breaking newsΔιεθνή

Ιστορική μνήμη ή πολιτική υποχώρηση; Η Ευρώπη δεν μπορεί να σιωπά στις επιλογές Πασινιάν!

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Νικόλ Πασινιάν (26 Μαρτίου 2026) συνιστούν μια πρωτοφανή ιδεολογική και πολιτική μετατόπιση, που δεν περιορίζεται σε μια απλή αναθεώρηση στρατηγικής, αλλά αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της αρμενικής ταυτότητας και ιστορικής συνείδησης.

Γράφει ο Αρντασές Γιαγουπιάν
Ο πρωθυπουργός της Αρμενίας, σε δηλώσεις του κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου και συζήτησης με δημοσιογράφους μετά από συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν αρκέστηκε σε μια έκκληση για ρεαλισμό ή προσαρμογή στη μεταπολεμική πραγματικότητα. Προχώρησε πολύ παραπέρα, απορρίπτοντας ευθέως την έννοια της ιστορικής δικαιοσύνης.
Όπως είπε χαρακτηριστικά: «Ως πρωθυπουργός, απορρίπτω πλήρως την ατζέντα της αποκατάστασης της λεγόμενης ιστορικής δικαιοσύνης. Πιστεύω ότι πρέπει να επιδιώκουμε μια δίκαιη πραγματικότητα και όχι την αποκατάσταση της ιστορικής δικαιοσύνης. Όσο περισσότερο κυνηγάμε την ιστορική δικαιοσύνη, τόσο περισσότερο θα αντιμετωπίζουμε νέες ιστορικές αδικίες».
Επιπλέον, χαρακτήρισε την «ρητορική περί γενοκτονίας» ή «εθνοκάθαρσης» ως παράγοντα που προκαλεί «αντίστοιχες αντιδράσεις» και οδηγεί σε φαύλο κύκλο έντασης. «Έχουμε βαρεθεί να ταΐζουμε τον λαό με αφηγήσεις για νέες γενοκτονίες. Αυτός ο αγώνας πρέπει να σταματήσει», τόνισε, ενώ συνέδεσε άμεσα την απαίτηση διεθνούς αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων με την «επιστροφή» των Αρμενίων του Αρτσάχ, παρουσιάζοντάς τες ως στοιχεία που διατηρούν μια «νοοτροπία προσφύγων» και εμποδίζουν την οικοδόμηση του αρμενικού κράτους.
Αυτές οι δηλώσεις δεν έρχονται μεμονωμένα. Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 22 Μαρτίου 2026, κατά τη διάρκεια προεκλογικής περιοδείας στο μετρό του Γερεβάν, ο Πασινιάν είχε έντονη αντιπαράθεση με την Αρμίνε Μοσιγιάν, εκτοπισμένη από το Αρτσάχ. Όταν η γυναίκα αρνήθηκε να δεχθεί έμβλημα με τον χάρτη της «Πραγματικής Αρμενίας» (χωρίς το Αρτσάχ), λέγοντας «Είμαστε από το Αρτσάχ, έχουμε άλλο χάρτη», ο πρωθυπουργός αντέδρασε έντονα, υψώνοντας τη φωνή του και χαρακτηρίζοντας τους Αρμένιους του Αρτσάχ ως «φυγάδες» που «έφυγαν αντί να μείνουν», παρότι «ξοδέψαμε δισεκατομμύρια για να μείνετε εκεί». Αργότερα ζήτησε συγγνώμη, αλλά το επεισόδιο αποκάλυψε την ουσία της ρητορικής του.
Με τη θέση ότι «πρέπει να επιδιώκουμε μια δίκαιη πραγματικότητα και όχι την αποκατάσταση της ιστορικής δικαιοσύνης», ο Πασινιάν επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει ριζικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Αρμενία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και τον ρόλο της στον κόσμο. Αυτή η προσέγγιση, που αποτελεί συνέχεια της θεωρίας του για την «Ιστορική Αρμενία» έναντι της «Πραγματικής Αρμενίας» (όπως την είχε αναπτύξει ήδη από το 2024), δεν είναι απλώς ρητορική στροφή προς τον πραγματισμό. Συνιστά ουσιαστικά μια αποκοπή από τη συλλογική μνήμη, τα ιστορικά δικαιώματα και την ηθική συνέχεια του αρμενικού λαού.
Η ιστορική δικαιοσύνη, ιδιαίτερα σε σχέση με τη Γενοκτονία των Αρμενίων, δεν είναι αφηρημένη ιδέα ούτε «επικίνδυνο σύνθημα» που οδηγεί σε συγκρούσεις. Είναι θεμελιώδες στοιχείο διεθνούς νομιμότητας, ηθικής αποκατάστασης και πολιτικής διεκδίκησης. Ακόμη πιο προβληματική είναι η λογική ότι η «ρητορική περί γενοκτονίας» ή «εθνοκάθαρσης» προκαλεί «καθρέφτισμα» και φαύλο κύκλο. Με αυτή την επιχειρηματολογία, η ευθύνη μετατοπίζεται από τον θύτη στο θύμα. Αντί να καταγγέλλεται η τουρκική και αζερική επιθετικότητα, ενοχοποιείται η ίδια η μνήμη και η διεκδίκηση δικαιοσύνης. Πρόκειται για επικίνδυνη αντιστροφή της πραγματικότητας, που όχι μόνο αποδυναμώνει τη διεθνή θέση της Αρμενίας, αλλά ανοίγει τον δρόμο για τη σταδιακή κανονικοποίηση των εγκλημάτων εις βάρος του αρμενικού λαού.
Η απόρριψη της προοπτικής επιστροφής των Αρμενίων του Αρτσάχ και η παρουσίασή της ως παράγοντας που «διατηρεί νοοτροπία προσφύγων» αποτελεί ίσως το πιο κυνικό σημείο. Αντί να αντιμετωπιστεί η εκτόπιση ως ζήτημα θεμελιωδών δικαιωμάτων και διεθνούς προστασίας, μετατρέπεται σε ψυχολογικό βάρος που πρέπει να εγκαταλειφθεί. Ζητείται από έναν λαό που εκδιώχθηκε υπό την απειλή εθνοκάθαρσης να αποδεχθεί οριστικά την απώλεια, στο όνομα μιας αόριστης «ειρήνης».
Μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι ρεαλισμός, αλλά είναι παραίτηση και πολιτική υποταγή. Η αναφορά ότι η προσδοκία επιστροφής και διεθνούς αναγνώρισης συνιστά «αυτοκρατορική πολιτική» που εμποδίζει την οικοδόμηση του αρμενικού κράτους είναι ιστορικά αβάσιμη και βαθιά προσβλητική. Η διασπορά, οι αγώνες για αναγνώριση της Γενοκτονίας και η επιμονή στη μνήμη δεν υπήρξαν εμπόδιο στην κρατική συγκρότηση. Αντιθέτως, αποτέλεσαν βασικούς πυλώνες επιβίωσης του έθνους μέσα από αιώνες διώξεων.

Αντίδραση από το Αρτσάχ και την αρμενική κοινωνία

Οι δηλώσεις Πασινιάν προκάλεσαν άμεση και σφοδρή καταδίκη. Στις 24 Μαρτίου 2026, οι εξορισμένες κοινοβουλευτικές ομάδες του Κοινοβουλίου του Αρτσάχ εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, χαρακτηρίζοντας τις τοποθετήσεις του «απαράδεκτες και καταδικαστέες», «διχαστικές» και «παραποίηση της πραγματικότητας». Υπογράμμισαν ότι το δικαίωμα επιστροφής των Αρμενίων του Αρτσάχ είναι «θεμελιώδες και μη διαπραγματεύσιμο» και ότι η ρητορική αυτή δεν ενισχύει την εθνική αλληλεγγύη, αλλά την υπονομεύει. Παρόμοιες καταδίκες εξέδωσαν οργανώσεις της αρμενικής κοινωνίας των πολιτών και εκπρόσωποι της διασποράς.
Στην πραγματικότητα, ο Πασινιάν επιχειρεί να παρουσιάσει ένα ψευδές δίλημμα: ιστορική δικαιοσύνη ή ειρήνη και κρατική σταθερότητα. Όμως αυτή η αντίθεση δεν υφίσταται. Ένα κυρίαρχο κράτος μπορεί, και οφείλει, να επιδιώκει την ειρήνη χωρίς να απεμπολεί τα ιστορικά και ηθικά του δικαιώματα. Η εγκατάλειψη της συλλογικής μνήμης δεν εγγυάται την ειρήνη, απλώς αφαιρεί από την Αρμενία τα ηθικά και διπλωματικά εργαλεία για να διεκδικήσει ασφάλεια και δικαιοσύνη.
Τελικά, η γραμμή που προωθεί ο Πασινιάν εν μέσω προεκλογικής περιόδου δεν αποτελεί στρατηγική υπέρβασης της κρίσης. Είναι μια επικίνδυνη αναδίπλωση που απειλεί να μετατρέψει την Αρμενία από φορέα ιστορικής συνέχειας και δικαίου σε παθητικό αποδέκτη γεωπολιτικών εξελίξεων. Αποκόπτει τη χώρα από τα θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκε η σύγχρονη αρμενική ταυτότητα και ανοίγει δρόμους με βαθιές, ενδεχομένως μη αναστρέψιμες συνέπειες για το μέλλον του αρμενικού λαού. Η ιστορία δεν ξεχνά. Και ο αρμενικός λαός, μέσα από γενιές αγώνων, έχει αποδείξει ότι η μνήμη του είναι η μεγαλύτερη δύναμή του.
Η θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών που έχουν αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων οφείλει να παραμείνει σαφής, ισορροπημένη και σταθερά προσανατολισμένη σε δύο αδιαχώριστους πυλώνες. Τις αξίες και τον ρεαλισμό. Από τη μία πλευρά βρίσκονται η ιστορική αλήθεια, η μνήμη και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και από την άλλη, η ανάγκη για ειρήνη, σταθερότητα και η ευρωπαϊκή προοπτική της Αρμενίας σε ένα ιδιαίτερα εύθραυστο γεωπολιτικό περιβάλλον. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη επιλέξει να στηρίξει ενεργά την παρούσα αρμενική κυβέρνηση, επικροτώντας την ειρηνευτική διαδικασία με το Αζερμπαϊτζάν, ενισχύοντας οικονομικά τις μεταρρυθμίσεις και ανοίγοντας τον δρόμο για στενότερη θεσμική σύνδεση, ακόμη και με προοπτική ένταξης. Η προγραμματισμένη Σύνοδος ΕΕ-Αρμενίας και οι επαναλαμβανόμενες δηλώσεις στήριξης από ευρωπαίους αξιωματούχους επιβεβαιώνουν αυτή τη στρατηγική επιλογή.
Ωστόσο, οι πρόσφατες δηλώσεις του Νικόλ Πασινιάν δημιουργούν ένα νέο και σοβαρό δεδομένο που η Ευρώπη δεν μπορεί να αγνοήσει. Όταν η έννοια της ιστορικής δικαιοσύνης απαξιώνεται και παρουσιάζεται ως εμπόδιο για την ειρήνη, όταν η αναφορά στη Γενοκτονία των Αρμενίων αντιμετωπίζεται ως επικίνδυνη «ρητορική» και όταν το δικαίωμα επιστροφής των Αρμενίων του Αρτσάχ περιγράφεται ως παράγοντας που διαιωνίζει μια «νοοτροπία προσφύγων», τότε δεν πρόκειται απλώς για εσωτερική πολιτική συζήτηση, αλλά για ευθεία σύγκρουση με τις ίδιες τις αρχές πάνω στις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οικοδομήσει την εξωτερική της πολιτική. Η σιωπή σε αυτό το σημείο δεν θα ήταν ουδετερότητα αλλά θα ήταν έμμεση αποδοχή μιας επικίνδυνης μετατόπισης που υπονομεύει τόσο τη διεθνή έννομη τάξη όσο και τη συνοχή της ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στα ζητήματα μνήμης και δικαιοσύνης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει, χωρίς να διαρρήξει τη στρατηγική της σχέση με την Αρμενία, να υπενθυμίσει με σαφήνεια ότι η αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν αποτελεί διαπραγματεύσιμη πολιτική επιλογή ούτε εργαλείο ρητορικής έντασης, αλλά θεμελιώδη έκφραση ιστορικής αλήθειας και σεβασμού του διεθνούς δικαίου. Παράλληλα, πρέπει να καταστήσει ξεκάθαρο ότι τα δικαιώματα των εκτοπισμένων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος επιστροφής και της ανάγκης διεθνούς προστασίας, δεν μπορούν να υποβαθμίζονται στο όνομα μιας εύθραυστης ειρήνης. Μια ειρήνη που στηρίζεται στη λήθη και στην αποδοχή τετελεσμένων δεν είναι βιώσιμη, είναι απλώς μια προσωρινή αναστολή της έντασης που ενδέχεται να επανεμφανιστεί με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στο μέλλον.
Τα κράτη που έχουν ήδη αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων φέρουν ιδιαίτερη ευθύνη να διατηρήσουν τη συνέπεια της στάσης τους. Δεν μπορούν να υιοθετήσουν μια επιλεκτική προσέγγιση όπου η ιστορική μνήμη γίνεται αντικείμενο πολιτικής σκοπιμότητας. Η αναγνώριση αυτή δεν εξαρτάται από τις εκάστοτε επιλογές της αρμενικής κυβέρνησης και δεν μπορεί να αναθεωρηθεί επειδή η επίσημη γραμμή στο Γερεβάν αλλάζει. Οφείλουν να επαναλαμβάνουν με σαφήνεια ότι η ιστορική δικαιοσύνη παραμένει ακρογωνιαίος λίθος της διεθνούς τους στάσης, ενώ ταυτόχρονα να στηρίζουν ενεργά τα δικαιώματα και την ασφάλεια των Αρμενίων του Αρτσάχ μέσα από ευρωπαϊκούς και διεθνείς μηχανισμούς. Η συνέχιση της πολιτικής, οικονομικής και  αμυντικής συνεργασίας με την Αρμενία είναι αναγκαία, αλλά δεν μπορεί να συνοδεύεται από σιωπηρή επιβράβευση μιας ρητορικής που μετατοπίζει την ευθύνη από τον θύτη στο θύμα.
Η στήριξη προς τον Πασινιάν δεν μπορεί να είναι άκριτη και άνευ όρων. Είναι σαφές ότι πρόκειται για έναν εκλεγμένο ηγέτη που επιχειρεί να κατευθύνει τη χώρα του προς την Ευρώπη και να αποφύγει έναν νέο κύκλο πολέμου, κάτι που ανταποκρίνεται και στα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Όμως η πολιτική νομιμοποίηση δεν συνεπάγεται και ιδεολογική ασυλία. Όταν η επιδίωξη της ειρήνης μετατρέπεται σε αποδόμηση της ιστορικής μνήμης και σε αποδοχή της απώλειας θεμελιωδών δικαιωμάτων, τότε η άκριτη στήριξη καθίσταται όχι μόνο ηθικά προβληματική αλλά και στρατηγικά κοντόφθαλμη. Μια τέτοια στάση θα ενίσχυε τις εσωτερικές διαιρέσεις στην Αρμενία, θα αποδυνάμωνε τη σχέση με τη διασπορά και τελικά θα υπονόμευε την ίδια τη σταθερότητα που υποτίθεται ότι επιδιώκει να προστατεύσει.

Η Ευρώπη καλείται, συνεπώς, να κινηθεί με λεπτή αλλά αποφασιστική ισορροπία. Να συνεχίσει να στηρίζει την Αρμενία ως κράτος και κοινωνία, να ενισχύει την ευρωπαϊκή της πορεία και να συμβάλλει στην ειρηνευτική διαδικασία, αλλά ταυτόχρονα να θέτει σαφή όρια. Η ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί εις βάρος της ιστορικής αλήθειας ούτε να απαιτεί την εγκατάλειψη της μνήμης και των δικαιωμάτων ενός λαού. Μόνο μια τέτοια στάση, που συνδυάζει αρχές και ρεαλισμό χωρίς να θυσιάζει το ένα στο όνομα του άλλου, μπορεί να είναι ταυτόχρονα ηθικά συνεπής και πολιτικά βιώσιμη.

Back to top button