Γράφει ο Γιάννης Πεγειώτης
Η ευτυχεστέρα 25η Μαρτίου του βίου μου
Α΄
Παραμονές της 25ης Μαρτίου του 1990, στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας, όλοι προβληματιζόμαστε για την απόφαση της κυβέρνησης Βασιλείου να απαγορεύσει τη συνέχιση της εθνικής παρέλασης με πορεία προς το οδόφραγμα, όπου από τον Φεβρουάριο στηνόταν ένα αντικατοχικό πανηγύρι μέχρι τις πρωινές ώρες. Οι πιέσεις από διάφορες πλευρές ήταν πολλές. Προειδοποιήσεις να προσέχουμε, ιδιαίτερα τα βράδια. Ψίθυροι για στοχοποιήσεις και συλλήψεις.
Από την άλλη, ο κόσμος ήταν καζάνι που έβραζε. Μετά τη σύλληψη και του Πέτρου από τους εισβολείς, στο κίνημα και στους δρόμους βρίσκονταν πια και χιλιάδες μαθητές. Η Αστυνομία ξεκαθάριζε πως ήταν αδύνατο να ελέγξει το πλήθος που θα έβγαινε στους δρόμους για την 25η Μαρτίου. Είχε στηθεί και ένα τεράστιο δίκτυο στήριξης από το ζωντανό τότε προσφυγικό κίνημα, από έναν ολόκληρο αυθόρμητο κόσμο, από τους συνοικισμούς, από έναν φορέα οργανώσεων με επικεφαλής συντεχνίες και ποικίλες συλλογικότητες.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την κρίσιμη συνεδρίαση στη Νοσηλευτική Σχολή, όπου όλοι μαζί αποφασίσαμε, φοιτητές και μαθητές, πως η παρέλαση θα συνέχιζε πάση θυσία προς το οδόφραγμα.
Ήταν από τις στιγμές που ένιωθες πως ο τόπος είχε ελπίδα λευτεριάς. Η παρέλαση για την 25η Μαρτίου έγινε και συνέχισε, παρά τους προπηλακισμούς και την περιφρούρηση ασφαλείας από εντεταλμένους λειτουργούς του Υπουργείου Παιδείας. Έχω στη μνήμη μου τη σκηνή της έντασης με τους καθηγητές που επέμεναν, και τον Πάμπο Χαριλάου, που ήταν μπροστά μου, να επιμένει και τελικά να επιβάλλει τη θέληση ενός νεανικού ποταμού πόθου για αγώνα κόντρα στην Κατοχή. Το τι ακολούθησε στο οδόφραγμα ήταν ένα μεσημεριανό αντικατοχικό πανηγύρι λόγου και μουσικής.
Καθόμουν σε μια γωνιά, ανακουφισμένος για μια μικρή έστω νίκη ενάντια στους παλατιανούς που εχθρεύονταν οτιδήποτε κόμιζε αντίσταση στην Κατοχή. Ήμασταν όλοι ανακουφισμένοι. Ξάγρυπνοι. Με τον Γιάγκο κοιμηθήκαμε στις 24 Μαρτίου γύρω από τη φωτιά του οδοφράγματος, παρέα με τους πενήντα δικούς μας που περιφρουρούσαν, μπας και μας μπαγλαρώσουν αν πηγαίναμε σπίτι. Στις 03:00, εκατοντάδες της ΜΜΑΔ πλάκωσαν από παντού. Όταν πήγα να ανασηκωθώ, ένας αστυνομικός με πολιτικά μού είπε:
«Τζοιμήθου, δάσκαλε. Μεν έσιεις έννοιαν».
Ήταν το μήνυμα πως δεν θα μας μάζευαν.
Στην εκδήλωση, γύρω στις 13:00, στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας, τον είδα να χαμογελά ενθουσιασμένος. Ήταν πρόσφυγας, ξεριζωμένος, καθώς έμαθα μετά.
Εκείνες τις μέρες κατάλαβα πόσο σημαντική ήταν η παιδεία ελευθερίας. Το ένιωθα όταν άκουγα τα παιδιά της Συντονιστικής να αποφασίζουν. Γράφω όσους δεν ξεχνώ: τον Πάμπο Χαριλάου, που σήκωσε πολύ βάρος, τον Σπύρο Δημοφάνους, τη Νίκη Παντελή, τον Κύπρο Κυπριανού, τον Τάσο τον Αχεριώτη, τον Κωνσταντίνου, το Θράσο, τα παιδιά του ΑΤΙ, την ομάδα της Νοσηλευτικής, τους ηρωικούς της ΣΕΜΕΛ. Όλοι μαθητές 17-18 χρονών, με επικεφαλής τον Πετρή τον Πολύγραφο, γενικό υπεύθυνο για τα φυλλάδια, ίδιος μοιραστής, μπροστάρης της ΕΟΚΑ.
Κοιμόταν με το κεφάλι ακουμπισμένο στους πολυγράφους. Και το μικρό, αεικίνητο παιδί της Συντονιστικής Γυμνασίων. Τον έλεγαν Σαμμούτη και ήταν ηρωικός και αεικίνητος. Δεκαπέντε χρονών παλληκάρι, και ώριμος· μετείχε ισότιμα σε όλες τις κρίσιμες συνεδριάσεις.
Εκείνη η 25η Μαρτίου του 1990 ήταν, σίγουρα, κόντρα στην Κατοχή, κόντρα στη Διχοτόμηση και κόντρα στους ανέμους…
Β΄
Η ευτυχεστέρα 25η Μαρτίου του βίου μου
Στα χρόνια του ’90 έζησα την ευτυχεστέραν 25ην Μαρτίου του βίου μου. Τα χρόνια μετά το ενενήντα, μετά τον ξεσηκωμόν της Άνοιξης. Τους πέντε κρατούμενους από τους Τούρκους παρανόμους. Τις διαδηλώσεις των δύο μηνών. Τις συναυλίες μες στη βροχήν. Τις πορείες περπατητοί από τη Δερύνεια…
Μετά από εκείνο το Πάσχα η ζωή μας ήταν αλλιώς. Μια δεκαετία αντικατοχική. Δέκα έτη με έντονη την αντίσταση στα κόμματα. Χρόνια θυσίας, μακράν της όποιας εμμονής για καριέρα. Χρόνια έρωτος προσωπικής ελευθερίας. Ένιωθα ακόμη, παρά τις πληγές, ρωμέικες τις πατημασιές του βίου… Ήταν τα χρόνια που ακόμη τραγουδούσαμε εύκολα τον έρωταν και την ελευθερία…
Στα χρόνια του ’90, συγκεκριμένα, έζησα την ευτυχεστέραν 25ην Μαρτίου του βίου μου. Ήταν το 1990, όταν οι νέοι της Κύπρου δεν υπήκουσαν στας επιταγάς του Γιώργου Βασιλείου και οδήγησαν την επίσημη παρέλαση στο οδόφραγμαν του Λήδρας Πάλας, σε ένα πανηγύρι ελευθερίας.
Οι παλατιανοί από τότες δεν ήθελαν τον αέρα ελευθερίας. Χαλούσε το μάντρισμαν το τραγούδι του Παλληκαρίδη κι οι στίχοι του, που τότες, παραδόξως, ούλλοι καθ’ εαυτόν ήτουν ερωτευμένοι μαζίν τους…
«Μπορεί σε κάποια μάχη… μα πάμε με καμάρι… και θα νικήσουμε…»
Αυτή η πίστη στην νίκη, ενάντια στην αθλιότητα των συμφερόντων, είναι που μας λείπει…
Νωρίς το απόγευμα με πήρε ο Λάζαρος ο Μαύρος με την ωραία μοτοσυκλέταν του στου Σύμη να μεσομερκάσω, να πάρω μιαν ανάσα από τις αγωνίες και τους κόπους μηνών μες στους δρόμους και τα ξενύχτια. Φυσούσεν έναν αερούιν, τζιαι μέσα μου ένιωθα που κάπου μακρά εσιερέταν μας ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, που ήταν σέρτης με τους πουλημένους.
Τζείνην τη μέρα ενίκησαν τζείνοι που κόμα άντεχαν, που είχαν τιμήν να τους γοράσουν τζι εν επουλούσαν το τιμήμημενον τζιβαέρικον ολόπλουμον, την ιερήν περιουσίαν τους Ρωμιούς… την ελευθερίαν τζιαι τον έρωτάν της, που ’ν όμορφος τζιαι τσιακκός… ο ευλογημένος.