Σε κλίμα αυξημένης ανησυχίας για ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, ο αντιστράτηγος ε.α. Λάμπρος Τζούμης, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική», περιέγραψε ένα σκηνικό που – όπως είπε – δεν «στήνεται» απλώς για επίδειξη ισχύος: η συγκέντρωση αεροναυτικών δυνάμεων των ΗΠΑ στην περιοχή είναι η μεγαλύτερη μετά το 2003 και παραπέμπει σε στρατηγική εξαναγκασμού, με στόχο να πιεστεί η Τεχεράνη να αποδεχθεί τους όρους της Ουάσιγκτον.
Στο βασικό ερώτημα αν ο Αμερικανός πρόεδρος θα προχωρήσει σε επίθεση, ο κ. Τζούμης κράτησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αποφυγής χτυπήματος μόνο υπό έναν όρο: αν το Ιράν δεχθεί ουσιαστικά αυτό που ζητούν οι ΗΠΑ (έλεγχος/περιορισμός του πυρηνικού προγράμματος και των βαλλιστικών δυνατοτήτων). Ωστόσο, η εκτίμησή του κινήθηκε προς το πιθανότερο σενάριο: επίθεση στο προσεχές διάστημα, με “πακέτο” στόχων τόσο το πυρηνικό πρόγραμμα όσο και τους βαλλιστικούς πυραύλους.
«Στρατηγική εξαναγκασμού»: πίεση με το δάχτυλο στη σκανδάλη
Ο αντιστράτηγος έβαλε το πλαίσιο με μια κλασική στρατηγική αναφορά: επικαλέστηκε τη λογική του Σουν Τσου ότι η καλύτερη νίκη είναι εκείνη που επιτυγχάνεται χωρίς να βγει το σπαθί από τη θήκη. Με άλλα λόγια, η συγκέντρωση δυνάμεων “δουλεύει” ως απειλή που υποχρεώνει τον αντίπαλο να συμβιβαστεί πριν από το χτύπημα.
Αν όμως δεν υπάρξει συμφωνία – όπως εκτίμησε ότι θα συμβεί – τότε το επικρατέστερο επιχειρησιακό σενάριο είναι αεροπορικό πλήγμα, όχι χερσαία εισβολή, λόγω γεωγραφίας και δυσκολιών στο ιρανικό έδαφος.
Το «βαρύ» σενάριο: χτύπημα στην κορυφή της ιρανικής ηγεσίας
Στη συζήτηση μπήκε και το πιο «εντυπωσιακό» σενάριο: επιχείρηση κατά του ανώτατου θεοκρατικού ηγέτη. Ο κ. Τζούμης ξεκαθάρισε ότι τέτοια σχέδια τα γνωρίζουν μόνο οι μυστικές υπηρεσίες, όμως υπογράμμισε πως αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα πυροδοτούσε μεγάλες αντιδράσεις, ειδικά εφόσον δεν υπάρχει καθαρή «διάδοχη κατάσταση».
Παράλληλα, τόνισε ότι ακόμη και αν απομακρυνθεί ένα πρόσωπο-κλειδί, το ιρανικό σύστημα δεν καταρρέει εύκολα: οι Φρουροί της Επανάστασης αποτελούν σκληρό πυρήνα ισχύος, με δική τους δυναμική και ικανότητα να «καλύψουν» το καθεστώς σε ένα σενάριο αμερικανικής επιχείρησης.
«Υπάρχουν πράκτορες στο εσωτερικό» – και ο ρόλος του Ισραήλ
Στο ίδιο πλαίσιο ανέφερε ότι, κατά την εκτίμησή του, στο Ιράν υπάρχουν δίκτυα που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μια επιχείρηση, παραπέμποντας μάλιστα σε δημόσια αναφορά του πρώην ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο περί παρουσίας πρακτόρων της Μοσάντ. Η επιχειρησιακή εικόνα που περιέγραψε είναι ότι, αν το “αντικειμενικό σκοπό” τον ορίζει η εξουδετέρωση πυρηνικών/βαλλιστικών δυνατοτήτων, το χτύπημα θα είναι κυρίως αεροπορικό, με αποκλεισμό χερσαίας εμπλοκής.
Το ελληνικό σκέλος: Σούδα, Patriot και… τα Στενά
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην ελληνική διάσταση. Ο κ. Τζούμης σημείωσε ότι η Σούδα απαιτεί ειδική προσοχή σε περίπτωση γενικευμένης σύρραξης, αλλά παράλληλα τόνισε πως – με βάση τα νούμερα που παρέθεσε – η απόσταση Ιράν–Σούδας (περίπου 2.400 χλμ.) υπερβαίνει την εμβέλεια των ιρανικών βαλλιστικών (που την τοποθέτησε έως περίπου 2.000 χλμ.). Αυτό, κατά την ανάλυσή του, μετατοπίζει την κύρια απειλή προς άλλες εγκαταστάσεις στην περιοχή, όπως οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο ή αμερικανικές βάσεις σε κράτη της Μέσης Ανατολής.
Παράλληλα υπενθύμισε ότι η Ελλάδα έχει παρουσία στην περιοχή: φρεγάτα στο πλαίσιο επιχείρησης «Ασπίδες» και στοιχεία Patriot στη Σαουδική Αραβία από το 2021. Και έβαλε στο τραπέζι το μεγάλο παγκόσμιο ρίσκο: το ενδεχόμενο εμπλοκής στα Στενά, που θα προκαλούσε τεράστιο πρόβλημα διεθνώς – και φυσικά και για την Ελλάδα.
«Κανείς δεν μπορεί να δώσει ημερομηνία»
Για το πότε θα γίνει (αν γίνει) το χτύπημα, ο αντιστράτηγος ήταν κατηγορηματικός: απόλυτη βεβαιότητα δεν υπάρχει. Έβαλε στη ζυγαριά παράγοντες όπως τα χρονικά περιθώρια που αλλάζουν στις δηλώσεις του Τραμπ, την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων και ακόμη και παραμέτρους όπως το Ραμαζάνι, που θα μπορούσε να επηρεάσει αντιδράσεις στον μουσουλμανικό κόσμο.
Το κλείσιμο της εκτίμησής του ήταν σαφές: το ιδανικό (και για τη διεθνή κοινότητα) θα ήταν ένα περιορισμένο, «χειρουργικό» πλήγμα, τόσο στοχευμένο ώστε να μην κλιμακώσει ανεξέλεγκτα, αλλά να πιέσει το Ιράν να καθίσει σε διαπραγμάτευση – με το πραγματικό ζητούμενο, όπως είπε, να είναι αν θα υποκύψει στην αρχιτεκτονική ασφαλείας που θέλει να οικοδομήσει η Ουάσιγκτον γύρω από το Ισραήλ.