Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και πολιτισμικών συγκρούσεων, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα και την Ευρώπη επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα εθνικής ταυτότητας, θρησκευτικών συμβόλων, αλλά και την ανάγκη για την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας. Μέσα από πρόσφατες τηλεοπτικές τοποθετήσεις και αναλύσεις, αναδεικνύονται κρίσιμα περιστατικά που ξεπερνούν τα όρια ενός απλού αθλητικού ή ειδησεογραφικού γεγονότος και αγγίζουν τον πυρήνα της σύγχρονης ευρωπαϊκής πραγματικότητας, καθώς και τη στάση της Ελλάδας απέναντι στις συνεχιζόμενες προκλήσεις.
Το παρασκήνιο του Final Four και η «αλλεργία» στα χριστιανικά σύμβολα
Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα γεγονότα των τελευταίων ημερών εκτυλίχθηκε στο περιθώριο του τελικού της Euroleague, κατά τη διάρκεια των καθιερωμένων τηλεοπτικών δηλώσεων. Ένα απαράδεκτο περιστατικό έλαβε χώρα όταν υπάλληλος του τηλεοπτικού συνεργείου προχώρησε στην υποστολή και απομάκρυνση του λαβάρου της Επανάστασης της Μάνης —μιας λευκής σημαίας με τον γαλάζιο σταυρό στο μέσο και το ιστορικό ρητό «Νίκη ή Θάνατος»— το οποίο βρισκόταν αναρτημένο ακριβώς πίσω από το σημείο όπου ο Σενγκούν επρόκειτο να δώσει συνέντευξη στο επίσημο κανάλι της διοργάνωσης.
Άνθρωποι της τηλεοπτικής αγοράς με πολυετή εμπειρία στις μεταδόσεις εξηγούν ότι η κίνηση αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά ούτε και αποτέλεσμα κάποιου υποτιθέμενου «τουρκικού δακτύλου» ή παρέμβασης της διοίκησης του Παναθηναϊκού, όπως ψευδώς κυκλοφόρησε σε διάφορα οπαδικά φόρουμ. Η αλήθεια βρίσκεται στο επίπεδο της παραγωγής. Οι σκηνοθέτες της συγκεκριμένης διεθνούς μετάδοσης, ένας Ισπανός και ένας Άγγλος, έδωσαν την εντολή μέσω των ακουστικών (ενδοεπικοινωνία) στον υπάλληλο του γηπέδου να απομακρύνει το πανό, χωρίς να αναλογιστούν τις αντιδράσεις που θα προκαλούσε αυτή η ενέργεια σε ένα γήπεδο γεμάτο με χιλιάδες Έλληνες φιλάθλους.
Το βαθύτερο ζήτημα, ωστόσο, δεν αφορά την άγνοια των ξένων σκηνοθετών για το αν το «Νίκη ή Θάνατος» αποτελεί προσβολή για την Τουρκία. Το πρόβλημα έγκειται στην πολιτική της ίδιας της Euroleague, η οποία ως μια ιδιωτική εταιρεία διαχείρισης αγώνων και τηλεοπτικών δικαιωμάτων —και όχι κάποιος εκλεγμένος, δημόσιος ή κρατικός φορέας— αποφασίζει αυθαίρετα να απαγορεύει εθνικά και θρησκευτικά σύμβολα από το τηλεοπτικό της προϊόν. Στην πραγματικότητα, αυτό που φαίνεται να ενοχλεί τους σύγχρονους Ευρωπαίους τεχνοκράτες δεν είναι το πολιτικό μήνυμα, αλλά ο ίδιος ο χριστιανικός σταυρός.
Παρατηρείται μια γενικευμένη κρίση αξιών σε μια Ευρώπη, της οποίας οι λαοί αυτοπροσδιορίζονται στη συντριπτική τους πλειοψηφία ως Χριστιανοί (είτε Ορθόδοξοι είτε Καθολικοί), αλλά οι ηγεσίες και οι πολυεθνικές της επιδεικνύουν μια πρωτοφανή «αλλεργία» απέναντι στα σύμβολα της πίστης. Αυτή η πνευματική και πολιτισμική αποδυνάμωση καθιστά τη Δύση ευάλωτη και επιτρέπει σε τρίτες δυνάμεις, όπως η ισλαμική Τουρκία, να κυριαρχούν σε επίπεδο εντυπώσεων και ισχύος. Οι ξένοι σκηνοθέτες αδυνατούν να κατανοήσουν ότι στην Ελλάδα ο σταυρός δεν είναι απλώς ένα θρησκευτικό σύμβολο, αλλά ένας αναπόσπαστος πυλώνας της εθνικής ταυτότητας και της ιστορικής συνέχειας του έθνους. Αντιμετωπίζουν τους πιστούς του 21ου αιώνα ως αναχρονιστικούς, θεωρώντας ότι όλοι πρέπει να προσκυνούν αποκλειστικά τον «θεό του χρήματος» και των εταιρικών χορηγιών.
Ως απάντηση σε αυτή την πολιτισμική αλλοίωση, διατυπώνεται μια σαφής προτροπή προς τους Έλληνες φιλάθλους όλων των ομάδων που αγωνίζονται στα ευρωπαϊκά γήπεδα: να μεταφέρουν μαζικά μαζί τους τα ιστορικά λάβαρα του 1821, τη βυζαντινή πορφυρή σημαία, τον δικέφαλο αετό και τα σύμβολα της Μάνης ή της Αγίας Λαύρας. Με αυτόν τον τρόπο, οι ξένοι τηλεοπτικοί σταθμοί δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να προβάλλουν την ελληνική ιστορία, εκτός αν επιλέξουν να δείχνουν αποκλειστικά… τα κοντινά πλάνα των διαιτητών.
Το παράδοξο της τουρκικής παρουσίας στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις
Ένα άλλο σοβαρό ερώτημα που προκύπτει αφορά το καθεστώς συμμετοχής της Τουρκίας στις μεγάλες ευρωπαϊκές αθλητικές διοργανώσεις, όπως το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου (Euro) ή το Ευρωμπάσκετ. Ενώ η Euroleague αποτελεί ένα κλειστό ιδιωτικό κλαμπ όπου οι κανόνες ορίζονται από μετόχους, οι διοργανώσεις της UEFA και της FIBA αφορούν επίσημα ευρωπαϊκά κράτη.
Η γεωγραφική, γενετική και πολιτισμική πραγματικότητα ορίζει ότι η Τουρκία είναι μια ασιατική χώρα. Το επιχείρημα ότι συμμετέχει στην Ευρώπη για λόγους «ειδικών συνθηκών» καταρρίπτεται εύκολα όταν γίνεται σύγκριση με άλλες περιπτώσεις. Το Ισραήλ, για παράδειγμα, εντάχθηκε στις ευρωπαϊκές ζώνες επειδή οι γειτονικές του χώρες στη Μέση Ανατολή αρνούνταν να το φιλοξενήσουν ή να αγωνιστούν εναντίον του. Χώρες όπως η Γεωργία ή η Αρμενία, παρά τη γεωγραφική τους θέση, διατηρούν αδιαμφισβήτητους πολιτισμικούς και ιστορικούς δεσμούς με την Ευρώπη, ενώ ποτέ δεν έχουν εκδώσει απειλές πολέμου (casus belli) ή παραβιάσει τον εναέριο χώρο ευρωπαϊκών κρατών.
Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει ο βασικός αμφισβητίας της κυριαρχίας της Ελλάδας και της Κύπρου, χρησιμοποιώντας παράλληλα τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις για την προβολή της δικής της ισχύος. Η εξήγηση για αυτή την ανοχή των ευρωπαϊκών ομοσπονδιών εντοπίζεται αποκλειστικά στα τεράστια οικονομικά συμφέροντα και τις χορηγίες εταιρειών, όπως η Turkish Airlines. Οι ευρωπαϊκές ελίτ φαίνεται να προτιμούν τα κεφάλαια και τις ανέσεις που προσφέρει η Άγκυρα και η Κωνσταντινούπολη, παραβλέποντας τις συστηματικές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και την επιθετική ρητορική της γειτονικής χώρας.
Η γεωπολιτική αλήθεια για τα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο
Πέρα από τα αθλητικά και πολιτισμικά δρώμενα, η ουσία της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης κρίνεται στο πεδίο του Διεθνούς Δικαίου και της Θάλασσας, με επίκεντρο το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια. Η τουρκική επιχειρηματολογία, η οποία δυστυχώς μερικές φορές υιοθετείται άκριτα και από εγχώριους κύκλους, ισχυρίζεται ότι μια τέτοια επέκταση θα μετέτρεπε το Αιγαίο σε «ελληνική λίμνη», αποκλείοντας την Τουρκία και παρεμποδίζοντας τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Η νομική και πρακτική πραγματικότητα διαψεύδει πλήρως αυτούς τους ισχυρισμούς. Ακόμη και αν η Ελλάδα ασκήσει αύριο το νόμιμο δικαίωμά της, η πρόσβαση των τουρκικών πλοίων στην ανοιχτή θάλασσα δεν παρεμποδίζεται σε κανένα σημείο. Το Διεθνές Δίκαιο προβλέπει ρητά το καθεστώς της «αβλαβούς διέλευσης», το οποίο επιτρέπει σε οποιοδήποτε εμπορικό ή πολεμικό πλοίο τρίτης χώρας να διέρχεται από τα χωρικά ύδατα ενός κράτους, υπό την προϋπόθεση ότι η διέλευση γίνεται συνεχόμενα, γρήγορα και χωρίς να απειλείται η ασφάλεια του παράκτιου κράτους.
Σε περίπτωση επέκτασης στα 12 μίλια, η Ελλάδα θα ελέγχει περίπου το 70% του Αιγαίου Πελάγους —ένα ποσοστό απολύτως φυσιολογικό και δίκαιο για ένα κατεξοχήν αρχιπελαγικό κράτος. Η Τουρκία θα διατηρήσει το 8% των χωρικών υδάτων, ενώ το υπόλοιπο 22% θα παραμείνει διεθνή ύδατα για τις ανάγκες της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας. Το επιχείρημα ότι η Τουρκία, ως μια κατά βάση ηπειρωτική χώρα που εξυπηρετείται από τεράστιους χερσαίους εμπορικούς δρόμους, χρειάζεται μεγαλύτερο ποσοστό ελέγχου στο Αιγαίο για την οικονομία της, στερείται σοβαρότητας.
Αποτελεί ιστορική ντροπή για ένα νησιωτικό κράτος όπως η Ελλάδα το γεγονός ότι δεν έχει ασκήσει ακόμη αυτό το μονομερές και κυρίαρχο δικαίωμά της, φοβούμενη τις απειλές πολέμου της Άγκυρας. Αξίζει να σημειωθεί η υποκρισία της τουρκικής πλευράς, η οποία έχει ήδη επεκτείνει τα δικά της χωρικά ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια στον Εύξεινο Πόντο και στη Μεσόγειο, χωρίς να ζητήσει την άδεια κανενός γειτονικού κράτους. Επιπλέον, η Τουρκία παραβίασε μονομερώς τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία προέβλεπε εθιμικά χωρικά ύδατα 3 ναυτικών μιλίων, επεκτείνοντάς τα στα 6 μίλια. Η ελληνική πλευρά τότε, εγκλωβισμένη σε μια ψευδαίσθηση «ελληνοτουρκικής φιλίας», δεν αντέδρασε, επιτρέποντας τη δημιουργία τετελεσμένων.
Συμπέρασμα
Η απώλεια της εθνικής αυτοπεποίθησης και η υποχώρηση απέναντι στις πιέσεις των πολυεθνικών οργανισμών και των επιθετικών γειτόνων συνθέτουν το σκηνικό μιας ανησυχητικής πραγματικότητας. Είτε πρόκειται για την απομάκρυνση ενός ιστορικού λαβάρου από μια οθόνη είτε για την αναβολή της επέκτασης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στη θάλασσα, το μήνυμα παραμένει το ίδιο: η ανάγκη για έναν νέο, ουσιαστικό πατριωτισμό είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Η Ελλάδα οφείλει να προασπιστεί την ιστορία, τα σύμβολα και την κυριαρχία της, θυμίζοντας στην Ευρώπη τις ρίζες της και θέτοντας ξεκάθαρα όρια σε όσους επιβουλεύονται τη σταθερότητα στην περιοχή.