Σε μια παρέμβαση με καθαρά διπλωματικό βάθος και σκληρές επισημάνσεις για τα όρια της αμερικανικής στρατηγικής, ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής μίλησε στην τηλεόραση της Ναυτεμπορικής για το νέο σκηνικό που διαμορφώνεται μετά την αποστολή του αμερικανικού σχεδίου προς το Ιράν, ξεκαθαρίζοντας ότι η λέξη «διαπραγμάτευση» δεν σημαίνει παζάρι, ούτε συνιστά αυτόματα δρόμο αποκλιμάκωσης.
Ο έμπειρος διπλωμάτης έδωσε από την αρχή τον τόνο, απορρίπτοντας την πρόχειρη αντίληψη περί διαπραγμάτευσης ως εμπορικής δοσοληψίας. Όπως είπε χαρακτηριστικά, άλλο πράγμα είναι το παζάρι «σαν σακί πατάτες» και άλλο η διπλωματία, η οποία απαιτεί να μπεις στο μυαλό του αντιπάλου, να καταλάβεις πώς σκέφτεται, τι θέλει, τι μπορεί να δεχθεί και τι όχι. Με αυτή τη λογική, ο Αϋφαντής εκτίμησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πράγματι επιχειρούν μια νέα προσπάθεια συνεννόησης μέσω τρίτων, ωστόσο το Ιράν δεν φαίνεται να διακρίνει σε αυτή την πρόταση καμία ουσιαστική διέξοδο για τα δικά του στρατηγικά αιτήματα.
Ο πρώην πρέσβης στάθηκε ιδιαίτερα στο πρόσωπο του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αραχτσί, τον οποίο περιέγραψε όχι ως τυχαίο συνομιλητή, αλλά ως άνθρωπο με σοβαρή διανοητική και πολιτική συγκρότηση, με σπουδές και διδακτορικό στη Βρετανία. Με άλλα λόγια, υπενόησε πως απέναντι στην Τεχεράνη δεν βρίσκονται παίκτες που θα δεχθούν εύκολα πρόχειρα τελεσίγραφα ή διπλωματικά κόλπα.
Ο Αϋφαντής αποκάλυψε στη συνέχεια ποια θα ήταν, κατά τη δική του ανάγνωση, τα ουσιαστικά αιτήματα της ιρανικής πλευράς. Πρώτο και βασικότερο, η άρση του ασφυκτικού τραπεζικού αποκλεισμού που παραλύει την οικονομία του Ιράν. Όπως εξήγησε, ακόμη και όταν το Ιράν μπορούσε να εξάγει πετρέλαιο, φυσικό αέριο ή άλλα προϊόντα, δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει κανονικά το διεθνές τραπεζικό σύστημα, καθώς οποιαδήποτε τράπεζα συναλλασσόταν μαζί του κινδύνευε να πεταχτεί εκτός του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού πλαισίου. Κατά τον Αϋφαντή, αυτή ακριβώς η οικονομική ασφυξία έχει σακατέψει την ιρανική οικονομία και αποτελεί κεντρικό σημείο κάθε σοβαρής συζήτησης.
Δεύτερο καθοριστικό αίτημα, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, είναι να μπορέσει το Ιράν να πουλά ελεύθερα το πετρέλαιο και το φυσικό του αέριο, κάτι που προϋποθέτει και τη μη καταστροφή των σχετικών υποδομών. Ο πρέσβης ε.τ. έθεσε εμμέσως αλλά καθαρά το ερώτημα: πώς μπορεί να ζητείται από την Τεχεράνη να επιστρέψει στην ομαλότητα, όταν ταυτόχρονα απειλούνται ή πλήττονται οι ενεργειακές της εγκαταστάσεις;
Στο σημείο αυτό ο Γιώργος Αϋφαντής πήγε ένα βήμα πιο πέρα και άγγιξε τον πυρήνα της γεωπολιτικής σύγκρουσης. Εάν, είπε, η Ουάσιγκτον θέλει πράγματι να αποσπάσει την περιοχή του Περσικού Κόλπου από την κινεζική επιρροή, τότε οφείλει να δώσει πραγματική προοπτική και στους Άραβες του Κόλπου και στο ίδιο το Ιράν. Διαφορετικά, με τη σημερινή της πολιτική το μόνο που πετυχαίνει είναι να σπρώχνει την περιοχή ακόμη πιο βαθιά στην αγκαλιά της Κίνας, η οποία μπορεί να εμφανιστεί αύριο ως ο παίκτης που θα ξαναχτίσει τις υποδομές, θα δώσει κεφάλαια και θα αποκαταστήσει τη λειτουργικότητα της οικονομίας.
Αυτό είναι, κατά τον Αϋφαντή, και το μεγάλο στρατηγικό λάθος των Ηνωμένων Πολιτειών: ότι δεν σκέφτονται σε βάθος χρόνου, αλλά βραχυπρόθεσμα, με αποτέλεσμα να πανηγυρίζουν για προσωρινά πλήγματα, ενώ μακροπρόθεσμα παραδίδουν επιρροή στο Πεκίνο. Και ακριβώς εδώ έβαλε στο κάδρο την Κίνα ως τη δύναμη που μπορεί τελικά να λειτουργήσει ως πραγματικός ρυθμιστής των ισορροπιών στην περιοχή.
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο να προχωρήσει μια αμερικανοϊρανική συνεννόηση χωρίς να ακολουθήσει το Ισραήλ, ο πρέσβης ήταν απόλυτα καθαρός: ακόμη κι αν οι ΗΠΑ θελήσουν να περιορίσουν τη σύγκρουση, το Ισραήλ μπορεί να διατηρήσει την επιλογή επιμέρους χτυπημάτων. Από την άλλη όμως, πρόσθεσε ότι ούτε η ίδια η ιρανική πλευρά είναι δεδομένο πως θα δεχθεί εύκολα παύση, ειδικά αν οι Φρουροί της Επανάστασης εκτιμήσουν ότι μπορούν να επιφέρουν ακόμη μεγαλύτερο κόστος στον αντίπαλο.
Σε αυτό το σημείο ο Αϋφαντής άνοιξε ένα από τα πιο ευαίσθητα μέτωπα της συζήτησης: το ζήτημα του ελέγχου στο εσωτερικό του Ιράν. Υπογράμμισε πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος διαπραγματεύεται επισήμως, αλλά και ποιος μπορεί να δεσμεύσει όλους τους σκληρούς μηχανισμούς εξουσίας μέσα στη χώρα. Μίλησε ειδικά για τον Καλυμπάφ, τον οποίο παρουσίασε ως πρόσωπο με πολεμικό παρελθόν, επιρροή και λαϊκή απήχηση, αλλά επισήμανε ότι ούτε κι αυτός είναι βέβαιο πως μπορεί να επιβάλει πλήρη πειθαρχία σε όλους τους διοικητές των Φρουρών της Επανάστασης.
Η εικόνα που περιέγραψε ήταν αυτή ενός περίπλοκου ιρανικού συστήματος, όπου η πολιτική ηγεσία, οι στρατιωτικοί μηχανισμοί και τα ιδεολογικά κέντρα εξουσίας δεν κινούνται πάντοτε με απόλυτα γραμμικό τρόπο. Άρα, ακόμη κι αν υπάρξει πολιτική βούληση για αποκλιμάκωση, τίποτα δεν εγγυάται ότι αυτή θα εφαρμοστεί εύκολα ή άμεσα.
Ιδιαίτερο βάρος είχε και η αναφορά του στις χώρες του Περσικού Κόλπου. Σύμφωνα με τον Αϋφαντή, οι αραβικές μοναρχίες αντιλαμβάνονται πλέον ότι η αμερικανική πολιτική όχι μόνο δεν τις προστατεύει αποτελεσματικά, αλλά απειλεί να τινάξει στον αέρα και τη δική τους οικονομική ευημερία. Ωστόσο, ακόμη κι αυτές, σημείωσε, γνωρίζουν ότι αν το ιρανικό καθεστώς επιβιώσει, θα θυμάται ποιοι στάθηκαν απέναντί του και ποιοι πίεσαν ή υποστήριξαν τις αμερικανικές κινήσεις.
Γι’ αυτό και, κατά την εκτίμησή του, μόνο η Κίνα έχει σήμερα τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως παράγοντας επιρροής επί της Τεχεράνης, ακριβώς επειδή κρατά σημαντικό μέρος του ιρανικού πλούτου, προσφέρει οικονομική προοπτική και μπορεί να μιλήσει στους Ιρανούς με όρους που οι ΗΠΑ δεν μπορούν πια να επιβάλουν.
Το συνολικό συμπέρασμα της παρέμβασης Αϋφαντή ήταν σκληρό αλλά καθαρό: οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν να επιχειρούν διαπραγμάτευση χωρίς να έχουν αποφασίσει τι πραγματικά θέλουν από το Ιράν, ενώ ταυτόχρονα αδυνατούν να ελέγξουν πλήρως το ισραηλινό σκέλος της κρίσης. Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη δεν φαίνεται διατεθειμένη να δεχθεί «λύση ήττας», ειδικά μετά από δύο προηγούμενες εμπειρίες όπου, όπως ο ίδιος είπε, οι Ιρανοί ένιωσαν πως διαπραγματεύονταν και τελικά χτυπήθηκαν.
Με δυο λόγια, ο πρέσβης ε.τ. περιέγραψε μια σύγκρουση που δεν κρίνεται μόνο στο πεδίο, αλλά σε βάθος χρόνου, με όρους ισχύος, μνήμης, στρατηγικής υπομονής και γεωοικονομίας. Και το πιο ηχηρό του μήνυμα ήταν πως, αν η Δύση συνεχίσει να λειτουργεί κοντόφθαλμα, ο μεγάλος κερδισμένος δεν θα είναι ούτε η Ουάσιγκτον ούτε το Τελ Αβίβ, αλλά το Πεκίνο.