breaking newsΕλλάδα

Ακρίβεια χωρίς φρένο! Πάνω από το μισό της βενζίνης είναι φόροι

Σε μόνιμη πίεση για το οικογενειακό εισόδημα έχει εξελιχθεί η ακρίβεια, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να καταγράφονται σε δαπάνες που τα νοικοκυριά δεν μπορούν να αποφύγουν: στέγαση, μετακινήσεις, θέρμανση και βασικά είδη διατροφής.

Έπειτα από χρόνια συνεχών ανατιμήσεων, το πρόβλημα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια προσωρινή πληθωριστική έξαρση. Οι επιδοτήσεις, τα διάφορα «καλάθια» και οι έκτακτες ενισχύσεις περιορίζουν προσωρινά μέρος της επιβάρυνσης, δεν αντιμετωπίζουν όμως ούτε την υψηλή έμμεση φορολογία ούτε τις στρεβλώσεις που παρατηρούνται σε κρίσιμες αγορές.

Αμόλυβδη στα 2,196 ευρώ – Φόροι 1,125 ευρώ ανά λίτρο

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών Υγρών Καυσίμων, στις 21 Σεπτεμβρίου η πανελλαδική μέση τιμή της απλής αμόλυβδης 95 οκτανίων έφθασε στα 2,196 ευρώ το λίτρο.

Από την τελική τιμή, τα 0,700 ευρώ αντιστοιχούν στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και περίπου 0,425 ευρώ στον ΦΠΑ. Συνολικά, δηλαδή, η φορολογική επιβάρυνση φθάνει στα 1,125 ευρώ ανά λίτρο και ξεπερνά το 51% της τιμής στην αντλία.

Σε ένα γέμισμα 50 λίτρων ο οδηγός πληρώνει περίπου 109,80 ευρώ, από τα οποία τα 56,25 ευρώ είναι φόροι. Ο ισχύων ΕΦΚ στην αμόλυβδη ανέρχεται στα 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.

Η κυβέρνηση δεν καθορίζει τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου. Καθορίζει, όμως, τους φορολογικούς συντελεστές που εφαρμόζονται στην ελληνική αγορά. Και η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στον ιδιώτη οδηγό: περνά στο κόστος του επαγγελματία, του αγρότη, των μεταφορών και της διανομής και τελικά ενσωματώνεται στις τιμές των προϊόντων.

Ο πληθωρισμός ανέβηκε στο 3,8%

Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Αύγουστο αποτυπώνουν νέα επιτάχυνση των ανατιμήσεων. Ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,8%, από 3,4% τον Ιούλιο, ενώ τον Αύγουστο του 2025 βρισκόταν στο 2,9%.

Ο μέσος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή του δωδεκαμήνου Σεπτεμβρίου 2025–Αυγούστου 2026 αυξήθηκε κατά 3,4%, έναντι αύξησης 2,6% στο προηγούμενο δωδεκάμηνο.

Ο Γενικός ΔΤΚ έφθασε στις 125,63 μονάδες, με βάση αναφοράς το 2020=100. Αυτό σημαίνει ότι το γενικό επίπεδο τιμών βρίσκεται κατά περίπου 25,6% υψηλότερα από το επίπεδο της βάσης του δείκτη.

Η αποκλιμάκωση του ποσοστού του πληθωρισμού σε έναν μήνα δεν σημαίνει ότι η ζωή έγινε φθηνότερη. Σημαίνει απλώς ότι οι ήδη αυξημένες τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν με διαφορετική ταχύτητα.

Στέγαση και μεταφορές σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος

Οι ισχυρότερες ετήσιες αυξήσεις καταγράφηκαν σε βασικές κατηγορίες δαπανών:

  • Στέγαση: 9,7%
  • Μεταφορές: 7,7%
  • Ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια: 6%
  • Ένδυση και υπόδηση: 5,3%

Μόνο η στέγαση και οι μεταφορές πρόσθεσαν περίπου 2,6 ποσοστιαίες μονάδες στον συνολικό πληθωρισμό του 3,8%.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικές είναι οι αυξήσεις σε επιμέρους αγαθά και υπηρεσίες:

  • Πετρέλαιο θέρμανσης: 53,2%
  • Φυσικό αέριο: 40,2%
  • Πετρέλαιο κίνησης: 30,6%
  • Βενζίνη: 15,3%
  • Ενοίκια κατοικιών: 6,2%

Η εικόνα δείχνει ότι οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται ακριβώς στις ανάγκες που δεν μπορούν να αναβληθούν. Ένα νοικοκυριό μπορεί να περιορίσει την ψυχαγωγία ή ορισμένες αγορές, δεν μπορεί όμως να καταργήσει το ενοίκιο, τη θέρμανση και τις καθημερινές μετακινήσεις του.

Ακριβότερο και το οικογενειακό τραπέζι

Σημαντικές αυξήσεις καταγράφονται και στα βασικά είδη διατροφής:

  • Μοσχάρι: 13,5%
  • Αρνί και κατσίκι: 11,3%
  • Αλίπαστα ψάρια: 11,5%
  • Αυγά: 4,3%
  • Ψωμί και προϊόντα αρτοποιίας: 2%

Υπήρξαν και μειώσεις, όπως στο ελαιόλαδο κατά 15%, στα φρούτα κατά 7,1% και στα λαχανικά κατά 1,1%. Οι επιμέρους μειώσεις, ωστόσο, δεν ανατρέπουν τη συνολική επιβάρυνση από τις αυξήσεις στην ενέργεια, στη στέγαση, στις μεταφορές και σε βασικές κατηγορίες τροφίμων.

Το ζήτημα των ολιγοπωλίων

Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η ακρίβεια δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε εξωτερικές κρίσεις. Η διεθνής αστάθεια, οι ενεργειακές αναταράξεις και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις επηρεάζουν τις τιμές, δεν εξηγούν όμως από μόνες τους τη διάρκεια και την ένταση του φαινομένου στην ελληνική αγορά.

Σε κλάδους όπου κυριαρχούν λίγοι μεγάλοι παίκτες, η περιορισμένη ανταγωνιστική πίεση μπορεί να διευκολύνει τη διατήρηση υψηλών τιμών ακόμη και όταν υποχωρούν ορισμένοι από τους αρχικούς παράγοντες κόστους.

Οι αυξήσεις περνούν συνήθως γρήγορα στον καταναλωτή. Οι μειώσεις, αντίθετα, εμφανίζονται με καθυστέρηση ή δεν περνούν πλήρως στις τελικές τιμές. Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της συζήτησης για τον λεγόμενο «πληθωρισμό της απληστίας».

Η διαπίστωση καταχρηστικών πρακτικών σε συγκεκριμένες αγορές απαιτεί, βεβαίως, πραγματικούς ελέγχους στα περιθώρια κέρδους, στη διαμόρφωση των τιμών και στη λειτουργία του ανταγωνισμού.

Στον πάτο της Ευρώπης η αγοραστική δύναμη

Η επιβάρυνση γίνεται ακόμη βαρύτερη επειδή οι ανατιμήσεις συσσωρεύονται πάνω σε εισοδήματα που υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις της Eurostat για το 2025, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, βρισκόταν στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ελλάδα και Βουλγαρία κατέγραψαν τη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των 27 κρατών-μελών.

Το συγκεκριμένο στοιχείο δεν αποτυπώνει με ακρίβεια την οικονομική κατάσταση κάθε νοικοκυριού. Καταδεικνύει, όμως, το μέγεθος της απόστασης που εξακολουθεί να χωρίζει την ελληνική οικονομία από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Υπάρχει περιθώριο μείωσης του ΕΦΚ

Ο υψηλός ελληνικός ΕΦΚ δεν επιβάλλεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Στην αμόλυβδη ανέρχεται στα 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, όταν το κοινοτικό ελάχιστο είναι 359 ευρώ.

Θεωρητικά, επομένως, υπάρχει δυνατότητα μείωσης κατά 341 ευρώ ανά 1.000 λίτρα ή κατά 34,1 λεπτά ανά λίτρο, χωρίς να υπολογίζεται η πρόσθετη αποκλιμάκωση του ΦΠΑ που θα προκαλούσε η χαμηλότερη φορολογητέα τιμή.

Στο πετρέλαιο κίνησης ο ελληνικός ΕΦΚ βρίσκεται στα 410 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, έναντι ευρωπαϊκού ελάχιστου 330 ευρώ. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στο πετρέλαιο θέρμανσης, όπου ο ελληνικός συντελεστής ανέρχεται στα 280 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, ενώ το κατώτατο ευρωπαϊκό επίπεδο είναι μόλις 21 ευρώ.

Μια μεγάλη μείωση του ΕΦΚ θα πρέπει να συνοδευτεί από συγκεκριμένη δημοσιονομική κοστολόγηση και αποτελεσματικό μηχανισμό ελέγχου, ώστε η ελάφρυνση να περάσει στον καταναλωτή και να μη χαθεί στην αλυσίδα διαμόρφωσης της τιμής.

Γιατί το 1,75 ευρώ δεν είναι «χαμηλή τιμή»

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει προαναγγείλει κυβερνητική παρέμβαση ώστε το πετρέλαιο θέρμανσης να διατεθεί με τιμή εκκίνησης χαμηλότερη από 1,75 ευρώ το λίτρο.

Παράλληλα, ανακοίνωσε οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης και άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο παρέμβασης στο περιθώριο κέρδους ή προσωρινής μείωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης.

Ωστόσο, τα στοιχεία του Weekly Oil Bulletin της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις τιμές της 14ης Σεπτεμβρίου 2026 δείχνουν ότι σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες το πετρέλαιο θέρμανσης βρισκόταν ήδη κάτω από αυτό το επίπεδο:

  • Ισπανία: 1,405 ευρώ
  • Ρουμανία: 1,494 ευρώ
  • Τσεχία: 1,508 ευρώ
  • Ιρλανδία: 1,518 ευρώ
  • Κύπρος: 1,549 ευρώ
  • Πολωνία: 1,645 ευρώ
  • Γερμανία: 1,683 ευρώ

Ο μέσος όρος της Ευρωζώνης διαμορφωνόταν στα 1,698 ευρώ το λίτρο. Επομένως, μια ελληνική τιμή κοντά στο 1,75 ευρώ, ακόμη και εάν είναι χαμηλότερη από την περσινή, δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί φθηνή σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Το ίδιο δελτίο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταγράφει ότι μέσα στο 2026 αρκετές χώρες προχώρησαν σε μειώσεις ΕΦΚ ή άλλων φορολογικών επιβαρύνσεων στα καύσιμα για να περιορίσουν την πίεση στην αντλία.

Οι προτάσεις που καταθέτουν πολιτικοί φορείς

Μπροστά στη συνεχιζόμενη πίεση στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις, πολιτικοί φορείς έχουν καταθέσει σειρά προτάσεων, μεταξύ των οποίων:

  • δραστική μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά,
  • μείωση των ΕΦΚ στα καύσιμα προς τα κατώτατα ευρωπαϊκά επίπεδα,
  • ουσιαστικοί έλεγχοι στις αγορές με ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά,
  • ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από εισαγωγές και διεθνείς διακυμάνσεις,
  • μηχανισμός ελέγχου που θα διασφαλίζει ότι κάθε φορολογική μείωση θα περνά στην τελική τιμή.

Η κυβέρνηση επιλέγει κυρίως επιδόματα, προσωρινές ενισχύσεις και στοχευμένα μέτρα. Η αντίθετη προσέγγιση ζητά μόνιμη φορολογική αποκλιμάκωση και αυστηρότερη εποπτεία της αγοράς.

Το πραγματικό ερώτημα είναι ποια πολιτική μπορεί να μειώσει ουσιαστικά και με διάρκεια το κόστος ζωής, χωρίς να δημιουργήσει δημοσιονομικό κενό ή να μεταφέρει απλώς την επιβάρυνση σε άλλο σημείο.

Το βέβαιο είναι ότι η αποκλιμάκωση ενός μηνιαίου δείκτη δεν αρκεί για να ανακουφίσει τους πολίτες. Όσο οι τιμές παραμένουν σωρευτικά αυξημένες, η φορολογία απορρο

Back to top button