Με ένα προεδρικό διάταγμα που φέρει την υπογραφή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Τουρκία προχωρά σε μια μαζική εκποίηση κρατικής περιουσίας, η οποία όμως κρύβει πίσω της έναν σαφή στρατιωτικό προσανατολισμό. Παρόλο που η πώληση 54 ακινήτων του Δημοσίου θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως μια τυπική προσπάθεια ενίσχυσης των κρατικών ταμείων, οι λεπτομέρειες της απόφασης αποκαλύπτουν μια ευρύτερη στρατηγική «εσωτερικής χρηματοδότησης» των εξοπλιστικών προγραμμάτων της χώρας.
Χρηματοδότηση της Άμυνας μέσω Ιδιωτικοποιήσεων
Σύμφωνα με το έγγραφο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Resmî Gazete) με αριθμό απόφασης 11106, τα έσοδα από τις πωλήσεις, τις ενοικιάσεις ή την εκμετάλλευση αυτών των ακινήτων δεν θα κατευθυνθούν στις γενικές δαπάνες του κράτους. Αντιθέτως, μετά την αφαίρεση των εξόδων, το καθαρό ποσό θα μεταφερθεί στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
Συγκεκριμένα, τα κεφάλαια προορίζονται για:
Την κατασκευή στρατιωτικών κτιρίων και εγκαταστάσεων.
Τη δημιουργία νέων στρατιωτικών κατοικιών (lojman).
Την υλοποίηση του «Προγράμματος Έτους Στρατηγικού Σχεδίου Στόχων», που αφορά κρίσιμες υποδομές και κατασκευαστικά έργα του Υπουργείου.
Η Γεωγραφία της Εκποίησης: Σημεία «Κλειδιά»
Αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση στους αναλυτές είναι η γεωγραφική θέση των 54 ακινήτων. Οι τοποθεσίες δεν επιλέχθηκαν τυχαία, καθώς αφορούν περιοχές με τεράστια βιομηχανική και στρατηγική αξία:
Άγκυρα και Κωνσταντινούπολη: Τα κέντρα λήψης αποφάσεων και η καρδιά της οικονομίας.
Σμύρνη και Κοτζαέλι: Πόλεις με κομβικά λιμάνια και υψηλή βιομηχανική δραστηριότητα.
Χατάι: Μια περιοχή με ιδιαίτερη σημασία για το επιχειρησιακό βάθος της Τουρκίας στα νότια σύνορά της.
Αντί η Άγκυρα να προχωρήσει σε μια άμεση και πολιτικά ευαίσθητη αύξηση του τακτικού αμυντικού προϋπολογισμού, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις σε μια περίοδο οικονομικής πίεσης, επιλέγει τη μετατροπή «ακίνητης» περιουσίας σε «ετοιμοπόλεμο» ρευστό.
Με τον τρόπο αυτό, η Τουρκία αξιοποιεί υποχρησιμοποιούμενα κρατικά περιουσιακά στοιχεία για να τροφοδοτήσει το μακροπρόθεσμο όραμά της για στρατιωτική αυτονομία και επέκταση των υποδομών της. Η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων ορίζεται να έχει ολοκληρωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028.
