων της στρατηγικής ιδιοφυίας του Κολοκοτρώνη: πρώτα ο αποκλεισμός και στη συνέχεια ο κλεφτοπόλεμος. Οι Έλληνες, λιγότεροι από 3.000, ταμπουρωμένοι στις πλαγιές και κόβοντας κάθε δυνατότητα αναδίπλωσης, χτύπησαν το στράτευμα του Δράμαλη την ώρα που επιχειρούσε να διαφύγει προς την Κόρινθο. Η μάχη κατέληξε, όπως είπε, σε πανωλεθρία για τους Οθωμανούς και αναζωπύρωσε τη φλόγα της Εθνεγερσίας, σώζοντας το κεκτημένο της απελευθέρωσης στην Πελοπόννησο.
Στον επίλογό του, ο κ. Παυλόπουλος δεν περιορίστηκε σε μια ιστορική αναδρομή, αλλά επιχείρησε να συνδέσει το παράδειγμα του Κολοκοτρώνη με το σύγχρονο εθνικό χρέος. Τόνισε ότι η προσωπικότητα και η προσφορά του «Γέρου του Μοριά» δεν αποτελούν μόνο ιστορική κιβωτό του παρελθόντος, αλλά δείκτη πορείας για το μέλλον, ιδίως σε εποχές που, όπως είπε, δεν επιτρέπουν εφησυχασμό αλλά επιβάλλουν εγρήγορση.
Μάλιστα, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο Κυπριακό, λέγοντας ότι για τον Ελληνισμό η Εθνεγερσία παραμένει ζωντανό ιστορικό ορόσημο όσο συνεχίζεται η τουρκική κατοχή στην Κύπρο. Με καθαρά πολιτικό και εθνικό μήνυμα, υποστήριξε πως οι Έλληνες οφείλουν να διατηρήσουν αταλάντευτη τη δέσμευσή τους για απελευθέρωση κάθε σπιθαμής κυπριακού εδάφους από τον τουρκικό ζυγό, ενώ κάλεσε και τη διεθνή κοινότητα, αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση ειδικότερα, να αναλάβουν πλήρως τις ευθύνες τους απέναντι σε μια κατοχή που, όπως ανέφερε, προσβάλλει όχι μόνο τη διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα, αλλά και τον ίδιο τον πολιτισμό.