Έμμεσο αλλά απολύτως ευανάγνωστο μήνυμα προς την Αθήνα φαίνεται να εκπέμπει η Τεχεράνη, μέσα από ανάρτηση που προβλήθηκε στον ιστότοπο του επίσημου ιρανικού πρακτορείου Fars και η οποία ερμηνεύεται ως σαφής ένδειξη ότι το Ιράν δεν αντιμετωπίζει πλέον την Ελλάδα ως ουδέτερο παρατηρητή στη σύγκρουση με το Ισραήλ. Στο ίδιο κάδρο, σύμφωνα με την ίδια ανάγνωση, τοποθετείται και το Αζερμπαϊτζάν, με την ιρανική πλευρά να αφήνει να διαφανεί ότι θεωρεί και τις δύο χώρες ως δυνάμεις που στηρίζουν, άμεσα ή έμμεσα, το ισραηλινό στρατόπεδο.
Η ιδιαιτερότητα της υπόθεσης βρίσκεται στο γεγονός ότι η ανάρτηση δεν εμφανίζεται ως επίσημη κρατική ανακοίνωση, αλλά ως δημοσίευση από λογαριασμό ιδιώτη, η οποία ωστόσο επιλέχθηκε και αναδείχθηκε από το Fars. Αυτό ακριβώς είναι που δίνει στο θέμα τη βαρύτητά του. Στα ιρανικά δεδομένα, τέτοιου τύπου «ημιεπίσημα» σήματα μόνο τυχαία δεν θεωρούνται, καθώς η Τεχεράνη έχει μακρά παράδοση στο να εκπέμπει πολλαπλά και συχνά αντιφατικά μηνύματα, χρησιμοποιώντας διαύλους που επισήμως δεν τη δεσμεύουν, αλλά στην πράξη αποτυπώνουν προθέσεις, διαθέσεις ή προειδοποιήσεις του καθεστώτος.
Το στοιχείο που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι ο χρονισμός. Η συγκεκριμένη ανάρτηση προβλήθηκε την ίδια ημέρα κατά την οποία η πρεσβεία του Ιράν στην Αθήνα εξέπεμπε ιδιαίτερα θερμές ευχές για την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου. Αυτή η διπλή εικόνα, από τη μία των δημοσίων φιλοφρονήσεων και από την άλλη των έμμεσων υπαινιγμών περί ελληνικής στήριξης προς το Ισραήλ, αποτυπώνει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί συχνά η ιρανική κρατική μηχανή: με παράλληλα μηνύματα, ώστε να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους, χωρίς να εγκαταλείπει τη γραμμή πίεσης.
Στην Αθήνα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, δεν υπήρξε επίσημη αντίδραση. Και αυτό όχι επειδή το μήνυμα πέρασε απαρατήρητο, αλλά επειδή εμφανίζεται τυπικά ως μεμονωμένη ανάρτηση ιδιώτη, γεγονός που επιτρέπει στην ελληνική πλευρά να αποφύγει μια δημόσια κλιμάκωση. Ωστόσο, στις αρμόδιες υπηρεσίες μόνο αφελώς δεν διαβάζεται η υπόθεση. Είναι σαφές ότι ο τρόπος με τον οποίο επελέγη να αναδειχθεί η συγκεκριμένη τοποθέτηση δείχνει πως δεν πρόκειται απλώς για μια προσωπική άποψη, αλλά για έναν δίαυλο μέσω του οποίου το ιρανικό καθεστώς επιλέγει να στείλει σήμα χωρίς να αναλάβει το πλήρες διπλωματικό κόστος.
Παρά ταύτα, στο ελληνικό στρατόπεδο δεν φαίνεται να επικρατεί, τουλάχιστον επί του παρόντος, κλίμα άμεσου συναγερμού για ενδεχόμενο χτυπήματος επί ελληνικού εδάφους. Η εκτίμηση που κυριαρχεί είναι ότι η κατάσταση παραμένει υπό έλεγχο. Αυτό όμως δεν σημαίνει εφησυχασμό. Αν υπάρξει ραγδαία κλιμάκωση των συγκρούσεων στο Ιράν και στον ευρύτερο χώρο του Κόλπου, τότε όλα τα σενάρια επιδείνωσης παραμένουν ανοιχτά και για την Ελλάδα, είτε αυτά αφορούν μια πιο άμεση απειλή, όπως ένα πυραυλικό επεισόδιο, είτε έμμεσες μορφές πίεσης, όπως η εκδήλωση τρομοκρατικής απειλής.
Με άλλα λόγια, η Αθήνα δεν θεωρεί σήμερα ότι βρίσκεται στην άκρη του γκρεμού, αλλά γνωρίζει πολύ καλά ότι σε ένα περιβάλλον γενικευμένης ανάφλεξης, τα όρια μεταξύ άμεσης και έμμεσης εμπλοκής μπορούν να γίνουν εξαιρετικά ρευστά. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία επιχειρεί να διατηρήσει αμυντική ετοιμότητα χωρίς να εμφανίζεται ως παράγοντας κλιμάκωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, αρμόδιες πηγές υπενθυμίζουν ότι από την πρώτη στιγμή η ελληνική πλευρά έχει ξεκαθαρίσει πως κάθε στρατιωτική κίνηση στην οποία έχει προχωρήσει υπηρετεί αποκλειστικά αμυντικούς σκοπούς. Αυτή είναι η επίσημη γραμμή της Αθήνας και αυτήν σκοπεύει να διατηρήσει, ακόμη και αν από την άλλη πλευρά επιχειρείται να καλλιεργηθεί η εικόνα ότι η Ελλάδα έχει ήδη περάσει, πολιτικά και στρατηγικά, στο αντίπαλο στρατόπεδο.
Η ουσία είναι πως η ανάρτηση που αναδείχθηκε από το Fars μπορεί να μην συνιστά επίσημη ιρανική απειλή, συνιστά όμως σαφές πολιτικό σήμα. Και σε περιόδους πολεμικής έντασης, τα σήματα αυτά συχνά αξίζουν περισσότερο από μια τυπική ανακοίνωση. Για την Αθήνα, το ζητούμενο πλέον είναι να παραμείνει ψύχραιμη, να διαβάσει σωστά τις προειδοποιήσεις και ταυτόχρονα να μην επιτρέψει να παγιωθεί διεθνώς η εικόνα ότι η Ελλάδα μπορεί να θεωρείται νόμιμος στόχος μέσα στη μεγάλη γεωπολιτική σύγκρουση της περιοχής.