Μια διαφορετική ανάγνωση της μετάβασης της Δυτικής Μακεδονίας στη μεταλιγνιτική εποχή παρουσίασε ο περιβαλλοντολόγος Βασίλης Λίκος, σε συνέντευξή του στη Βασιλική Πολίτου στον Θήτα FM, βάζοντας στο μικροσκόπιο το σχέδιο για τη δημιουργία μεγάλης εγκατάστασης data center στον χώρο του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στη συμφωνία που αφορά την αξιοποίηση της περιοχής μετά την απολιγνιτοποίηση, με τον κ. Λίκο να επιμένει ότι πίσω από την εικόνα μιας μεγάλης τεχνολογικής επένδυσης υπάρχουν κρίσιμα ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν με συγκεκριμένα στοιχεία.
Όπως τόνισε, το βασικό σημείο που πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι ο λιγνιτικός σταθμός παρήγαγε ηλεκτρική ενέργεια, ενώ ένα data center αποτελεί έναν ιδιαίτερα μεγάλο καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας.
«Εδώ μιλάμε για κατανάλωση ενέργειας», επισήμανε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η διαφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία όταν αξιολογείται η συνολική επίδραση του νέου έργου στο ενεργειακό σύστημα.
Από τα 300 MW στο 1 GW
Σύμφωνα με όσα ανέφερε στη συνέντευξη, ο αρχικός σχεδιασμός αφορά εγκατάσταση της τάξης των 300 MW, με δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης που θα μπορούσε να φθάσει ακόμη και στο 1 GW.
Ο Βασίλης Λίκος εξήγησε ότι, εάν ένα data center τέτοιου μεγέθους λειτουργούσε σε πλήρη ανάπτυξη, οι ανάγκες του δεν θα περιορίζονταν μόνο στα πληροφοριακά συστήματα και στους servers.
Πρόσθετη ενέργεια θα απαιτούσαν τα συστήματα ψύξης, που αποτελούν κρίσιμο στοιχείο για τη συνεχή λειτουργία τέτοιων εγκαταστάσεων.
Κατά τους υπολογισμούς που παρουσίασε, στην περίπτωση εγκατάστασης ισχύος 1 GW η συνολική ετήσια κατανάλωση μαζί με τις ανάγκες ψύξης θα μπορούσε να κινηθεί σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Το κρίσιμο ερώτημα, όπως είπε, είναι από πού θα εξασφαλίζεται αυτή η ενέργεια όλες τις ώρες του εικοσιτετραώρου, ιδιαίτερα όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές δεν επαρκεί.
«Όταν δεν υπάρχει ήλιος, από πού θα παίρνει ρεύμα;»
Ο περιβαλλοντολόγος στάθηκε ιδιαίτερα στη σχέση του έργου με τις ΑΠΕ και το κεντρικό ηλεκτρικό σύστημα.
Στην περιοχή προβλέπονται μεγάλες εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών και συστήματα αποθήκευσης ενέργειας. Όπως υπογράμμισε όμως, η ηλεκτρική ενέργεια δεν θα παρέχεται απαραιτήτως απευθείας από τα φωτοβολταϊκά στο data center.
Θα μεσολαβεί το ηλεκτρικό δίκτυο, ενώ κατά τις ώρες περιορισμένης παραγωγής από ΑΠΕ θα απαιτείται τροφοδοσία από το συνολικό ενεργειακό σύστημα.
Και εκεί, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αβεβαιότητες.
Ποιος θα αναλάβει το κόστος των δικτύων και των πρόσθετων ενεργειακών απαιτήσεων; Θα βαρύνει αποκλειστικά την επένδυση ή μέρος του θα περάσει τελικά στο σύνολο των καταναλωτών;
Ο κ. Λίκος έθεσε παράλληλα ζήτημα σχετικά με τα μακροχρόνια συμβόλαια προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, τα γνωστά Power Purchase Agreements – PPA, ζητώντας μεγαλύτερη διαφάνεια για τους όρους υπό τους οποίους θα προμηθεύεται ενέργεια η εγκατάσταση.
Το μεγάλο ζήτημα της ψύξης και του νερού
Ένα δεύτερο σημαντικό μέτωπο αφορά τη χρήση νερού.
Τα μεγάλα data centers παράγουν τεράστιες ποσότητες θερμότητας και απαιτούν ισχυρά συστήματα ψύξης. Ο Βασίλης Λίκος υποστήριξε ότι οι ανακοινώσεις για περιορισμένη κατανάλωση νερού πρέπει να συνοδευτούν από αναλυτικά δεδομένα και να λαμβάνουν υπόψη το τελικό μέγεθος της εγκατάστασης.
Όπως σημείωσε, άλλο είναι να υπολογίζονται οι ανάγκες μιας πρώτης φάσης της επένδυσης και άλλο εκείνες μιας εγκατάστασης που ενδέχεται στο μέλλον να πολλαπλασιάσει την ισχύ της.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, σύμφωνα με τον ίδιο, και η τεχνολογία ψύξης που θα επιλεγεί, καθώς από αυτή εξαρτώνται τόσο η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας όσο και οι ανάγκες σε νερό.
Το ερώτημα των θέσεων εργασίας
Στη συνέντευξη τέθηκε και ένα ακόμη ζήτημα: πόσο ισχυρό θα είναι στην πράξη το αναπτυξιακό αποτύπωμα στην τοπική κοινωνία.
Ο Βασίλης Λίκος υποστήριξε ότι, παρά το μεγάλο ύψος της επένδυσης και την τεράστια ηλεκτρική ισχύ που μπορεί να απαιτήσει η εγκατάσταση, οι μόνιμες θέσεις εργασίας ενδέχεται να είναι αναλογικά περιορισμένες.
Και αυτό αποκτά ιδιαίτερο βάρος για τη Δυτική Μακεδονία, μία περιοχή που έχει δεχθεί ισχυρές οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις εξαιτίας της απολιγνιτοποίησης.
Το ερώτημα που έθεσε είναι σαφές: μπορεί μια επένδυση υψηλής τεχνολογίας να θεωρείται από μόνη της αναπτυξιακή επιτυχία, εάν δεν δημιουργεί αντίστοιχο αριθμό θέσεων εργασίας και δεν αφήνει σημαντική προστιθέμενη αξία στην περιοχή;
Η σύγκριση με τον λιγνίτη
Μεγάλο μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε και στην εγκατάλειψη του λιγνίτη.
Ο κ. Λίκος υποστήριξε ότι υπάρχει μία θεμελιώδης αντίφαση: εγκαταστάσεις που μέχρι πρόσφατα παρήγαγαν ηλεκτρική ενέργεια εγκαταλείπονται ή κατεδαφίζονται, ενώ στις ίδιες περιοχές σχεδιάζονται υποδομές που θα απαιτούν πολύ μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας.
Έθεσε επίσης το ζήτημα των σύγχρονων τεχνολογιών περιορισμού και δέσμευσης εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, διερωτώμενος γιατί δεν εξετάστηκαν σε μεγαλύτερη κλίμακα λύσεις που θα επέτρεπαν την αξιοποίηση εγχώριων ενεργειακών πόρων με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Ο ίδιος συνέδεσε το ζήτημα με την ανάγκη ενεργειακής αυτονομίας, τονίζοντας ότι σε ένα διεθνές περιβάλλον κρίσεων και γεωπολιτικής αβεβαιότητας η εξάρτηση μιας χώρας από εισαγόμενα καύσιμα και τις διεθνείς αγορές ενέργειας αποκτά στρατηγική διάσταση.
«Με μισές αλήθειες δεν μπορεί να παρουσιαστεί μια επένδυση»
Στο κλείσιμο της παρέμβασής του, ο Βασίλης Λίκος επέμεινε στην ανάγκη να παρουσιαστούν όλα τα πραγματικά δεδομένα του έργου.
Δεν απέρριψε την τεχνολογική επένδυση αυτή καθαυτή, αλλά υποστήριξε ότι η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην εικόνα της αντικατάστασης του λιγνίτη από μία σύγχρονη ψηφιακή υποδομή.
Η ουσία, σύμφωνα με όσα ανέφερε, βρίσκεται στους όρους της επένδυσης: πόση ενέργεια θα καταναλώνεται, πόσο νερό θα απαιτείται, ποιος θα πληρώνει τις πρόσθετες υποδομές, πόσες πραγματικές θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν και ποιο θα είναι τελικά το οικονομικό όφελος για τη Δυτική Μακεδονία και τη χώρα.
«Με μισές αλήθειες προσπαθούν να το πουλήσουν», ήταν μία από τις χαρακτηριστικότερες φράσεις της παρέμβασής του.
Και αυτό είναι τελικά το βασικό ερώτημα που αφήνει ανοικτό η συζήτηση στον Θήτα FM: η νέα εποχή της Δυτικής Μακεδονίας θα μεταφραστεί σε πραγματική παραγωγική ανασυγκρότηση ή η περιοχή θα περάσει από την παραγωγή ενέργειας στη φιλοξενία εξαιρετικά ενεργοβόρων εγκαταστάσεων χωρίς αντίστοιχο όφελος για την τοπική κοινωνία;