Ο πόλεμος στο Ιράν, όπως τον αποτιμά ο Δρ. Διεθνών Σχέσεων Γιάννος Χαραλαμπίδης μέσα από το άρθρο του στη «Σημερινή», έχει ήδη περάσει σε μια φάση χωρίς έλεος, με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις να διαχέονται σε πολλαπλά μέτωπα και τις ενεργειακές επιπτώσεις να απειλούν να τινάξουν στον αέρα την παγκόσμια οικονομία. Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσής του είναι σαφές: ο πόλεμος δεν παράγει μόνο στρατιωτικά τετελεσμένα, αλλά βάζει «μπουρλότο» στα καύσιμα, στην ευρύτερη περιοχή και στις ισορροπίες ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου.
Σύμφωνα με όσα επισημαίνει, τα εκατέρωθεν πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, από το γιγαντιαίο κοίτασμα South Pars στο Ιράν μέχρι κρίσιμες υποδομές στο Κατάρ, το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία, έχουν προκαλέσει αλυσιδωτές συνέπειες στην αγορά. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έδωσε το τελικό χτύπημα, με τις τιμές της ενέργειας να εκτοξεύονται και το Brent να κινείται σε εξαιρετικά επικίνδυνα επίπεδα. Η εικόνα, όπως τη μεταφέρει ο Χαραλαμπίδης, δεν αφορά μια πρόσκαιρη αναστάτωση, αλλά έναν δομικό κίνδυνο για τη διεθνή οικονομία, καθώς οι ζημιές στις υποδομές αφήνουν πίσω τους μακροπρόθεσμο αποτύπωμα. Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παραθέτει, μόνο μία σοβαρή ζημιά σε καταριανή εγκατάσταση αρκεί για να απαιτηθούν χρόνια αποκατάστασης και σημαντική μείωση στην παραγωγή φυσικού αερίου.
Την ίδια ώρα, οι Ισραηλινοί, όπως αναφέρει, εκτιμούν ότι ο πόλεμος θα συνεχιστεί για αρκετές ακόμη εβδομάδες, χωρίς να αποκλείεται διεύρυνση της σύγκρουσης. Ήδη, στο κάδρο έχει μπει πιο έντονα και ο Λίβανος, όπου ο ισραηλινός στρατός προχωρεί σε χερσαία επιχείρηση «σκούπα», με τη Χεζμπολάχ και το Ιράν να επιχειρούν αντίσταση. Κατά τον ίδιο, η πολεμική εικόνα παραμένει μεσαίας έντασης, όμως η ένταση αυτή είναι αρκετή για να κρατά ανοιχτό το ενδεχόμενο διάχυσης μέσω πυραυλικών επιθέσεων και πληρεξουσίων του Ιράν, είτε πρόκειται για τη Χεζμπολάχ είτε για τους Χούθι είτε για άλλες ένοπλες ομάδες.
Ιδιαίτερο βάρος δίνει ο Χαραλαμπίδης και στην εικόνα της Κύπρου μέσα σε αυτό το περιβάλλον. Υποστηρίζει ότι το κενό ασφαλείας που άφησε η βρετανική στάση επιχειρούν πλέον να καλύψουν η Γαλλία, η Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, με τη Βάση «Ανδρέας Παπανδρέου» να αναβαθμίζεται σε κρίσιμο συμμαχικό στρατηγείο. Μέσα σε αυτό το πλέγμα, καταγράφει τον ρόλο της κυπριακής πλευράς, της γαλλικής παρουσίας, του αμερικανικού συνδέσμου, αλλά και της ελληνικής φρεγάτας «Κίμων», την οποία παρουσιάζει ως σημαντικό αποτρεπτικό παράγοντα λόγω των προηγμένων επιχειρησιακών δυνατοτήτων της. Το βασικό μήνυμα είναι ότι πάνω από την Κύπρο απλώνεται πλέον ένα πολυεπίπεδο δίχτυ ασφάλειας, με το Ισραήλ να διαβεβαιώνει, κατά την ανάλυσή του, ότι εξακολουθεί να θεωρεί το νησί ενταγμένο στη δική του επιχειρησιακή αμυντική ασπίδα.
Ο αρθρογράφος δεν κρύβει παράλληλα τον εκνευρισμό που, όπως σημειώνει, προκαλεί η βρετανική στάση τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Λευκωσία. Κατά την αποτίμησή του, οι Βρετανοί έδειξαν νωχελικότητα, αναποφασιστικότητα και έλλειψη έγκαιρων αμυντικών αντανακλαστικών στις βάσεις που διαθέτουν στην Κύπρο, αφήνοντας χώρο στους Γάλλους να ενισχύσουν τη δική τους γεωστρατηγική παρουσία. Και αυτό, κατά τον Χαραλαμπίδη, δεν είναι δευτερεύον. Αντιθέτως, συνιστά μια ευκαιρία για το Παρίσι να εμφανιστεί ως ηγέτιδα ευρωπαϊκή δύναμη στην περιοχή, με την Ελλάδα στο πλευρό του, εξέλιξη που ενοχλεί ανοιχτά την Τουρκία, η οποία βλέπει να περιορίζεται, έστω και προσωρινά, η δική της φιλοδοξία να επιβάλει τη «Γαλάζια Πατρίδα».
Στο ιρανικό μέτωπο, ο Χαραλαμπίδης υπογραμμίζει ότι ΗΠΑ και Ισραήλ συνεχίζουν την επιχείρηση αποκεφαλισμού του καθεστώτος, αλλά χωρίς αυτό να έχει φέρει ακόμη τη διάρρηξη της εσωτερικής συνοχής της Τεχεράνης. Αντιθέτως, σημειώνει ότι κάθε χτύπημα στην κορυφή αναπληρώνεται γρήγορα από νέους, ακόμη πιο σκληροπυρηνικούς παίκτες. Η εικόνα που δίνει είναι αυτή μιας Λερναίας Ύδρας: αφαιρείται ένα κεφάλι και αμέσως εμφανίζεται άλλο. Με αυτό το σκεπτικό, θεωρεί δύσκολη την πτώση του καθεστώτος μόνο μέσω αεροπορικών πληγμάτων, όσο βαθιά κι αν φτάνει η διείσδυση των ισραηλινών υπηρεσιών μέσα στην ιρανική εξουσία.
Εξίσου κρίσιμος είναι, κατά τον ίδιο, ο παράγοντας των Στενών του Ορμούζ και των ιρανικών νησιών που ελέγχουν τη δίοδο. Αναφέρει ότι ακούγονται σενάρια για αεροαποβατικές επιχειρήσεις ή καταλήψεις κομβικών σημείων, όμως προειδοποιεί πως τέτοιες κινήσεις αποτελούν δίκοπο μαχαίρι. Το ρίσκο είναι τεράστιο: αφενός ενδέχεται να προκαλέσουν βαριές αμερικανικές απώλειες, αφετέρου μπορεί να εκτοξεύσουν ακόμα περισσότερο την τιμή του πετρελαίου, ιδίως αν επηρεαστούν εγκαταστάσεις-κλειδιά από τις οποίες εξαρτώνται οι ιρανικές εξαγωγές. Με απλά λόγια, ο Χαραλαμπίδης αφήνει να εννοηθεί πως μια στρατιωτικά τολμηρή επιλογή μπορεί να μετατραπεί σε οικονομικό μπούμερανγκ παγκόσμιας κλίμακας.
Στο σκέλος των οικονομικών συνεπειών, η ανάλυση αποκτά ακόμη πιο ανησυχητικό χαρακτήρα. Ο συγγραφέας δείχνει πως η άνοδος των τιμών λειτουργεί μεν υπέρ των αμερικανικών εξαγωγών πετρελαίου, αλλά ταυτόχρονα τροφοδοτεί πληθωριστικές πιέσεις και προβλήματα ανάπτυξης. Για την Ευρώπη, όμως, το πλήγμα είναι οξύτερο, επειδή δεν διαθέτει την ίδια ενεργειακή αυτάρκεια και εξαρτάται πολύ περισσότερο από τις εισαγωγές. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσει και τη συζήτηση για τη φορολογία στα καύσιμα, σημειώνοντας ότι ορισμένες χώρες, όπως η Ιταλία, έσπευσαν να κινηθούν γρηγορότερα, χωρίς να περιμένουν τις βραδυκίνητες ευρωπαϊκές αποφάσεις.
Το γενικό συμπέρασμα του Γιάννου Χαραλαμπίδη είναι ότι ο πόλεμος δεν βρίσκεται κοντά στο τέλος του, ούτε οι επιπτώσεις του μπορούν να υποτιμηθούν. Βλέπει συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων για εβδομάδες, κίνδυνο γεωγραφικής διάχυσης, ενεργειακή ασφυξία, οικονομική πίεση και ένα ρευστό σύστημα ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η Κύπρος αποκτά αναβαθμισμένο αλλά και εξαιρετικά ευαίσθητο ρόλο. Με αυτή τη ματιά, το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος βομβαρδίζει ποιον, αλλά πόσο αντέχει η περιοχή, η Ευρώπη και η παγκόσμια αγορά να ζουν με έναν πόλεμο που κάθε μέρα ανοίγει και νέο μέτωπο.