Με μια παρέμβαση που ξέφυγε από τις συνήθεις τηλεοπτικές αναγνώσεις του πολέμου και αμφισβήτησε ευθέως το κυρίαρχο αφήγημα περί ισραηλινοαμερικανικής υπεροχής, ο πρέσβης ε.τ. Γιώργος Αϋφαντής μίλησε στη Ναυτεμπορική για μια σύγκρουση που, όπως υποστήριξε, δεν εξελίσσεται σύμφωνα με τους στόχους που είχαν θέσει η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, το Ιράν όχι μόνο δεν έχει λυγίσει πολιτικά, αλλά καταφέρνει να αξιοποιεί τον πόλεμο προς όφελός του, φθείροντας στρατηγικά και πολιτικά τους αντιπάλους του.
Ο έμπειρος διπλωμάτης έβαλε από την αρχή στο τραπέζι μια παράμετρο που, όπως είπε, συζητείται πολύ λιγότερο απ’ όσο θα έπρεπε: την πυρηνική διάσταση της ισραηλινής πλευράς. Παρατήρησε ότι ενώ ο πόλεμος ξεκίνησε με επίκεντρο τη συζήτηση για τα πυρηνικά του Ιράν, τα οποία –όπως υπενθύμισε– τελικά δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει, πλέον η διεθνής συζήτηση έχει μετατοπιστεί στις πυρηνικές δυνατότητες του Ισραήλ και στο ενδεχόμενο χρήσης τους υπό συνθήκες ακραίας πίεσης. Μάλιστα, σημείωσε ότι μέσα στο ισραηλινό υπουργικό συμβούλιο συμμετέχουν πρόσωπα με φανατικά και θρησκευτικά χαρακτηριστικά, τα οποία μόνο αμελητέα δεν μπορούν να θεωρηθούν όταν λαμβάνονται αποφάσεις τέτοιου βάρους.
Στο κεντρικό πολιτικοστρατηγικό σκέλος της ανάλυσής του, ο Γιώργος Αϋφαντής επικαλέστηκε τον Κλαούζεβιτς για να δώσει τον δικό του ορισμό της νίκης: νίκη σε έναν πόλεμο είναι η επιβολή της πολιτικής βούλησης της μίας πλευράς στην άλλη. Και, κατά την εκτίμησή του, αυτό ακριβώς δεν έχει συμβεί. Όπως τόνισε, παρά τα πλήγματα και τους βομβαρδισμούς, ούτε ο Ντόναλντ Τραμπ ούτε οι Ισραηλινοί έχουν κατορθώσει να επιβάλουν τη βούλησή τους στο ιρανικό καθεστώς. Το αντίθετο, είπε, φαίνεται από το γεγονός ότι τα περίφημα 15 σημεία που δημοσιοποίησε ο Τραμπ δεν λειτούργησαν ως διαπραγματευτικό εργαλείο, αλλά ως τελεσίγραφο που στην πράξη «κάηκε» τη στιγμή που δόθηκε στη δημοσιότητα.
Απέναντι σε αυτή την αμερικανική πίεση, ο Αϋφαντής περιέγραψε μια ιρανική απάντηση εντελώς διαφορετικής λογικής, με πέντε σημεία που αποτύπωναν όχι διάθεση υποχώρησης αλλά διάθεση μετωπικής αντιπαράθεσης: αποχώρηση των ΗΠΑ, πολεμικές αποζημιώσεις και αναγνώριση κυριαρχικών αξιώσεων στα Στενά του Ορμούζ. Αυτή η στάση, κατά τον ίδιο, είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι η Τεχεράνη δεν συμπεριφέρεται σαν πλευρά υπό κατάρρευση, αλλά σαν παίκτης που θεωρεί ότι έχει ακόμα πολιτικό και στρατηγικό χώρο.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και η αναφορά του σε δήλωση του πρώην επικεφαλής της MI6, Άλεξ Γιάνγκερ, τον οποίο επικαλέστηκε για να ενισχύσει το επιχείρημά του ότι το Ιράν κρατά σήμερα το πολιτικό πλεονέκτημα. Όπως μετέφερε, ο πρώην Βρετανός αξιωματούχος φέρεται να απάντησε αυθόρμητα ότι «το Ιράν έχει το πάνω χέρι» στις επιχειρήσεις, εξηγώντας ότι, παρά το γεγονός πως πέρασε τη μισή του σταδιοδρομία πολεμώντας αυτό που αποκάλεσε «βάρβαρο καθεστώς», δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει ότι η Τεχεράνη διαχειρίζεται αποτελεσματικά την κατάσταση.
Στο επιχειρησιακό πεδίο, ο πρέσβης ε.τ. εμφανίστηκε εξαιρετικά επιφυλακτικός έως αρνητικός απέναντι σε σενάρια αμερικανικής απόβασης σε ιρανικά νησιά ή εγκαταστάσεις. Εκτίμησε ότι οι Ιρανοί ουσιαστικά θα ήθελαν να δουν αμερικανικές δυνάμεις να επιχειρούν σε τέτοια σημεία, διότι πρόκειται για σταθερούς, εκτεθειμένους στόχους χωρίς επαρκείς δυνατότητες κάλυψης, απέναντι σε ένα βαλιστικό οπλοστάσιο που –όπως τόνισε– έχει αποδείξει την ακρίβειά του. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι αμερικανικές δυνάμεις θα ήταν, όπως είπε χαρακτηριστικά, «καθιστές πάπιες».
Ακόμη πιο ανησυχητική ήταν η εκτίμησή του ότι στο μυαλό των αμερικανικών επιτελείων ενδέχεται να βρίσκεται ένα πολύ ευρύτερο σχέδιο: η κατάληψη του Μπαντάρ Αμπάς, δηλαδή του σημαντικότερου λιμανιού του Ιράν, που το παρομοίασε με τον Πειραιά για την Ελλάδα. Κατά την ανάγνωσή του, μια τέτοια κίνηση θα έδινε στις ΗΠΑ τη δυνατότητα να αποβιβάσουν βαρύ υλικό και να αποκτήσουν ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί, διακόπτοντας τις εξαγωγές και ακόμη και τις εισαγωγές βασικών αγαθών προς το Ιράν. Ωστόσο, έσπευσε να συμπληρώσει πως ένα τέτοιο σενάριο θα οδηγούσε σε «κόλαση», καθώς οι Ιρανοί δεν θα δίσταζαν να ισοπεδώσουν την περιοχή και να αποδεχθούν βαρύτατες απώλειες προκειμένου να πλήξουν τον αντίπαλο.
Ο Γιώργος Αϋφαντής στάθηκε ιδιαίτερα στη φύση του ιρανικού καθεστώτος, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για εξουσία που δεν λειτουργεί με γνώμονα την ευημερία του ιρανικού λαού, αλλά με γνώμονα τη δική της επιβίωση. Και ακριβώς για αυτόν τον λόγο, όπως είπε, το καθεστώς δεν επιθυμεί την ταχεία λήξη του πολέμου. Αντίθετα, επιδιώκει την παράτασή του ώστε να φθείρει τους αντιπάλους του, να αποσταθεροποιήσει την παγκόσμια οικονομία και ταυτόχρονα να αντλήσει εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση μέσω της εθνικής συσπείρωσης απέναντι σε εξωτερική εισβολή.
Σε αυτό το σημείο, μάλιστα, μετέφερε και προσωπικές του επαφές με ανθρώπους που –όπως είπε– μπορεί να διαφωνούν με το καθεστώς, αλλά σε περίπτωση αμερικανικής εισβολής δεν θα έβγαιναν να χειροκροτήσουν τους Αμερικανούς· θα έβγαιναν να τους πολεμήσουν. Αυτό, κατά τον ίδιο, δείχνει ότι στην Ουάσιγκτον ίσως υποτίμησαν τη διάκριση ανάμεσα στην ιρανική διασπορά και στην κοινωνική πραγματικότητα داخل του ίδιου του Ιράν.
Ακόμη πιο αιχμηρός ήταν όταν μίλησε για τον Ντόναλντ Τραμπ. Υποστήριξε ότι, αν κάποιος σήμερα «ικετεύει» για διαπραγματεύσεις, αυτός είναι ο Αμερικανός πρόεδρος, ακριβώς επειδή αναζητεί μια στρατηγική εξόδου από έναν πόλεμο που δεν εξελίσσεται όπως είχε σχεδιάσει. Όπως είπε, ένας πραγματικός νικητής δεν ζητά διαπραγματεύσεις και έφερε ως ιστορικό παράδειγμα τον Ζούκοφ και τον Αϊζενχάουερ όταν έμπαιναν στη Γερμανία: οι νικητές, τόνισε, δεν σταματούν για να συζητήσουν.
Ο πρέσβης ε.τ. άνοιξε επίσης μέτωπο και στο ζήτημα των ισραηλινών απωλειών, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει καθεστώς αυστηρής λογοκρισίας και συστηματικής υποβάθμισης του πραγματικού κόστους των επιχειρήσεων. Αναφέρθηκε ειδικά στις συγκρούσεις με τη Χεζμπολάχ, λέγοντας ότι η οργάνωση, όταν πιεστεί σε γωνία, γίνεται πολύ πιο επικίνδυνη, ενώ σημείωσε ότι οι ενέδρες και τα χτυπήματα σε άρματα μάχης δείχνουν πως το Ισραήλ έχει απώλειες που δεν αποτυπώνονται με διαφάνεια προς τη διεθνή κοινή γνώμη.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η επισήμανσή του ότι, σύμφωνα με ισραηλινά δημοσιεύματα, ο αρχηγός του επιτελείου του Ισραήλ φέρεται να έχει ενημερώσει το υπουργικό συμβούλιο πως ο στρατός έχει φτάσει στο όριό του ύστερα από δύο χρόνια επιχειρήσεων στη Γάζα. Κατά τον Αϋφαντή, το Ισραήλ αντιμετωπίζει πλέον σοβαρό πρόβλημα επάρκειας προσωπικού, με τους εφέδρους να εξαντλούνται και το σύστημα να πλησιάζει σε «σημείο καμπής». Αυτό, εξήγησε, δεν σημαίνει ότι ο σχεδιασμός ήταν εξαρχής λανθασμένος, αλλά ότι δεν είχε προβλεφθεί η ένταση και η διάρκεια της αντίδρασης των αντιπάλων.
Κλείνοντας, ο Γιώργος Αϋφαντής υιοθέτησε την εικόνα του καλού σκακιστή για να περιγράψει το Ιράν. Όπως είπε, η Τεχεράνη «παίζει τέλεια το αδύναμο χέρι», σαν σκακιστής που αγωνίζεται με τα μαύρα: δεν έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων, αλλά αμύνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να αρπάξει την ευκαιρία και να ανατρέψει τον συσχετισμό. Με αυτή την αποστροφή, συνόψισε την ουσία της ανάλυσής του: ότι ο πόλεμος δεν εξελίσσεται με όρους μονομερούς ισχύος, αλλά με όρους πολιτικής αντοχής, στρατηγικής φθοράς και επικίνδυνων ψευδαισθήσεων.