Σε πλήρες διπλωματικό αδιέξοδο οδηγήθηκαν οι κρίσιμες διαβουλεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στη Γενεύη, με τις δύο πλευρές να ολοκληρώνουν τον τελευταίο γύρο συνομιλιών αργά χθες το βράδυ χωρίς να καταφέρουν να γεφυρώσουν το χάσμα που χωρίζει τις στρατηγικές τους επιδιώξεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Παρά τις προσπάθειες διαμεσολάβησης από το Ομάν, η Ουάσιγκτον φαίνεται να υιοθετεί πλέον μια γραμμή «μέγιστης πίεσης», θέτοντας όρους που η ιρανική πλευρά χαρακτηρίζει προσβολή της εθνικής της κυριαρχίας.
Οι «κόκκινες γραμμές» της Ουάσιγκτον
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Wall Street Journal, το οποίο επικαλείται Αμερικανούς αξιωματούχους, οι απεσταλμένοι του Λευκού Οίκου, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, παρουσίασαν ένα τελεσίγραφο που αλλάζει άρδην τα δεδομένα των μέχρι τώρα διαπραγματεύσεων. Η αμερικανική πλευρά αξίωσε:
-
Την πλήρη καταστροφή των τριών κύριων πυρηνικών εγκαταστάσεων στο Φορντό, τη Νατάνζ και το Ισφαχάν.
-
Την παράδοση ολόκληρου του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου στις ΗΠΑ.
-
Τη σύναψη μόνιμης συμφωνίας, χωρίς τις «ρήτρες λήξης» (sunset clauses) που χαρακτήριζαν το JCPOA του 2015, από το οποίο είχε αποσύρει τη χώρα ο Ντόναλντ Τραμπ κατά την πρώτη του θητεία.
Η στάση της Τεχεράνης και οι εναλλακτικές προτάσεις
Η απάντηση της Τεχεράνης ήταν άμεση και αρνητική. Ιρανικές πηγές και κρατικά μέσα ενημέρωσης ξεκαθάρισαν πως η μεταφορά αποθεμάτων ουρανίου στο εξωτερικό και η διάλυση υποδομών αποτελούν μη συζητήσιμα σημεία.
Παρόλα αυτά, ο Ιρανός Υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, σημείωσε πως υπήρξε «πρόοδος» σε ορισμένα τεχνικά σκέλη, προτείνοντας εναλλακτικά σενάρια όπως η μείωση του εμπλουτισμού από το 60% στο 1,5% ή η διαχείριση του προγράμματος μέσω ενός αραβοϊρανικού κοινοπρακτικού σχήματος. Σημειώνεται πως το πυρηνικό της δίκτυο υπέστη σοβαρά πλήγματα κατά τη σύντομη πολεμική σύρραξη με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ τον περασμένο Ιούνιο.
Εσωτερικές πιέσεις και το «αγκάθι» των βαλλιστικών πυραύλων
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η κυβέρνηση Τραμπ δέχεται πιέσεις από το Κογκρέσο για μια ακόμα πιο σκληρή στάση. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ προειδοποίησε πως οποιαδήποτε παραχώρηση για έστω και ελάχιστο εμπλουτισμό θα θεωρηθεί αποτυχία, ενώ ο Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έθεσε με έμφαση το ζήτημα των διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων.
«Η επιμονή του Ιράν να μη συζητά το θέμα των βαλλιστικών πυραύλων αποτελεί μείζον πρόβλημα», δήλωσε ο κ. Ρούμπιο, υπογραμμίζοντας πως η απειλή για το αμερικανικό έδαφος παραμένει υπαρκτή.
Επόμενα βήματα
Με την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή να ενισχύεται διαρκώς, το διπλωματικό βάρος μεταφέρεται πλέον στη Βιέννη, όπου την επόμενη εβδομάδα αναμένεται να συνεχιστούν οι συνομιλίες σε τεχνικό επίπεδο. Ωστόσο, το κλίμα παραμένει βαρύ, καθώς η άρση των κυρώσεων –που αποτελεί ζωτική ανάγκη για την παραπαίουσα ιρανική οικονομία– παραμένει εξαρτημένη από μια μακρά περίοδο πλήρους συμμόρφωσης που απαιτεί η Ουάσιγκτον.