breaking newsΆποψηΕλλάδα

Ποιός αλλοίωσε το όραμα του 1821;

Μια από τις πιο ουσιαστικές, αλλά και πιο συγκρουσιακές τηλεοπτικές συζητήσεις για την Επανάσταση του 1821 φιλοξένησε η εκπομπή «Πρίσμα» της Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσσαλονίκης, με αφορμή την 203η επέτειο του Αγώνα. Η συζήτηση δεν έμεινε στα καθιερωμένα επετειακά σχήματα, αλλά μπήκε βαθιά στην ουσία: στο ποιοι ήταν οι Έλληνες που επαναστάτησαν, τι κράτος ήθελαν να συγκροτήσουν και πώς η πορεία του νεοελληνικού κράτους απομακρύνθηκε ή όχι από το αρχικό όραμα.

Η εκπομπή ξεκίνησε με έναν καθαρό άξονα: η Επανάσταση του 1821 δεν είναι μόνο μια ιστορική επέτειος, αλλά μια αφορμή για να ξανατεθεί το θεμελιώδες ερώτημα «ποιοι είμαστε, ποιοι ήμασταν και πού πάμε». Ο παρουσιαστής έδωσε εξαρχής το στίγμα, λέγοντας ότι οι Έλληνες κατοικούν έναν χώρο που κατοικείται από ελληνικούς πληθυσμούς από τα αρχαία χρόνια και τον υπερασπίζονται, όμως ταυτόχρονα παραμένουν ένα ανήσυχο έθνος που δεν σταματά να ψάχνει τις ρίζες και τον προορισμό του.

Ο Γιώργος Κοντογιώργης έβαλε από την αρχή το θέμα σε σκληρή βάση, αμφισβητώντας ότι οι Νεοέλληνες γνωρίζουν πράγματι ποιοι είναι. Όπως υποστήριξε, άλλο είναι να θεωρείται κανείς προϊόν του νεοελληνικού κράτους και άλλο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως συνέχεια μιας ιστορικής διαδρομής με βαθιές κληρονομιές, παραστάσεις και πολιτειακές εμπειρίες που προηγούνται του κράτους. Κατά την προσέγγισή του, εκεί βρίσκεται και η μεγάλη παρεξήγηση του 1821: πίσω από τη γενική διατύπωση περί «εθνικής ελευθερίας» κρύβεται, όπως είπε, ένα βαθύτερο ψεύδος, όταν η ιστορική αυτοσυνειδησία αντικαθίσταται από ένα κρατικό αφήγημα εισαγόμενο από τη Δύση.

Από την άλλη πλευρά, ο Γιάννης Στεφανίδης προσέγγισε το ίδιο ζήτημα πιο ψύχραιμα και πιο κλασικά ιστορικά. Εστίασε στο παιχνίδι ανάμεσα στον αυτοπροσδιορισμό και τον ετεροπροσδιορισμό, σημειώνοντας ότι η επιλογή του όρου «Έλληνες» δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε τυχαία. Υπενθύμισε ότι οι χριστιανοί ορθόδοξοι της περιοχής αυτοπροσδιορίζονταν συχνά ως Ρωμιοί, ενώ οι λόγιοι που είχαν στραμμένο το βλέμμα τους προς την Ευρώπη προώθησαν τον όρο «Έλληνας», ακριβώς επειδή αυτός είχε μεγαλύτερη απήχηση στους μορφωμένους Ευρωπαίους και στο φιλελληνικό κλίμα της εποχής.

Από εκεί και πέρα, η συζήτηση άγγιξε τον πυρήνα της ιστορικής διαφωνίας: ποιοι έκαναν την Επανάσταση και τι ακριβώς ήθελαν. Ο Κοντογιώργης υποστήριξε ότι οι πρωταγωνιστές του Αγώνα έβλεπαν τον ελληνισμό ως ενιαία ιστορική πραγματικότητα από την κλασική αρχαιότητα ως τα βυζαντινά χρόνια και ότι το πρόταγμά τους δεν ήταν η ίδρυση ενός δυτικού τύπου απολυταρχικού κράτους, αλλά η ανασυγκρότηση μιας κοσμοπολιτειακής, δημοκρατικής πολιτείας. Αντίθετα, ο Στεφανίδης τόνισε ότι οι Φιλικοί και η επαναστατική πρωτοπορία απέβλεπαν στη συγκρότηση εθνικού κράτους, με πρότυπα που παρέπεμπαν κυρίως στη Γαλλία και γενικότερα στα επιτυχημένα δυτικά κράτη της εποχής, έστω κι αν οι αγωνιστές επί του πεδίου δεν συμμερίζονταν όλοι το ίδιο όραμα.

Η κουβέντα πήρε ακόμη πιο αιχμηρή τροπή όταν μπήκε το ζήτημα του πότε ακριβώς άρχισε η Επανάσταση. Ο παρουσιαστής έθεσε το ερώτημα ευθέως, επισημαίνοντας ότι πολλοί θεωρούν ως αληθινή αφετηρία το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία και όχι την 25η Μαρτίου. Ο Κοντογιώργης ήταν κατηγορηματικός: η Επανάσταση, είπε, κρίνεται από το πότε ξεκινά στην πράξη και όχι από την ημερομηνία που είχε σχεδιαστεί συμβολικά. Κατά την ανάγνωσή του, η επιλογή της 25ης Μαρτίου λειτουργεί συχνά ως ιδεολογικό εργαλείο για να μετατεθεί το κέντρο βάρους από τη Μολδοβλαχία στην Πελοπόννησο και να νομιμοποιηθεί μια μικροελλαδική ερμηνεία του Αγώνα.

Ο Στεφανίδης συμφώνησε ότι η έναρξη τοποθετείται ασφαλώς στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, δίνοντας όμως περισσότερο βάρος στη στρατηγική της Φιλικής Εταιρείας και στην προσπάθεια να παρασυρθεί η Ρωσία στην εξέγερση. Όπως εξήγησε, η Φιλική Εταιρεία καλλιεργούσε την εντύπωση ότι πίσω από την κίνηση υπήρχε η στήριξη μεγάλης δύναμης, όμως η Αγία Πετρούπολη αποδείχθηκε απρόθυμη να εμπλακεί στρατιωτικά. Έτσι, σταδιακά η επανάσταση οδηγήθηκε στην ανάγκη ξένης επέμβασης, με το βάρος να μεταφέρεται από τη ρωσική προς τη βρετανική κατεύθυνση.

Ιδιαίτερη θέση στην εκπομπή είχε ο ρόλος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Ο παρουσιαστής έθεσε ανοιχτά το ερώτημα αν υπήρξε η πιο καταλυτική μορφή της Επανάστασης στο διπλωματικό πεδίο και αν η προσέγγιση προς τη Βρετανία έσωσε ή υπέταξε την ελληνική υπόθεση στις προστάτιδες δυνάμεις. Ο Στεφανίδης υπογράμμισε πως η βρετανική αναγνώριση των επαναστατημένων Ελλήνων ως εμπολέμων ήταν κομβικό βήμα, διότι από εκεί και πέρα οι Έλληνες έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως πειρατές ή απλοί στασιαστές και μπήκαν στη σφαίρα του διεθνούς δικαίου. Κατά την ανάλυσή του, η βρετανική διπλωματία έστρωσε σταδιακά τον δρόμο που οδήγησε τελικά στο Ναυαρίνο.

Ο Κοντογιώργης, αντίθετα, στάθηκε ιδιαίτερα επικριτικά απέναντι στον Μαυροκορδάτο, χρεώνοντάς του βαρύ μερίδιο ευθύνης για τις εμφύλιες συγκρούσεις και για τη σταδιακή μετατόπιση της Επανάστασης από το αρχικό της περιεχόμενο. Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και τον Κοραή, τον οποίο παρουσίασε ως φορέα μιας βαθιά δυτικόστροφης αντίληψης, ξένης προς το ιστορικό βίωμα του ελληνισμού.

Από το σημείο αυτό και μετά, η συζήτηση μετακινήθηκε αναπόφευκτα στον Καποδίστρια, τον Όθωνα και το κράτος που γεννήθηκε μετά την Επανάσταση. Ο βασικός καμβάς ήταν σαφής: αν ο Καποδίστριας επιβίωνε ή αν δεν είχε επιβληθεί η βαυαρική μοναρχία, θα ήταν διαφορετική η Ελλάδα; Ο Κοντογιώργης επέμεινε ότι το κράτος που τελικά συγκροτήθηκε ήταν απολυταρχικό, ξένο προς το πολιτειακό ήθος της Επανάστασης και εχθρικό προς την κοινωνία. Υποστήριξε μάλιστα ότι οι παραδοσιακές τοπικές ελίτ και όσοι μετέπειτα συγκρότησαν τον κοτζαμπασισμό αγκάλιασαν το νέο συγκεντρωτικό κράτος και το μετέτρεψαν σε πελατειακό μηχανισμό.

Ο Στεφανίδης, χωρίς να αρνείται τις βαριές παθογένειες, προσπάθησε να εισαγάγει έναν πιο ρεαλιστικό αντίλογο. Τόνισε ότι αυτό το κράτος, με όλα του τα ελαττώματα, κατάφερε να επιβιώσει, να μην καταρρεύσει ως failed state, να υπερδιπλασιάσει την έκτασή του και να αποκτήσει σταδιακά εθνική ομοιογένεια. Στο ίδιο πνεύμα, σημείωσε ότι η Μεγάλη Ιδέα μπορεί να θάφτηκε στα ερείπια της Σμύρνης το 1922, αλλά επιβίωσε σε μικρότερη μορφή μέσα από τη διεκδίκηση της Κύπρου και αργότερα μετασχηματίστηκε στην επιδίωξη της οργανικής ένταξης της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Η παρέμβαση του παρουσιαστή έδωσε στη συζήτηση και σαφή σύγχρονη πολιτική φόρτιση, όταν συνέδεσε τον ιστορικό αυταρχισμό του κράτους με σημερινές δυσλειτουργίες της Δικαιοσύνης και των θεσμών, φέρνοντας ως παράδειγμα τις δημόσιες καταγγελίες της Μαρίας Καρυστιανού. Έτσι, το 1821 δεν αντιμετωπίστηκε ως μουσειακό γεγονός, αλλά ως καθρέφτης των σημερινών αδυναμιών του ελληνικού κράτους.

Στο κλείσιμο, ο Κοντογιώργης επανήλθε στο βασικό του επιχείρημα: ότι το κεντρικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι η επικράτεια, αλλά το πολιτικό σύστημα, το οποίο κατά την άποψή του δεν είναι δημοκρατικό και δεν συναντιέται ούτε με την κοινωνία ούτε με την εθνική προσδοκία. Ο Στεφανίδης, από την πλευρά του, επέμεινε στην ανάγκη να διαβάζονται τα ιστορικά γεγονότα με επίγνωση των αντιφάσεων, των τοπικών συμφερόντων και των διαφορετικών οραμάτων που συγκρούστηκαν ήδη από την εποχή της Επανάστασης.

Το τελικό συμπέρασμα της εκπομπής ήταν καθαρό: η συζήτηση για το 1821 δεν έχει κλείσει. Αντίθετα, παραμένει ανοιχτή, εκρηκτική και άμεσα συνδεδεμένη με το πώς αντιλαμβανόμαστε σήμερα το κράτος, το έθνος, τη δημοκρατία και τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο.

Back to top button