Επιμέλεια: Γιάννης Πεγειώτης
Νέα, σοβαρά ερωτήματα για το πραγματικό βεληνεκές του ιρανικού πυραυλικού προγράμματος γεννά η εκτόξευση βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς από το Ιράν προς την κοινή βρετανο-αμερικανική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία, στον Ινδικό Ωκεανό. Παρότι οι πύραυλοι δεν έφτασαν στους στόχους τους, το ίδιο το γεγονός της εκτόξευσης θεωρείται από αναλυτές και στρατιωτικούς κύκλους σαφής ένδειξη κλιμάκωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και ταυτόχρονα προειδοποιητικό μήνυμα με ευρύτερους γεωπολιτικούς αποδέκτες.
Σύμφωνα με το BBC Persian, ο ισραηλινός στρατός υποστηρίζει ότι πρόκειται για την πρώτη χρήση τέτοιων πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς από την έναρξη του πολέμου, ενώ η Τεχεράνη δεν έχει επιβεβαιώσει επίσημα την εκτόξευση. Τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης, από την πλευρά τους, επικαλούνται κυρίως ξένες πηγές, αποφεύγοντας να υιοθετήσουν πλήρως τις σχετικές αναφορές.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση για το αν το Ιράν έχει πλέον τη δυνατότητα να πλήξει όχι μόνο στόχους στην περιοχή, αλλά και ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως το Λονδίνο, το Παρίσι ή το Βερολίνο. Το Ντιέγκο Γκαρσία απέχει περίπου 3.800 χιλιόμετρα από το Ιράν, δηλαδή σημαντικά περισσότερο από το μέχρι πρότινος δηλωμένο αυτοπεριοριζόμενο όριο των 2.000 χιλιομέτρων που είχε θέσει η Τεχεράνη για το βαλλιστικό της πρόγραμμα.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα της Wall Street Journal και του CNN, τα οποία επικαλούνται ανώνυμους Αμερικανούς αξιωματούχους, εκτοξεύθηκαν δύο βαλλιστικοί πύραυλοι. Ο ένας φέρεται να παρουσίασε δυσλειτουργία κατά την πτήση, ενώ ο άλλος αναχαιτίστηκε από αμερικανικό πολεμικό πλοίο. Το BBC εκτιμά ότι αυτές οι πληροφορίες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Μετά το περιστατικό, οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις υποστήριξαν ότι πολλές πόλεις σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική βρίσκονται πλέον σε δυνητική ακτίνα απειλής. Ο αρχηγός του ισραηλινού στρατού, αντιστράτηγος Εγιάλ Ζαμίρ, μάλιστα δήλωσε δημόσια πως το Ιράν εκτόξευσε διηπειρωτικό βαλλιστικό πύραυλο δύο σταδίων, με βεληνεκές 4.000 χιλιομέτρων, προσθέτοντας ότι τέτοια όπλα δεν σχεδιάστηκαν για να πλήξουν το Ισραήλ, αλλά δύνανται να φτάσουν σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπως το Βερολίνο, το Παρίσι και η Ρώμη.
Η εκτίμηση αυτή, πάντως, δεν γίνεται αποδεκτή χωρίς επιφυλάξεις. Βρετανός υπουργός ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει αξιολόγηση που να στηρίζει τον ισχυρισμό ότι η Τεχεράνη διαθέτει ήδη επιχειρησιακά πυραυλικά συστήματα ικανά να πλήξουν το Λονδίνο. Αντίστοιχα, άλλοι δυτικοί αξιωματούχοι και ειδικοί υπογραμμίζουν ότι άλλο πράγμα είναι η θεωρητική εμβέλεια και άλλο η επιχειρησιακή ικανότητα καθοδήγησης, στόχευσης και πλήγματος με αξιοπιστία σε τόσο μεγάλες αποστάσεις.
Παρ’ όλα αυτά, η συζήτηση έχει ανοίξει ξανά με ένταση. Ο στρατηγός Ρίτσαρντ Μπάρονς, πρώην επικεφαλής της Διοίκησης Κοινών Δυνάμεων της Βρετανίας, δήλωσε στο BBC ότι το περιστατικό οδηγεί σε επαναξιολόγηση του πυραυλικού αποθέματος του Ιράν. Μέχρι πρότινος, όπως σημείωσε, η κυρίαρχη αντίληψη ήταν ότι οι ιρανικοί πύραυλοι είχαν βεληνεκές περίπου 2.000 χιλιομέτρων, κάτι που έθετε εντός ακτίνας το Ισραήλ, αλλά όχι την Ευρώπη.
Η Τεχεράνη είχε επί χρόνια υποστηρίξει ότι αυτό το όριο ήταν πολιτική επιλογή και όχι τεχνικός περιορισμός. Ο Αλί Χαμενεΐ είχε φέρεται να επιμείνει σε αυτή τη γραμμή, παρά τις αντιρρήσεις στρατιωτικών κύκλων και των Φρουρών της Επανάστασης, προκειμένου να διατηρείται η αποτρεπτική πίεση κατά του Ισραήλ χωρίς να προκαλείται άμεση ανησυχία στην Ευρώπη. Ωστόσο, ήδη από τον περασμένο Σεπτέμβριο, Ιρανός βουλευτής είχε δηλώσει στην κρατική τηλεόραση ότι οι Φρουροί της Επανάστασης δοκίμασαν επιτυχώς διηπειρωτικό βαλλιστικό πύραυλο, χωρίς να δοθούν περαιτέρω τεχνικά στοιχεία.
Αμερικανικές πηγές, όπως αναφέρει και το BBC μέσω άλλων δημοσιευμάτων, υποστηρίζουν εδώ και καιρό ότι το ιρανικό διαστημικό πρόγραμμα μπορεί να λειτουργεί ως τεχνολογική βάση για την ανάπτυξη διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η Δρ. Κάριν φον Χίπελ, πρώην επικεφαλής του RUSI στο Λονδίνο, η οποία εκτίμησε ότι, αν το Ιράν είναι πράγματι σε θέση να πλήξει το Ντιέγκο Γκαρσία, τότε δεν μπορεί να αποκλειστεί η ανάπτυξη πυραύλων πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας, ακόμη και έως 10.000 χιλιόμετρα, αν και τέτοια συστήματα δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη επιχειρησιακά.
Παρά τις ανησυχίες, αρκετοί παρατηρητές επιμένουν ότι το μείζον ζήτημα δεν είναι μόνο η θεωρητική ακτίνα δράσης, αλλά το κατά πόσον το Ιράν έχει κατακτήσει την απαιτούμενη τεχνολογία για να εκτελεί επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας με ακρίβεια και αποτελεσματικό έλεγχο πτήσης. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν λείπει η άποψη ότι η εκτόξευση προς τον Ινδικό Ωκεανό είχε κυρίως ψυχολογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα: ένα μήνυμα ισχύος, περισσότερο παρά μια άμεση προετοιμασία επίθεσης κατά ευρωπαϊκών στόχων.
Χαρακτηριστική είναι η εκτίμηση του Ντάνι Κιτρίνοβιτς, πρώην αξιωματικού των ισραηλινών στρατιωτικών πληροφοριών, ο οποίος σημείωσε ότι δεν σημαίνει πως η Τεχεράνη σχεδιάζει να επιτεθεί αύριο στο Λονδίνο ή στο Παρίσι, αλλά ότι επιδιώκει να ενισχύσει την αποτροπή της, διευρύνοντας το πεδίο αβεβαιότητας για τους αντιπάλους της.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο στρατηγός Σερ Ρίτσαρντ Σίριφ, πρώην αναπληρωτής διοικητής του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, εκτίμησε ότι η ισραηλινή αντίδραση μπορεί να αποσκοπεί και στην οικοδόμηση μεγαλύτερης διεθνούς συσπείρωσης γύρω από τον πόλεμο. Όπως είπε στο BBC, το Ισραήλ έχει συμφέρον να επεκτείνει το πεδίο εμπλοκής και να φέρει όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες στο πλευρό των ΗΠΑ και του ίδιου. Παράλληλα, άσκησε σκληρή κριτική στην Ουάσιγκτον, λέγοντας ότι πρόκειται για έναν πόλεμο χωρίς σαφή τελικό στόχο και στρατηγική, που κινδυνεύει να μετατραπεί σε τέλμα.
Το βέβαιο είναι ότι η αποτυχημένη εκτόξευση προς το Ντιέγκο Γκαρσία δεν έκλεισε τη συζήτηση, αλλά την άνοιξε ακόμη περισσότερο. Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο τι μπορεί θεωρητικά να κάνει το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα, αλλά τι είναι διατεθειμένη να πιστέψει – και να προετοιμαστεί να αντιμετωπίσει – η Δύση. Αν η Τεχεράνη όντως εγκαταλείπει τον μέχρι πρότινος αυτοπεριορισμό της εμβέλειας, τότε η Ευρώπη δύσκολα θα μπορεί να θεωρεί τον εαυτό της εκτός κάδρου.