Η στρατηγική κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα τελευταία χρόνια αναδεικνύει μια αυξανόμενη εξάρτηση από τρίτες χώρες σε κρίσιμους τομείς, από τον πρωτογενή τομέα και την ενέργεια, έως τις πρώτες ύλες.
Παρά τις επανειλημμένες διακηρύξεις περί «στρατηγικής αυτονομίας», η πραγματικότητα δείχνει ότι η Ευρώπη ενισχύει ένα μοντέλο που βασίζεται στις εισαγωγές, αντί στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής.
Η σύγκριση με την ελληνική οικονομία δεν είναι τυχαία. Όπως για χρόνια η Ελλάδα κατηγορήθηκε ότι «δεν παράγει», έτσι και η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται σήμερα ως μια μεγάλη καταναλωτική αγορά που στηρίζεται σε εξωτερικούς προμηθευτές.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα στις τρεις βασικές κατευθύνσεις εμπορικής και στρατηγικής πολιτικής:
- Τη συμφωνία με τη Mercosur
- Τη συμφωνία με την Ινδία
- Τη συνεργασία με την Αυστραλία
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur, που αφορά χώρες της Λατινικής Αμερικής, επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στο άνοιγμα των αγορών για αγροτικά προϊόντα. Μέσω αυτής, η Ευρώπη αποκτά πρόσβαση σε φθηνότερες εισαγωγές αγροτικών αγαθών, όπως κρέας και σόγια, γεγονός που προκαλεί έντονες αντιδράσεις από ευρωπαίους αγρότες. Η βασική κριτική εστιάζει στο ότι η συμφωνία δημιουργεί άνισο ανταγωνισμό, καθώς οι παραγωγοί εκτός ΕΕ δεν υπόκεινται στα ίδια αυστηρά περιβαλλοντικά και ποιοτικά πρότυπα.
Αποκτά δε, ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, καθώς προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση δασμών που σήμερα φτάνουν έως και το 35% για τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα που εξάγονται στη Λατινική Αμερική. Η εξέλιξη αυτή ανοίγει μια τεράστια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων καταναλωτών για τις ευρωπαϊκές εταιρείες, ενισχύοντας σημαντικά την ανταγωνιστικότητά τους και δημιουργώντας προοπτικές αύξησης των εξαγωγών, ιδιαίτερα για χώρες με ισχυρή βιομηχανική βάση όπως η Γερμανία. Παράλληλα, η μείωση των εμπορικών φραγμών αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντική εξοικονόμηση κόστους για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και να ενισχύσει τη συνολική βιομηχανική παραγωγή, ιδίως σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας όπως η αυτοκινητοβιομηχανία.
Την ίδια στιγμή, η συμφωνία λειτουργεί ως στρατηγικό εργαλείο για τη διασφάλιση πρόσβασης της Ευρώπης σε κρίσιμες πρώτες ύλες από τη Λατινική Αμερική, απαραίτητες για την παραγωγή νέων τεχνολογιών και κυρίως ηλεκτρικών οχημάτων. Χώρες της Mercosur διαθέτουν σημαντικά αποθέματα λιθίου, γραφίτη, μαγγανίου και πυριτίου, υλικά που χρησιμοποιούνται σε μπαταρίες, ημιαγωγούς και μικροτσίπ. Η συμφωνία μειώνει δασμούς και περιορισμούς στις εξαγωγές αυτών των υλικών, ενισχύοντας τη σταθερότητα των αλυσίδων εφοδιασμού και μειώνοντας το κόστος για την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Με αυτόν τον τρόπο, η Ευρώπη επιχειρεί να θωρακίσει την πράσινη και ψηφιακή της μετάβαση, αν και ταυτόχρονα ενισχύει την εξάρτησή της από εξωτερικούς προμηθευτές για κρίσιμους πόρους.
Η συμφωνία με την Ινδία
Αντίστοιχα, οι διαπραγματεύσεις για εμπορική συμφωνία με την Ινδία κινούνται σε παρόμοιο πλαίσιο. Η Ινδία αποτελεί μια τεράστια αγροτική και βιομηχανική δύναμη με χαμηλότερο κόστος παραγωγής. Η ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων με τη χώρα αυτή μπορεί να προσφέρει φθηνότερα προϊόντα στην ευρωπαϊκή αγορά, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί πίεση στους εγχώριους παραγωγούς και ενισχύει την εξάρτηση από εξωτερικές αλυσίδες εφοδιασμού.
Στον τομέα των πρώτων υλών, η συμφωνία με την Αυστραλία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η Ευρώπη επιδιώκει πρόσβαση σε κρίσιμα υλικά όπως το λίθιο και οι σπάνιες γαίες, τα οποία είναι απαραίτητα για την πράσινη μετάβαση και την ψηφιακή οικονομία. Ωστόσο, η επιλογή αυτή αναδεικνύει ένα βασικό πρόβλημα: την περιορισμένη εγχώρια παραγωγή τέτοιων πόρων. Αντί να αναπτύξει δικές της εξορυκτικές και μεταποιητικές δυνατότητες, η ΕΕ επιλέγει να εξασφαλίσει προμήθειες μέσω διεθνών συμφωνιών.
Η συμφωνία με την Αυστραλία
Οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή, έχουν ήδη δείξει πόσο ευάλωτες είναι οι διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού. Η ενεργειακή κρίση και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των κινδύνων που προκύπτουν όταν μια οικονομία βασίζεται υπερβολικά σε εξωτερικούς προμηθευτές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική επιλογή της ΕΕ να ενισχύσει τις διεθνείς συμφωνίες χωρίς παράλληλη ενδυνάμωση της εσωτερικής παραγωγής δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Μπορεί η Ευρώπη να διασφαλίσει την ανθεκτικότητά της βασιζόμενη σε τρίτους; Ή μήπως η πολιτική αυτή την καθιστά πιο ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς;
Το βασικό δίλημμα δεν είναι αν οι συμφωνίες αυτές έχουν οφέλη, καθώς αναμφίβολα προσφέρουν πρόσβαση σε αγορές και πόρους, αλλά αν η ισορροπία μεταξύ εξωτερικής συνεργασίας και εσωτερικής αυτάρκειας έχει χαθεί. Και σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο ασταθής, αυτή η ισορροπία μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη για το μέλλον της ευρωπαϊκής οικονομίας και της γεωπολιτικής της ισχύος.