breaking newsΔιεθνή

Δικαιοσύνη για το Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ): Όχι με Οργή, αλλά με Σχέδιο

Τα Εγκλήματα των Αζέρων δεν πρέπει να μείνουν ατιμώρητα

Γράφει ο Αρντασές Γιαγουπιάν


Τις πρώτες μέρες του 2026 οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα με τον κωδικό Operation Absolute Resolve. Η επιχείρηση περιλάμβανε αεροπορικές επιθέσεις και εισβολή ειδικών δυνάμεων στο Καράκας, με αποτέλεσμα τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, και την μεταφορά τους εκτός Βενεζουέλας ώστε να αντιμετωπίσουν ποινικές διώξεις στις ΗΠΑ.
Αυτό που κάνει αυτή την εξέλιξη τόσο σημαντική είναι ότι για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία ο πρόεδρος ενός κράτους έχει αφαιρεθεί από την εξουσία και μεταφερθεί με στρατιωτική επιχείρηση άλλης χώρας για να δικαστεί σΑΨτο εξωτερικό. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί απλώς μια στρατιωτική δράση, αλλά θέτει υπό αμφισβήτηση ολόκληρη τη θεμελιώδη αρχή της διεθνούς έννομης τάξης περί εδαφικής ακεραιότητας και μη επέμβασης.
Οι ΗΠΑ, μια υπερδύναμη με στρατιωτική κυριαρχία και γεωπολιτικό βάρος, έχουν την ικανότητα να πραγματοποιήσουν τέτοιες επιχειρήσεις, αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, η πράξη χαρακτηρίζεται ευρέως ως παράνομη κατά το διεθνές δίκαιο, και όχι απλώς ανεκτή.

Αυτό αποκαλύπτει μια κρίσιμη αλήθεια. Σε ένα σύστημα όπου δεν υπάρχει κεντρική, υποχρεωτική νομοθετική εξουσία διεθνώς, η εφαρμογή της «δικαιοσύνης» καθορίζεται όχι από το τι είναι νόμιμο αλλά από το ποιος έχει τη δυνατότητα να την επιβάλει. Ακόμη και χώρες με υπερδυνάμεις όπως οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν έντονες διεθνείς αντιδράσεις, διπλωματικό κόστος και νομικές αμφισβητήσεις όταν ενεργούν μονομερώς.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην κρατική τηλεόραση του Αζερμπαϊτζάν (5 Ιανουαρίου), ο πρόεδρος Ιλχάμ Αλίεφ παρουσίασε μια αντίληψη για τον Νότιο Καύκασο όπου η ισχύς υπερισχύει του διεθνούς δικαίου και η ειρήνη ταυτίζεται με τη στρατιωτική νίκη. Υποστήριξε ότι το διεθνές δίκαιο έχει ουσιαστικά καταρρεύσει και ότι πλέον καθοριστικό ρόλο παίζουν μόνο η δύναμη, οι συμμαχίες και η επιρροή, μια θέση που υπονομεύει τις ίδιες τις αρχές του διεθνούς συστήματος στο οποίο το Αζερμπαϊτζάν τυπικά συμμετέχει.

Η προσέγγιση αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς ο Νότιος Καύκασος δεν εξέρχεται από μια διαπραγματευμένη ειρήνη αλλά από συγκρούσεις που κρίθηκαν με τη βία. Η απαξίωση του διεθνούς δικαίου νομιμοποιεί αποτελέσματα εξαναγκασμού και αποκλείει τη λογοδοσία, την αποκατάσταση και τη συμφιλίωση. Για την Αρμενία και τους εκτοπισμένους Αρμενίους από το Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ), το διεθνές δίκαιο παραμένει το βασικό εργαλείο διεκδίκησης δικαιωμάτων.

Εδώ όμως υπάρχει ένα βαθύτερο ιστορικό υπόστρωμα που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Μετά τη Γενοκτονία, οι Αρμένιοι για δεκαετίες δεν μιλούσαν ανοιχτά. Όχι επειδή ξέχασαν, αλλά επειδή έπρεπε να επιβιώσουν. Το τραύμα ήταν τόσο βαθύ που η σιωπή λειτούργησε ως μηχανισμός άμυνας.

Η πρώτη γενιά της Διασποράς στην Ελλάδα, στη Γαλλία, στον Λίβανο, στις ΗΠΑ είχε ως προτεραιότητα την επιβίωση και την ένταξη. Η πολιτικοποίηση της μνήμης ήρθε αργότερα, όταν υπήρξε σχετική ασφάλεια, οργανωμένη κοινότητα και νομικό πλαίσιο για διεκδίκηση. Η μνήμη μετατράπηκε τότε σε πολιτικό εργαλείο πίεσης, διεθνούς αναγνώρισης και ταυτότητας.

Σήμερα, μετά το 2020 και τα γεγονότα του 2023 στο Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ), βρισκόμαστε σε μια παρόμοια μεταβατική φάση. Υπάρχει τραύμα, οργή, εσωτερικός διχασμός και ταυτόχρονα μια μορφή σιωπής. Πολλοί δεν έχουν ακόμη τη δύναμη να μιλήσουν στρατηγικά.

Αν όμως η ιστορία μας διδάσκει κάτι, είναι ότι η σιωπή δεν πρέπει να γίνει μόνιμη κατάσταση. Η μνήμη γίνεται πολιτικό εργαλείο μόνο όταν οργανωθεί. Όταν τεκμηριωθεί. Όταν ενταχθεί σε διεθνές νομικό πλαίσιο.

Ο Αλίεφ παρουσίασε επίσης το τέλος του πολέμου ως πολιτικό γεγονός που μπορεί να διακηρυχθεί μονομερώς, αγνοώντας κρίσιμα άλυτα ζητήματα όπως η ασφάλεια, τα σύνορα, οι αιχμάλωτοι και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Παράλληλα, απέδωσε διεθνείς πιέσεις στην αρμενική διασπορά, μετατρέποντας θεμιτές ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε υποτιθέμενη εχθρική συνωμοσία.

Συνολικά, οι δηλώσεις Αλίεφ σκιαγραφούν μια μεταπολεμική τάξη βασισμένη στην πολιτική ισχύος και όχι στη νομιμότητα. Όμως η ειρήνη που στηρίζεται στη νίκη και όχι στη δικαιοσύνη δύσκολα μπορεί να είναι βιώσιμη ή σταθερή.

Γι’ αυτό, σε μικρότερα κράτη με περιορισμένες επιλογές στρατιωτικής ισχύος και χωρίς διεθνή υποστήριξη, η στρατηγική που έχει νόημα δεν είναι η προσπάθεια για κατασταλτικές ενέργειες, αλλά η συγκρότηση ενός πλήρους, νομικά ανθεκτικού φακέλου τεκμηρίωσης, με στόχο χώρες που έχουν θεσμικά εργαλεία για καθολική δικαιοδοσία και προϋπάρχοντα νομικά προηγούμενα.

Με αυτό το δεδομένο, αν η συζήτηση για την απόδοση ευθυνών για τα εγκλήματα στο Αρτσάχ φύγει από το επίπεδο της οργής και μπει στο επίπεδο της στρατηγικής, τότε η μόνη ρεαλιστική οδός για ένα κράτος όπως η Αρμενία είναι η αξιοποίηση συγκεκριμένων ευρωπαϊκών δικαιοδοσιών που, για διαφορετικούς λόγους η καθεμία, μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς μακροχρόνιας νομικής και πολιτικής πίεσης.

Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Ελβετία ξεχωρίζουν όχι επειδή είναι «φιλικές», αλλά επειδή διαθέτουν θεσμικά εργαλεία, προηγούμενα και πολιτικό περιβάλλον που επιτρέπουν σοβαρή δουλειά χωρίς να εκθέτουν την αρμενική πλευρά σε αυτοϋπονόμευση.

Η Γαλλία αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς συνδυάζει πολιτική ευαισθησία στο αρμενικό ζήτημα με νομικές δυνατότητες που, αν και δεν είναι απεριόριστες, μπορούν να αξιοποιηθούν στοχευμένα. Το γαλλικό σύστημα δεν είναι το πιο επιθετικό σε ζητήματα καθολικής δικαιοδοσίας, όμως επιτρέπει την ενεργοποίηση δικαστικών διαδικασιών όταν υπάρχουν σαφείς καταγγελίες, τεκμηριωμένες υποθέσεις και σύνδεση με θύματα ή μάρτυρες που βρίσκονται στη γαλλική επικράτεια. Εδώ το κρίσιμο σημείο είναι η ποιότητα και όχι ο όγκος. Η Γαλλία δεν ενδείκνυται για μαζικές, γενικευμένες προσφυγές που εύκολα μπορούν να μπλοκαριστούν πολιτικά, αλλά για προσεκτικά επιλεγμένες υποθέσεις εναντίον συγκεκριμένων στρατιωτικών ή διοικητικών στελεχών, ιδίως μεσαίου επιπέδου, όπου η απόδειξη της ευθύνης είναι σαφής και δύσκολα αποδομείται. Η αξία της γαλλικής οδού δεν βρίσκεται μόνο στο ενδεχόμενο μιας δίωξης, αλλά και στο πολιτικό βάρος που αποκτά κάθε σοβαρά τεκμηριωμένη υπόθεση μέσα σε ένα κράτος με διεθνή επιρροή και ισχυρό δημόσιο λόγο.

Η Ολλανδία λειτουργεί διαφορετικά και ίσως πιο «ψυχρά», αλλά ακριβώς γι’ αυτό είναι θεσμικά πολύτιμη. Ως χώρα που φιλοξενεί διεθνή δικαστήρια και οργανισμούς, έχει ανεπτυγμένη νομική κουλτούρα γύρω από εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και είναι δεκτική σε φακέλους που προέρχονται από ΜΚΟ, ομάδες θυμάτων ή νομικά δίκτυα με σοβαρή τεκμηρίωση. Η ολλανδική προσέγγιση δεν βασίζεται στην πολιτική συμπάθεια, αλλά στη νομική συνοχή. Αυτό σημαίνει ότι ένας φάκελος για το Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ) που κατατίθεται εκεί πρέπει να είναι εξαιρετικά καθαρός ως προς τα πραγματικά περιστατικά, τη νομική τους κατάταξη και την αλυσίδα ευθύνης. Το πλεονέκτημα είναι ότι, αν περάσει αυτό το φίλτρο, αποκτά θεσμικό κύρος και μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς και για άλλες ευρωπαϊκές διαδικασίες, ακόμη κι αν δεν οδηγήσει άμεσα σε συλλήψεις ή δίκες.

Η Ελβετία, τέλος, είναι ίσως η πιο υποτιμημένη αλλά και η πιο αποτελεσματική επιλογή. Διαθέτει καθολική δικαιοδοσία για σοβαρά διεθνή εγκλήματα και φιλοξενεί πλήθος διεθνών οργανισμών, κάτι που προσδίδει ιδιαίτερο συμβολικό βάρος σε κάθε νομική κίνηση. Η ελβετική οδός δεν προσφέρεται για θεαματικές κινήσεις ή δημόσιες συγκρούσεις, αλλά για χαμηλού θορύβου, υψηλής ακρίβειας υποθέσεις. Είναι ιδανική για στοχοποίηση συγκεκριμένων προσώπων που ταξιδεύουν ή έχουν οικονομικές και θεσμικές διασυνδέσεις στη Δύση, καθώς ακόμη και η απειλή μιας διαδικασίας μπορεί να περιορίσει κινήσεις, να δημιουργήσει νομικό άγχος και να ενισχύσει το διεθνές στίγμα. Στην ελβετική περίπτωση, το μήνυμα προς τα στελέχη ενός καθεστώτος δεν είναι «θα σε συλλάβουμε αύριο», αλλά «ο φάκελός σου υπάρχει και δεν παραγράφεται».

Κοινός παρονομαστής είναι ότι καμία σοβαρή προσπάθεια δεν ξεκινά από την κορυφή. Η εμμονή αποκλειστικά στο πρόσωπο του Αλίεφ μετατρέπει το ζήτημα σε καθαρά πολιτική σύγκρουση. Η αποτελεσματική στρατηγική ξεκινά από διοικητές πεδίου, επιτελικούς σχεδιαστές και στελέχη ασφαλείας που μπορούν να συνδεθούν άμεσα με συγκεκριμένες πράξεις.

Η συγκρότηση ενός φακέλου που να αντέχει στον χρόνο απαιτεί μεθοδική δουλειά: καταθέσεις θυμάτων με νομικά πρωτόκολλα, ιατροδικαστικά στοιχεία, δορυφορικά δεδομένα, τεκμήρια για την αλυσίδα εντολών και επιβεβαιωμένο υλικό ανοικτών πηγών. Το κρίσιμο δεν είναι το γενικό πολιτικό αφήγημα, αλλά η απόδειξη ατομικής ευθύνης.

Αυτή η διαδικασία είναι αργή. Όμως ακριβώς γι’ αυτό είναι και επικίνδυνη για αυταρχικά καθεστώτα. Ο φάκελος δεν εξαφανίζεται. Ενεργοποιείται όταν αλλάξουν οι συσχετισμοί.

Η ιστορία δείχνει ότι οι Αρμένιοι μιλούν όταν νιώσουν αρκετά ασφαλείς ώστε να το κάνουν. Το ζήτημα σήμερα είναι να μη χρειαστούν πενήντα χρόνια για να μετατρέψουμε το τραύμα του Αρτσάχ (Ναγκόρνο-Καραμπάχ) σε συνειδητή, θεσμικά οργανωμένη στρατηγική. Η μνήμη από μόνη της δεν αρκεί. Η οργανωμένη μνήμη, όμως, μπορεί να γίνει εργαλείο δικαιοσύνης και πολιτικής επιρροής.

Δείτε τα εγκλήματα που έκαναν οι Αζέροι και πάρτε θέση πατώντας ΕΔΩ

 

 

Back to top button