Σαφές μήνυμα υπέρ μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού, αποκλειστικά στη βάση μιας σύγχρονης ομοσπονδιακής δομής ευρωπαϊκού τύπου, έστειλε από τα Λεύκαρα της Κύπρου ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπιος Παυλόπουλος, κατά την ομιλία του μετά την ανακήρυξή του σε Επίτιμο Δημότη του Δήμου Λευκάρων, στις 24 Μαρτίου 2026.
Στην παρέμβασή του, με τίτλο «Επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος νοείται μόνο με πλήρη εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου στην βάση μίας σύγχρονης Ομοσπονδίας Ευρωπαϊκού Τύπου», ο κ. Παυλόπουλος υποστήριξε ότι οι πρόσφατες εξελίξεις, και ειδικότερα η καταλυτική παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της εφαρμογής της «ρήτρας αλληλεγγύης», ενισχύουν αποφασιστικά τη θέση ότι οποιαδήποτε άλλη μορφή λύσης, πέραν της ομοσπονδίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε νομικά αποδεκτή ούτε πολιτικά βιώσιμη.
Ο πρώην Πρόεδρος τόνισε ότι η μη επίλυση του Κυπριακού δεν συνιστά λύση, αλλά αντίθετα παγιώνει και επιδεινώνει μια εξαιρετικά επισφαλή κατάσταση, η οποία προέκυψε από την τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή σημαντικού τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 1974. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η ανάγκη λύσης δεν μπορεί να οδηγήσει σε εκπτώσεις εις βάρος της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας, ούτε σε αποδοχή απαράδεκτων συμβιβασμών ή εκβιασμών.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη στάση της Τουρκίας, σημειώνοντας ότι η Άγκυρα απορρίπτει ως βάση διαπραγμάτευσης το ομοσπονδιακό μοντέλο και επιδιώκει είτε λύση δύο κρατών είτε μια εξαιρετικά χαλαρή συνομοσπονδία. Όπως είπε, μια τέτοια προσέγγιση είναι πλήρως αντίθετη τόσο προς το Διεθνές Δίκαιο όσο και προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, ενώ προειδοποίησε ότι η έναρξη διαλόγου χωρίς προηγούμενη ουσιαστική μεταβολή της τουρκικής θέσης εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ελληνοκυπριακή πλευρά.
Ο Προκόπιος Παυλόπουλος ανέδειξε ως κρίσιμο νομικό και πολιτικό δεδομένο την ενεργοποίηση της ρήτρας αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την επίθεση στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας την 1η Μαρτίου. Όπως σημείωσε, η κινητοποίηση πέντε κρατών-μελών —Ελλάδας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας και Κάτω Χωρών— συνιστά μια έμπρακτη επιβεβαίωση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει την εδαφική επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ενιαία και αδιαίρετη, αγνοώντας τα παράνομα τετελεσμένα της τουρκικής εισβολής και κατοχής.
Κατά τον ίδιο, το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα αυθεντικό «ευρωπαϊκό προηγούμενο», το οποίο καθιστά ακόμη πιο σαφές ότι λύση στη βάση συνομοσπονδίας ή δύο κρατών δεν μπορεί να σταθεί εντός του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η μόνη συμβατή επιλογή είναι μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, ως μορφή σύγχρονου ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού κράτους.
Αναλύοντας το νομικό υπόβαθρο της θέσης του, ο κ. Παυλόπουλος επικαλέστηκε τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, τα οποία καταδικάζουν την τουρκική εισβολή και απορρίπτουν τις αποσχιστικές ενέργειες στα κατεχόμενα. Υπενθύμισε ότι η διεθνώς αποδεκτή λύση του Κυπριακού προϋποθέτει μία και μόνη κυριαρχία, μία και μόνη διεθνή προσωπικότητα και μία και μόνη ιθαγένεια για την Κυπριακή Δημοκρατία, με πολιτειακή οργάνωση στη βάση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Παράλληλα, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, τονίζοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, ως πλήρες κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, δεν μπορεί να αποδεχθεί λύση που να υπονομεύει τις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης. Εξήγησε ότι ένα κράτος-μέλος της ΕΕ οφείλει να διαθέτει μία ενιαία νομική προσωπικότητα, μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια, ενιαία έννομη τάξη και θεσμική λειτουργία βασισμένη στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, στη διάκριση των εξουσιών και στο κράτος δικαίου.
Στο πλαίσιο αυτό, απέρριψε με ιδιαίτερη ένταση κάθε προοπτική συνομοσπονδιακής λύσης, υποστηρίζοντας ότι ένα τέτοιο μόρφωμα δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως ανέφερε, μια συνομοσπονδία δεν διαθέτει πραγματικά ενιαία διεθνή νομική προσωπικότητα, δεν εξασφαλίζει μία και μόνη επικράτεια και ιθαγένεια, αποδυναμώνει την έννοια της κυριαρχίας, δυσχεραίνει την εφαρμογή της διάκρισης των εξουσιών και δεν μπορεί να ενσωματώσει αποτελεσματικά το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Κατά συνέπεια, υποστήριξε ότι η συνομοσπονδία είναι θεσμικά και νομικά ασύμβατη με το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Ο πρώην Πρόεδρος έθεσε επίσης δύο ακόμη αναγκαίες προϋποθέσεις για μια δίκαιη λύση: την κατάργηση κάθε είδους εγγυήσεων τρίτων κρατών και την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και τη σταδιακή απομάκρυνση των εποίκων που εγκατέστησε η Τουρκία στα κατεχόμενα, με ταυτόχρονη αποκατάσταση των δικαιωμάτων των νόμιμων ιδιοκτητών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο Σχέδιο Ανάν, απορρίπτοντας εκ νέου την άποψη ότι η απόρριψή του αποτέλεσε «χαμένη ευκαιρία». Σύμφωνα με τον Προκόπιο Παυλόπουλο, το Σχέδιο Ανάν δεν προέβλεπε ένα λειτουργικό ομοσπονδιακό κράτος, αλλά ένα μόρφωμα που πλησίαζε περισσότερο σε συνομοσπονδία, ασύμβατη με τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωμης Τάξης. Όπως εκτίμησε, η εφαρμογή του θα οδηγούσε ουσιαστικά σε θεσμική αποσύνθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τελικά σε απομάκρυνσή της από τον ευρωπαϊκό πυρήνα.
Αναφερόμενος στις διαπραγματεύσεις του Crans-Montana το 2017, ο κ. Παυλόπουλος υποστήριξε ότι η Τουρκία απέδειξε και τότε πως δεν επιδιώκει λύση συμβατή με το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Όπως σημείωσε, η τουρκική πλευρά επιχείρησε να διατηρήσει στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο και να διασφαλίσει τη συνέχιση μονομερούς δικαιώματος επέμβασης, κάτι που κατά την άποψή του τορπίλισε κάθε προοπτική δίκαιης και βιώσιμης συμφωνίας.
Καταλήγοντας, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κάλεσε τον Ελληνισμό να επιδείξει ενότητα και αποφασιστικότητα απέναντι σε κάθε απόπειρα επιβολής λύσης που θα υπονομεύει την Κυπριακή Δημοκρατία και θα παραβιάζει τη Διεθνή και Ευρωπαϊκή Νομιμότητα. Τόνισε δε ότι το Κυπριακό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η τύχη της Κυπριακής Δημοκρατίας συνδέεται άμεσα με τη θεσμική συνοχή και την προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.