breaking newsΔιεθνή

Δημοσίευμα της Deutsche Welle που πρέπει να μας προβληματίζει! Οι Τούρκοι της Βουλγαρίας αναζητούν ρόλο και πολιτικό χώρο

Σε αναζήτηση ρόλου και πολιτικού χώρου βρίσκονται οι Τούρκοι στη Βουλγαρία, όπως αναφέρει δημοσίευμα στη Deutsche Welle. Η Βουλγαρία φιλοξενεί σήμερα τη μεγαλύτερη τουρκική πληθυσμιακή ομάδα στα Βαλκάνια. Περίπου 500.000 πολίτες – σχεδόν το 8% του συνολικού πληθυσμού, σύμφωνα με την απογραφή του 2021 – αυτοπροσδιορίζονται ως Τούρκοι. Πρόκειται κυρίως για απογόνους Οθωμανών εποίκων που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή κατά τον 14ο και 15ο αιώνα. Η παρουσία τους αποτυπώνεται ακόμη και στο τοπίο της πρωτεύουσας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ιστορικό Τζαμί Μπάνια Μπάσι στη Σόφια, χτισμένο τον 16ο αιώνα.

Οι περισσότεροι Βούλγαροι Τούρκοι είναι σουνίτες μουσουλμάνοι και κατοικούν κυρίως στις νότιες και βορειοανατολικές επαρχίες της χώρας (κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα δηλαδή). Διατηρούν την τουρκική γλώσσα, σε αντίθεση με τους βουλγαρόφωνους μουσουλμάνους, γνωστούς ως Πομάκους. Παράλληλα, στο μωσαϊκό των μουσουλμανικών κοινοτήτων της χώρας συγκαταλέγονται και μουσουλμάνοι Ρομά, καθώς και νεότεροι μετανάστες από τη Συρία και το Αφγανιστάν μετά το 2015.

Πολιτισμική θρησκευτικότητα και καθημερινή συνύπαρξη

Σύμφωνα με έρευνα του 2017, περίπου το 89% των Βούλγαρων μουσουλμάνων δηλώνουν θρησκευόμενοι. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η κοινωνιολόγος Μαρίνα Λιάκοβα, η θρησκευτικότητα στη Βουλγαρία έχει κυρίως πολιτισμικό χαρακτήρα. Η τήρηση του Ραμαζανιού είναι διαδεδομένη, όμως η τακτική προσέλευση στο τζαμί παραμένει περιορισμένη, ενώ η μαντίλα σπάνια εμφανίζεται στις νεότερες γενιές.

Οι πέντε αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας άφησαν βαθύ αποτύπωμα, όχι μόνο πολιτικά αλλά και πολιτισμικά. Χριστιανοί και μουσουλμάνοι επηρεάστηκαν αμοιβαία σε γλώσσα, κουζίνα και καθημερινές πρακτικές. Στην πράξη, όπως επισημαίνουν κοινωνικοί επιστήμονες, κυριαρχεί μια μορφή «γειτονικής συνύπαρξης». Ωστόσο, η αυξημένη μετανάστευση από τη Μέση Ανατολή έχει ενισχύσει σε τμήματα της κοινωνίας αρνητικές στάσεις απέναντι στο Ισλάμ, ιδίως όταν αυτό συνδέεται ιστορικά με την οθωμανική περίοδο.

Το τραύμα της «Διαδικασίας Αναγέννησης»

Οι πληγές του παρελθόντος παραμένουν ανοιχτές. Το 1984-85, επί καθεστώτος του Τόντορ Ζίβκοφ, επιβλήθηκε στους Βούλγαρους Τούρκους υποχρεωτική αλλαγή ονομάτων σε βουλγαρικά, στο πλαίσιο της λεγόμενης «Διαδικασίας Αναγέννησης». Στόχος ήταν η εξάλειψη της εθνικής τους ταυτότητας.

Το 1989, μετά από μαζικές διαμαρτυρίες, περισσότεροι από 360.000 Τούρκοι απελάθηκαν στην Τουρκία – μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις εθνοτικής εκδίωξης στην Ευρώπη μετά το 1945. Ο στρατός απέκλεισε χωριά, έγιναν συλλήψεις και σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκατοντάδες έως και 2.500 άνθρωποι σκοτώθηκαν.

Παρά τη διακήρυξη του βουλγαρικού κοινοβουλίου το 2012, που αναγνώρισε και καταδίκασε τις παραβιάσεις, καμία ουσιαστική δικαστική διαδικασία δεν προχώρησε. Κανένας υπεύθυνος δεν λογοδότησε. Ιστορικοί, όπως ο Τόμας Καμουζέλα, επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει πολιτική βούληση για ουσιαστική αναμέτρηση με το παρελθόν. Το ζήτημα παραμένει ευαίσθητο, ακόμη και εντός των ίδιων των οικογενειών.

Παράλληλα, εκκρεμούν ζητήματα αποκατάστασης περιουσιών που κατασχέθηκαν εκείνη την περίοδο. Προσπάθειες της μουσουλμανικής ηγεσίας να ανακτήσει τζαμιά και γη που δημεύθηκαν δεν έχουν ευοδωθεί.

Η πολιτική εκπροσώπηση σε κρίση

Για δεκαετίες, η τουρκική μειονότητα εκπροσωπήθηκε κυρίως από το Κίνημα για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες (DPS), το οποίο διαδραμάτισε ρυθμιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή της χώρας. Ωστόσο, το 2024 το κόμμα διασπάστηκε. Ο Ντέλιαν Πεέφσκι ανέλαβε τον έλεγχο και το μετονόμασε σε «DPS-Νέα Αρχή», ενώ ο ιστορικός ηγέτης Άχμεντ Ντογκάν ίδρυσε νέο πολιτικό σχηματισμό.

Οι κατηγορίες περί διαφθοράς, εξαγοράς ψήφων και αθέμιτης επιρροής βαραίνουν τον Πεέφσκι, ο οποίος βρίσκεται υπό αμερικανικές κυρώσεις από το 2021. Οι αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις από το φθινόπωρο του 2025 στρέφονται και εναντίον του, καθώς, παρότι δεν μετέχει στην κυβέρνηση του Ρόσεν Σελιάζκοφ, την στηρίζει κοινοβουλευτικά.

Σήμερα, οι Τούρκοι της Βουλγαρίας ζουν σε ένα πλαίσιο τυπικής συνταγματικής ισότητας, αλλά με την Ορθόδοξη Εκκλησία να διατηρεί προνομιακό καθεστώς ως «παραδοσιακή θρησκεία». Η τουρκική γλώσσα δεν αποτελεί γλώσσα διδασκαλίας στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, ενώ ζητήματα ταυτότητας παραμένουν πολιτικά ευαίσθητα.

Η Άγκυρα επηρεάζει θρησκευτικά τη χώρα μέσω της Diyanet, χρηματοδοτώντας τζαμιά και ρυθμίζοντας την εκπαίδευση ιμάμηδων.

Τί μας δείχνει ουσιαστικά το δημοσίευμα της Deutsche Welle; Ότι στη γειτονική Βουλγαρία η τουρκική μειονότητα, η οποία δέχτηκε διώξεις αναζητά πολιτικό ρόλο και δεν τον έχει βρει μέχρι στιγμής παρότι το 8% των Βούλγαρων αυτοπροσδιορίζονται ως Τούρκοι. Στην Ελλάδα η μουσουλμανική μειονότητα, η οποία ουδεμία βαρβαρότητα δεν έχει αντιμετωπίσει και έχει δεχτεί την αρωγή του ελληνικού κράτους, έχει γίνει αντικείμενο εργαλειοποίησης από την Άγκυρα. Εγκάθετοι του τουρκικού παρακράτους μπαινοβγαίνουν σε ελληνικά εδάφη και προσπαθούν να επηρεάσουν καταστάσεις και να εγείρουν ζητήματα “Δυτικής Θράκης”, παρότι η μειονότητα απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους Έλληνες. Η Ελλάδα πρέπει να αφυπνιστεί και να πάρει μέτρα αυστηρά για τον περιορισμό των Τούρκων πρακτόρων που δρούνε με άνδρο το προξενείο στην Κομοτηνή.

Back to top button