breaking newsΔιεθνή

Ο γνωστός Ροζάκης ανακάλυψε “επιτυχία” στη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν

Ως «επιτυχία της διπλωματίας» περιγράφει ο ομότιμος καθηγητής Χρήστος Ροζάκης την πρόσφατη συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη – Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, υποστηρίζοντας ότι η προετοιμασία των δύο ΥΠΕΞ και των συναρμόδιων υπουργείων «διέψευσε τις Κασσάνδρες» και έδωσε περαιτέρω ώθηση στην πολιτική των «ήρεμων νερών» και της προσέγγισης.

Στο άρθρο του («Μετά τη συνάντηση της Άγκυρας», 22/02/2026), ο κ. Ροζάκης ξεχωρίζει τρία επίπεδα αποτελεσμάτων: τις συμφωνίες «χαμηλής πολιτικής», τη συνέχιση της «τριαδικής δραστηριότητας» της Διακήρυξης των Αθηνών (πολιτικός διάλογος, ΜΟΕ, θετική ατζέντα) και τον «ήρεμο και παραγωγικό» τόνο της συνομιλίας των δύο ηγετών. Το κρίσιμο, κατά τον ίδιο, είναι ότι ο Τούρκος πρόεδρος έκανε αναφορά σε δυνατότητα λύσεων «στη βάση του Διεθνούς Δικαίου», κάτι που παρουσιάζεται ως ποιοτική μετατόπιση σε σχέση με παλαιότερες τουρκικές θέσεις.

«Δεν χρειάζεται να έχει υπογράψει η Τουρκία UNCLOS για να συζητάς»

Ο καθηγητής επιμένει ιδιαίτερα σε ένα επιχείρημα που επανέρχεται συχνά στον δημόσιο διάλογο: ότι η Τουρκία δεν χρειάζεται να έχει υπογράψει/επικυρώσει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) για να ισχύουν δεσμευτικά οι βασικές ουσιαστικές διατάξεις της. Επικαλείται βιβλιογραφία, νομολογία ΔΔΔ και κρατική πρακτική για να στηρίξει ότι μεγάλος πυρήνας της UNCLOS είτε κωδικοποιεί προϋπάρχον εθιμικό δίκαιο είτε παράγει εθιμικό δίκαιο που δεσμεύει όλα τα κράτη.

Με απλά λόγια: παρουσιάζει ως «λανθασμένη» τη θέση ότι προϋπόθεση διαλόγου είναι η τουρκική υπογραφή στην UNCLOS, αφού – όπως γράφει – το εφαρμοστέο διεθνές δίκαιο στην πράξη δεν διαφέρει ουσιαστικά από εκείνο που η Ελλάδα έχει επικυρώσει.

Casus belli: παράνομο, αλλά δεμένο με το “αγκάθι” των 12 ν.μ.

Ο Ροζάκης χαρακτηρίζει το casus belli «σαφή παρανομία» με βάση το άρθρο 2§4 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ (απαγόρευση απειλής ή χρήσης βίας). Σημειώνει ότι ο πρωθυπουργός το έθεσε «εμμέσως, πλην σαφώς», χωρίς όμως να υπάρξει θετική ανταπόκριση από τον Ερντογάν.

Στην ίδια ενότητα κάνει τη βασική του σύνδεση: εξηγεί ότι η άρση του casus belli δεν συζητείται από την Άγκυρα επειδή είναι «συνδεδεμένο» με το ενδεχόμενο επέκτασης της ελληνικής αιγιαλίτιδας στα 12 ν.μ. στο Αιγαίο. Εκεί προχωρά σε έναν γεωγραφικό-ναυτιλιακό συλλογισμό: η πλήρης εφαρμογή των 12 ν.μ., ειδικά στο κεντρικό Αιγαίο, θα δημιουργούσε στενά περάσματα (με «φραγμό 24 ν.μ.» μεταξύ αντικριστών ακτών), άρα – κατά τη δική του ανάγνωση – θα έθετε ζήτημα «ελεύθερης ναυσιπλοΐας», με την «αβλαβή διέλευση» να μην ισοδυναμεί με πλήρη ελευθερία ναυσιπλοΐας.

Ο ίδιος δεν αμφισβητεί ότι το Δίκαιο της Θάλασσας δίνει δικαίωμα επέκτασης, αλλά υποστηρίζει ότι «η κοινή λογική» δείχνει πως μια τέτοια κίνηση, όπως την περιγράφει, θα ήταν υπερβολική στο Αιγαίο. Μάλιστα σημειώνει ότι πιθανοί χρήστες των θαλασσίων οδών (αναφέρει χώρες του Εύξεινου Πόντου και τις ΗΠΑ) έχουν αντικειμενικό ενδιαφέρον για την απρόσκοπτη ναυσιπλοΐα και, όπως γράφει, «κρύβονται πίσω» από το τουρκικό casus belli με την ελπίδα να μη γίνει ποτέ η επέκταση.

Πρόταση: «επιλεκτική» επέκταση 12 ν.μ. με κοινοποίηση στην Τουρκία

Στο πρακτικό σκέλος, ο Ροζάκης προτείνει επέκταση της αιγιαλίτιδας «σε σημεία που δεν θίγουν τη διεθνή ναυσιπλοΐα» και μάλιστα «ύστερα από κοινοποίηση στις τουρκικές αρχές», επικαλούμενος το «πνεύμα καλής γειτονίας».

Καταγράφει συγκεκριμένα πεδία που θεωρεί εφικτά:

  • στα ηπειρωτικά,

  • σε νησιά δυτικά του 25ου μεσημβρινού,

  • εκτός Αιγαίου: νότια/δυτικά/ανατολικά της Κρήτης,

  • στις ανατολικές ακτές Δωδεκανήσων (Ανατολική Μεσόγειος),

  • ακόμη και στις νότιες ακτές του συμπλέγματος Καστελλορίζου.

Επιπλέον, επικρίνει την επίσημη γραμμή «δεν συζητάμε θέματα κυριαρχίας», λέγοντας ότι έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενες πρακτικές που – κατά τον ίδιο – έχουν ιστορικό προηγούμενο σε Καραμανλή και Σημίτη, ενώ αναφέρει ως εξαίρεση την περίοδο Βενιζέλου (αλλαγή θεματολογίας στις διερευνητικές).

Υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ: παραπομπή στη διεθνή δικαιοσύνη

Για το “μεγάλο” θαλάσσιο ζήτημα, ο Ροζάκης ζητά προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ με παραπομπή στη διεθνή δικαιοσύνη, επικαλούμενος ως πρότυπο τη Συμφωνία των Βρυξελλών του 1975 (Καραμανλής–Ντεμιρέλ), όταν επελέγη να αποσπαστεί το ζήτημα της οριοθέτησης από «πληθώρα διεκδικήσεων». Υποστηρίζει ότι ο διμερής διάλογος δεν θα αποδώσει λόγω «διαμετρικά αντίθετων θέσεων» και ότι «μόνο η διεθνής δικαιοσύνη» μπορεί να δώσει λύση.

Χρονισμός και πολιτική δυσκολία: «όχι πριν από την επόμενη Βουλή»

Κλείνοντας, εκτιμά ότι κινήσεις είτε για αιγιαλίτιδα είτε για οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών δύσκολα μπορούν να προχωρήσουν πριν από την επόμενη Βουλή, καθώς απαιτούν κοινοβουλευτική συναίνεση. Αν γίνουν, λέει, θα πρέπει να επιχειρηθούν «στις αρχές της πρώτης κοινοβουλευτικής περιόδου», με «νωπή εντολή» και «ισχυρή» κυβέρνηση. Προειδοποιεί ότι «ο χρόνος δεν δουλεύει για εμάς» και χαρακτηρίζει την Τουρκία «απρόβλεπτη».

Συμπέρασμα του άρθρου: ο Ροζάκης “χτίζει” τη γραμμή ότι η αποκλιμάκωση και ο διάλογος είναι κέρδος, αλλά απαιτούν ρεαλιστική διαχείριση του θέματος των 12 ν.μ. (με επιλεκτική επέκταση) και, για τη βασική διαφορά υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ, έξοδο από το αδιέξοδο μέσω διεθνούς δικαιοδοσίας.

Back to top button